Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος πολιτικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος πολιτικός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ὁμιλία πρός τούς Γυμνασιόπαιδες στήν Πνύκα

Παιδιά μου!
Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ διὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποία δόξα καὶ τιμὴν ἔχαιραν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, διὰ ταῦτα σᾶς λέγουν καθ᾿ ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των.

Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ διέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὲς πέτρες καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιό του, καὶ ἔπαυσαν νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῆρε μαζί του οὔτε σοφοὺς οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾿ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, χωρικοὺς καὶ ψαράδες, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλες τὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι ὅπου καὶ ἂν ἔβρισκαν ἐναντιότητες καὶ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τοὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τοὺς κάμῃ τίποτα. Αὐτοὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν.

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ῥωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἐστάθη ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν. Τὸν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸ σταυρό του ἔκαμε. Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτάνος, διόρισε ἕνα βιτσερὲ [ἀντιβασιλέα], ἕναν πατριάρχη, καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸς καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τοὺς ἔλεγε ὁ σουλτάνος. Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες [προεστοὶ] εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ προκομμένοι, τὸ καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέρνοντες τὸν ζυγὸν ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καὶ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των, καὶ ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάσταση, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθηση, τὸν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του, ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καὶ βλέποντας τὲς δόξες καὶ τὲς ἡδονὲς ὁποὺ ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τὴν πίστη τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέρα ὁ λαὸς ἐλίγνευε καὶ ἐπτώχαινε.

Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα βιβλία, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμε εὐγνωμοσύνη, διότι εὐθὺς ὁποὺ κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λαὸ ἐμάνθανε τὰ κοινὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμε καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα τότε. Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ νοῦ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε εὐτυχέστεροι. Καὶ ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.

Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.

Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μίαν ἁρμάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐβάσταξεν. Ἦλθαν μερικοὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ γένουν μπαρμπέρηδες εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι. Μᾶς πονοῦσε τὸ μπαρμπέρισμά τους. Μὰ τί νὰ κάμωμε; Εἴχαμε καὶ αὐτουνῶν τὴν ἀνάγκη. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ διχόνοια, καὶ ἐχάθη ἡ πρώτη προθυμία καὶ ὁμόνοια. Καὶ ὅταν ἔλεγες τὸν Κώστα νὰ δώσῃ χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἢ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν πόλεμο, τοῦτος ἐπρόβαλλε τὸν Γιάννη. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο κανεὶς δὲν ἤθελε οὔτε νὰ συνδράμῃ οὔτε νὰ πολεμήσῃ. Καὶ τοῦτο ἐγίνετο, ἐπειδὴ δὲν εἴχαμε ἕναν ἀρχηγὸ καὶ μία κεφαλή. Ἀλλὰ ἕνας ἔμπαινε πρόεδρος ἕξη μῆνες, ἐσηκώνετο ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἔριχνε, καὶ ἐκάθετο αὐτὸς ἄλλους τόσους, καὶ ἔτσι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο. Ἴσως ὅλοι ἠθέλαμε τὸ καλό, πλὴν καθένας κατὰ τὴν γνώμη του. Ὅταν προστάζουνε πολλοί, ποτὲ τὸ σπίτι δεν χτίζεται οὔτε τελειώνει. Ὁ ἕνας λέγει ὅτι ἡ πόρτα πρέπει να βλέπῃ εἰς τὸ ἀνατολικὸ μέρος, ὁ ἄλλος εἰς τὸ ἀντικρινὸ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸν Βορέα, σὰν να ἦτον τὸ σπίτι εἰς τὸν ἀραμπᾶ, καὶ να γυρίζει, καθὼς λέγει ὁ καθένας. Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο δεν κτίζεται ποτὲ τὸ σπίτι, ἀλλὰ πρέπει να εἶναι ἔνας ἀρχιτέκτων, ὁποῦ νὰ προστάζῃ πῶς θὰ γενῇ. Παρομοίως καὶ ἡμεῖς ἐχρειαζόμεθα ἕναν ἀρχηγὸ καὶ ἔναν ἀρχιτέκτονα, ὅστις νὰ προστάζῃ καὶ οἱ ἄλλοι να ὑπακούουν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοια κατάστασιν, ἐξ αἰτίας τῆς διχονοίας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε να χαθοῦμε, καὶ εἰς τοὺς στερνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εἰς αὐτὴ τὴν κατάστασιν ἔρχεται ὁ βασιλεύς, τὰ πράγματα ἡσυχάζουν, καὶ τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ γεωργία καὶ οἱ τέχνες ἀρχίζουν νὰ προοδεύουν καὶ μάλιστα ἡ παιδεία. Αὐτὴ ἡ μάθησις θὰ μᾶς αὐξήσῃ καὶ θὰ μᾶς εὐτυχήσῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ αὐξήσομεν, χρειάζεται καὶ ἡ στερέωσις τῆς πολιτείας μας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν καλλιέργεια καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Θρόνου. Ὁ βασιλεύς μας εἶναι νέος καὶ συμμορφώνεται μὲ τὸν τόπο μας, δεν εἶναι προσωρινός, ἀλλ᾿ ἡ βασιλεία του εἶναι διαδοχικὴ καὶ θὰ περάσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν του, καὶ μὲ αὐτὸν κι ἐσεῖς καὶ τὰ παιδιά σας θὰ ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος. Ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ φυλάττουν μία Θρησκεία. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι κατατρέχοντο καὶ μισοῦντο καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, μένουν σταθεροὶ εἰς τὴν πίστη τους.

Νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, να μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθεῖτε εἰς τὰς σπουδάς σας καὶ καλύτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον, δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους - πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας, καὶ να μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθεῖτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καὶ κατὰ τὴν παροιμία, «μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθαινε». Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνῃ σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ να κοιτάζῃ τὸ καλὸ τῆς κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας.

Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον. Τὸ ἔργο μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε τὸ δρόμο, θέλουν μετ᾿ ὀλίγον περάσει. Τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα. Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὁποὺ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε· καί, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια της πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία, τὴν καλλιέργεια τοῦ θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία.

Τελειώνω τὸ λόγο μου. Ζήτω ὁ βασιλεύς μας Ὄθων! Ζήτω οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!

ἐξεφωνήθη ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1838 καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδαν ΑΙΩΝ τῇ 13ῃ Νοεμβρίου 1838.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Η α-νοησία είναι ανέορτη

Προέλευση: yannaras.gr

Μ​οιάζει να έχει χαθεί, για το μεγαλύτερο ποσοστό του ανθρώπινου πληθυσμού στον πλανήτη σήμερα, η επίγνωση της διαφοράς ανάμεσα στη γιορτή και στην επιπόλαιη τέρψη. Η απώλεια μετριέται σε διάρκεια ενός ή των δύο τελευταίων αιώνων – τα Χριστούγεννα, λ.χ., τι σήμαιναν για τον παππού ή τον προπάππου μας και τι σημαίνουν για μας σήμερα;

Ενας ή και δύο αιώνες είναι διάρκεια ασήμαντη (σε σχέση με την ηλικία του σύμπαντος ή και σε σχέση με την ύπαρξη έλλογης ζωής πάνω στη γη). Πάντως, σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου, τη γιορτή τη γεννούσε η απάντηση στο ερώτημα: από ποια αιτία και για ποιο σκοπό υπάρχει ο «κόσμος», γιατί ο λόγος-τρόπος της ύπαρξης των υπαρκτών να συνιστά κόσμημα αρμονίας, τάξης και κάλλους;

Δεν απασχολούσε όλους το ερώτημα, υπήρχαν πάντοτε και άνθρωποι άσκεφτοι, βοσκηματώδεις, που απλώς επιβίωναν χάρη στις ορμές αυτοσυντήρησης – χωρίς ερωτήματα για την αιτία και τον σκοπό της ύπαρξης. Υπήρχαν, ίσως και να πλεόναζαν, οι άσκεφτοι, αλλά τον χρόνο τον μετέπλαθαν σε Ιστορία μόνο όσοι πάλευαν να διακρίνουν «νόημα» της ύπαρξης. Αποτύπωναν την πάλη τους στην Τέχνη, στη Φιλοσοφία, στο «Πολιτικόν Αθλημα».

Σήμερα, για πρώτη ίσως φορά, ο χρόνος κυλάει, αλλά Ιστορία δεν γράφεται. Συμβαίνουν πολλά και διάφορα, όπως συμβαίνουν και σε μια μυρμηγκοφωλιά ή σε κυψέλη μελισσών. Αφορούν στην ικανοποίηση του ενστίκτου και των ορμών επιβίωσης, όχι στο ερώτημα: γιατί η επιβίωση, γιατί η ύπαρξη. Τα όσα συμβαίνουν μεταποιούνται αμέσως σε «πληροφορία», η πληροφορία αξιολογείται χρηστικά, πουλιέται σαν «είδηση». Για να είναι ευπώλητη η είδηση πρέπει να εντυπωσιάσει, γι’ αυτό και υποτάσσεται ολοκληρωτικά στην προτεραιότητα του εντυπωσιασμού: εμπορευματοποιούνται οι εντυπώσεις, υποκαθιστούν την είδηση.

Αυτή μπορεί να είναι μια εξήγηση, γιατί δεν υπάρχουν πια και Γιορτές. Γιορτή είναι μια μεγάλη χαρά που κοινωνείται, μοιράζεται και μετέχεται από την κοινότητα. Την πραγματικότητα της «κοινότητας» δεν τη συγκροτούσε ο «καταμερισμός της εργασίας, η «κοινωνία της χρείας» – ο ωφελιμισμός μπορεί να οδηγήσει μόνο ώς τον «εταιρισμόν επί κοινώ συμφέροντι» (την societas). Δεν αρκεί η χρησιμοθηρία για να γεννηθεί «πόλις», «κοινότητα», «εκκλησία» (του δήμου ή των πιστών). Η χρησιμοθηρία γεννάει συμβάσεις, συμβόλαια, «συντάγματα», νάρθηκες θωράκισης ατομικών δικαιωμάτων – κατασφαλίζει τις βοσκηματώδεις υπάρξεις.

Η πόλις-κοινότητα-εκκλησία έχει άξονα συνοχής το «ιερό», δηλαδή το σημάδι-σημαίνον του αληθούς. Και α-λήθεια (εμφάνεια) είναι η φανέρωση, δηλαδή η εμπειρική πιστοποίηση (όχι η «δόξα»-δοξασία) του τρόπου της αθανασίας (του «αθανατίζειν»). Εμπειρική πιστοποίηση καθολικά κοινωνούμενη που γεννάει το γεγονός της Γιορτής.

Οι άνθρωποι σήμερα δεν ξέρουμε τη Γιορτή, ονομάζουμε «γιορτή» την προγραμματισμένη (ημερολογιακά) τέρψη ή διασκέδαση ή ευωχία – ατομοκεντρικές, εφήμερες ευχαριστήσεις. Θεωρούμε «γιορτή» έναν ξεχωριστό διάκοσμο της πεζής καθημερινότητας – λαμπιόνια, καμπανίτσες, πολύχρωμες μπαλίτσες, έλατα με γιρλάντες, πακεταρισμένα δωράκια, αλλοδαπές μουσικές. Η «αλήθεια» για μας σήμερα δεν είναι ο τρόπος της αθανασίας, που σημαίνεται μόνο με τη γλώσσα της Τέχνης ή της πολιτικής και εκκλησιαστικής πράξης. Για μας «αλήθεια» είναι η ορθότητα της κατανόησης, γι’ αυτό και η πολιτική πράξη έχει δώσει τη θέση της στην προπαγάνδα, στον διαφημιστικό εντυπωσιασμό, όπως και το εκκλησιαστικό γεγονός έχει υποκατασταθεί από το «κήρυγμα».

Λογαριάζουμε για «πολιτικούς» τους επιδέξιους χειριστές του λεκτικού εντυπωσιασμού, οσοδήποτε ψεύδος, απάτη ή μικρόνοια κι αν κομίζουν. Και λογαριάζουμε σαν λειτουργία «πατρότητας», εισόδου στον τρόπο της όντως ζωής, το κήρυγμα: την υποκατάσταση του εκκλησιαστικού γεγονότος από τη νέκρα της τυποποιημένης συναισθηματικής και ηθικοδιδακτικής φλυαρίας.

Η πολιτική δεν είναι πια υπούργημα που διακονεί την «κοινωνίαν της χρείας», είναι ντοπάρισμα και μέθη επιθετικής διαχείρισης εντυπώσεων, παράκρουση ευθέως ανάλογη με την ποδοσφαιρολαγνεία (ενδεικτική η παραλληλία «δελτίων ειδήσεων», πολιτικών και «αθλητικών», απανωτά μέσα στη μέρα). Και η Εκκλησία δεν είναι πια κοινότητα (ενορία και επισκοπή) όπου κοινωνείται το άθλημα του τρόπου της αθανασίας, είναι «επικρατούσα θρησκεία», με συνείδηση και οργάνωση κυρίαρχης ιδεολογίας, με όπλο κυριαρχίας το κήρυγμα: Πρωινό, εσπερινό, προφορικό, έντυπο, ραδιοφωνικό, τηλεοπτικό – κήρυγμα απόλυτα υπόδουλο στις πρακτικές της ιδεολογικής προπαγάνδας.

Η παρακμιακή αλλοτρίωση, στρέβλωση και παραποίηση της πολιτικής και της Εκκλησίας, συνοδεύεται (απολύτως λογικό) και από τη διαστροφική παράχρηση της λέξης έρωτας, ερωτικός. Σημαίνει πια η λέξη, στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, την πορνική, εμπορευματοποιημένη εκδοχή της σεξουαλικότητας. Τα πιο πολύτιμα, κορυφαία κατορθώματα πληρότητας της ζωής, τα υποτάσσουμε οι άνθρωποι στη χαμέρπεια του ατομοκεντρικού πρωτογονισμού. Αυτή η πιστοποίηση είναι οδύνη, αλλά και πρόκληση: Πάντοτε, μια «μαγιά» ανθρώπων θα σώζει την προτεραιότητα του πόθου για την αλήθεια της πολιτικής, την αλήθεια της Εκκλησίας, την αλήθεια του έρωτα.

Μαζί και την αλήθεια των Χριστουγέννων.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

Και κρεματόριο η κομματοκρατία


Προέλευση: www.yannaras.gr

Α​​πό τις δεκάδες τα καρβουνιασμένα κορμιά του φρικωδέστερου, του πιο εφιαλτικού θανάτου, κάποια βρέθηκαν αγκαλιασμένα. Στο Μάτι της Αττικής, στις 23 Ιουλίου του 2018. Οταν η κόλαση σε αγγίζει κατάσαρκα, δεν σου μένει άμυνα καμιά, μόνο ένα σφιχταγκάλιασμα. Είναι ο άρρητος αντίλογος στην αλογία του άδικου, μαρτυρικού θανάτου. Πότε και πώς γίνεται «κραταιά ως θάνατος η αγάπη», θα μένει πάντοτε αίνιγμα – «άδηλον παντί, πλην ή τω θεώ».

Εμείς «οι ζώντες, οι περιλειπόμενοι», θα επιβιώσουμε, όσο είναι γραφτό για τον καθένα μας, με ανεξίτηλη στις ψυχές μας την εικόνα του καρβουνιασμένου σφιχταγκαλιάσματος. Δηλαδή, με την ανίατη οργή και τον τρόμο, για τη μοίρα που μας έλαχε, να ζούμε, όχι σε κοινωνία ανθρώπων, αλλά σε αγέλη θηριωδίας και ασυνειδησίας.

Είναι περίτρομος ο βίος, όταν ζεις σε ένα δήθεν «κράτος», όπου όλες οι προϋποθέσεις και των εφιαλτικότερων απειλών παραμένουν άμεσες πιθανότητες, ενώ οι φυσικοί αυτουργοί της εκάστοτε κόλασης επιζούν ατιμώρητοι και ηγεμονεύοντες.

Ο καθένας μας (με εξαίρεση τους δοσίλογους συμπαίκτες των φυσικών αυτουργών) μπορεί να λογαριάσει τα μεγέθη πολιτικής διαφθοράς, κομματικού παρακράτους, ασύδοτης ψηφοθηρίας, που κραυγάζουν πίσω από τον εφιαλτικό θάνατο των συνανθρώπων μας στο Μάτι: Πόσοι υπάλληλοι της πολεοδομίας, επί πόσα χρόνια, χρηματίζονταν χυδαία και ατιμώρητα, για να συντελεστεί το οικιστικό εκεί αλαλούμ, πόσοι βουλευτές κάλυψαν εγκληματικές αυθαιρεσίες, πόσοι υπουργοί προστάτευσαν φονιάδες εργολάβους, πόσοι «λαδωμένοι» επιθεωρητές-ελεγκτές των εγκληματιών-υπαλλήλων κουκούλωσαν τη φρενίτιδα της παρανομίας.

Το Μάτι ήταν κατά 80% δασική περιοχή, προστατευόμενη, ο γενικός πολεοδομικός σχεδιασμός απέκλειε την οικοδόμησή του. Οικοδομήθηκε αυθαίρετα, ο χρηματισμός των πολιτικά υπεύθυνων ακύρωνε νόμους και διατάγματα. Αντί για δρόμους, οι εργολάβοι αυτοσχεδίαζαν στενάδια που οδηγούσαν κυριολεκτικά στον γκρεμό. Η χρηματολαγνεία των «δημόσιων λειτουργών» και η ψηφοθηρία των πολιτευόμενων μετέτρεψαν τελικά τον παραθαλάσσιο πευκώνα σε κλίβανο απανθράκωσης πανικόβλητων ανθρώπων.

Μια τέτοιου μεγέθους και τέτοιας φρίκης συμφορά, που προκύπτει από κακουργίες αδίστακτων παλιανθρώπων της πολιτικής και κρατικής εξουσίας, δεν ξορκίζεται με τριήμερο εθνικό πένθος, μεγαλόστομες πομφόλυγες και πολυδιαφημιζόμενα «μέτρα ανακούφισης των πληγέντων» – είναι εμπαιγμός. Σε μια ζωντανή κοινωνία μια τέτοια συμφορά, με τέτοια αίτια, γεννάει επανάσταση: Πεντακόσιες χιλιάδες Ελληνες, καρφωμένους στην πλατεία Συντάγματος, να απαιτούν υπηρεσιακή κυβέρνηση για αλλαγές καίριες στο πολίτευμα.

Δεν είμαστε πια μια ζωντανή κοινωνία, μια παρωδία κράτους είμαστε, μια παντομίμα, ένα «δήθεν» – δεν καταφέρνουμε ούτε καν τη στοιχειώδη κοινωνία αναγκών. Το «κράτος» λειτουργεί με τη λογική ποδοσφαιρικής ομάδας: Πλουτίζουν ακόρεστα και αδιάντροπα οι «παίκτες» και οι «παράγοντες» – ο λαός παθιάζεται και αφιονίζεται με το θέαμα.

Είναι εξωφρενικά παράλογο, ίλιγγος του απίστευτου, του τερατώδους: Να απειλείται ολόκληρος οικισμός από ανεξέλεγκτη πύρινη κόλαση και να μην υπάρχει ίχνος αστυνομικής παρουσίας – ένα περιπολικό, ένας ένστολος που να συντονίσει στοιχειωδώς την απομάκρυνση των κατοίκων, ένα στέλεχος της τοπικής αυτοδιοίκησης να δείξει ποιος δρόμος πάει στη θάλασσα και ποιος στον γκρεμό, ένας παπάς να σημάνει με την καμπάνα τον κίνδυνο.

Γεννάει μόνιμο και ανίατο τρόμο στον πολίτη, όχι το ενδεχόμενο μιας ακόμα, ενδεχόμενης θεομηνίας, ανεξέλεγκτης. Τρόμο τού γεννάει ο ανίατος, πανταχού παρών πρωτογονισμός, σε κάθε πτυχή της συλλογικής μας συνύπαρξης. Πριν από όλα, η φρίκη που μετασκευάζεται σε κερδοσκοπική ειδησεολαγνεία – κραυγαλέος και αδιάντροπος στόχος των «καναλιών», όχι η πληροφόρηση του πολίτη, αλλά η εμπορία των εντυπώσεων, να κερδίσουν ποσοστά τηλεθέασης, δηλαδή διαφημιστικό χρήμα, πουλώντας φρίκη και αποτροπιασμό. Αν γινόταν να αποτελέσει, έστω παρενθετική εξαίρεση η διοίκηση της ΕΣΗΕΑ: να βγει να καταγγείλει τον κατεξευτελισμό του δημοσιογραφικού υπουργήματος από τα εμπορικά κανάλια και την αηδιαστική χαμέρπεια των κυβερνητικών δημοσιογράφων.

Γεννάει ναυτία και σιχαμάρα η πληθωρική έκρηξη ενδιαφέροντος της κυβέρνησης για τα θύματα της κρατικής ανυπαρξίας και διαφθοράς στο Μάτι. Πώς βρέθηκαν αμέσως τόσοι πακτωλοί εκατομμυρίων, για να μπουκωθεί με ξιπασιές η λαϊκή οργή, μαζί με πλημμυρίδα από ρουσφέτια: διορισμούς, απαλλαγές, χαριστικές διατάξεις. Θα μείνει στην Ιστορία μνημείο ανθρώπινου ξεπεσμού και ευτέλειας, η εικόνα του ανεκδιήγητου Τζανακόπουλου, τη δεύτερη κιόλας μέρα του εφιάλτη: Να εξαγγέλλει φτηνιάρικους μπουναμάδες για όσους είδαν κατάματα τον χάρο στο Μάτι, μόνο επειδή τους έλαχε να ζουν στο Ελλαδιστάν.

Στις εκλογές, όποτε γίνουν, είναι οφειλή στην ανθρωπιά και αξιοπρέπειά μας, να μαυρίσουμε οι πολίτες με αποτροπιασμό τους χθεσινούς και σημερινούς υπαίτιους της φρίκης του θανάτου στο Μάτι.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018

Το έθνος μου είναι πολύ μικρό δια να διαπράξει τόσον μεγάλη ατιμίαν…


Προέλευση: dimitriskazakis.blogspot.com

Αυτό απάντησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στον Γερμανό πρέσβη όταν το 1915 του ζήτησε η Ελλάδα να διαρρήξει τη συνθήκη με την Σερβία. Η Γερμανία του Κάιζερ εκείνη την εποχή είχε ταχθεί υπέρ της «αυτονομίας της Μακεδονίας». Και ο Βενιζέλος ήξερε πολύ καλά ότι αν η Ελλάδα προδώσει τη Σερβία θα χάσει ότι είχε κερδίσει στους Βαλκανικούς πολέμους.

Οι αντίπαλοί του και κυρίως οι οπαδοί της ξενοκίνητης και ξενόδουλης μοναρχίας, ήταν έξαλλοι που ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός έδινε προτεραιότητα στις σχέσεις με τη Σερβία έναντι των αιτημάτων μιας κραταιάς αυτοκρατορίας. Πού ακούστηκε η Ελλάδα να προτάσσει τις σχέσεις της με ένα έθνος που προορίζεται να γίνει τροφή για τα κανόνια των μεγάλων αυτοκρατοριών της εποχής. Πού ακούστηκε η Ελλάδα να ασκεί δική της διεθνή πολιτική χωρίς να έχει προσαρτηθεί στο άρμα των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήξερε ότι ο μόνος τρόπος για να περιφρουρήσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στην Ήπειρο, την Μακεδονία και τη Θράκη ήταν πρώτα και κύρια μέσα από την τήρηση των συμμαχικών της υποχρεώσεων έναντι της Σερβίας. Κι αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Σερβίας σε όλα τα εδάφη που διεκδικούσαν οι κεντρικές αυτοκρατορίες (Αυστρία και Γερμανία). Συμπεριλαμβανομένων και της περιοχής του Κοσόβου, των Σκοπίων, αλλά και της περιοχής της παλιάς Οθωμανικής Μακεδονίας, που η Συνθήκη του Βουκουρεστίου 1913 είχε κατοχυρώσει υπό την κυριαρχία της Σερβίας.

Στην ελληνική Βουλή της εποχής, απατώντας ο Ελευθέριος Βενιζέλος σ’ όσους διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους ότι η πολιτική του υπέρ της Σερβίας εκθέτει την Ελλάδα στις Μεγάλες Δυνάμεις, έλεγε ότι «…εάν μεγάλα και ισχυρά Κράτη δύνανται και να παραβλέπουν κατά τας περιστάσεις τας εκ των συνθηκών υποχρεώσεις, ο κίνδυνος δι’ αυτά εντεύθεν είναι μικρός. Υπάρχει ισχύς μεγάλη, η οποία ίσως αναπληροί την ηθικήν δύναμιν, αλλά δια Κράτη μικρά, όπως η Ελλάς,… η αθέτησις συμμαχικών υποχρεώσεων θ’ απετέλει δια το Κράτος ατίμωσιν, της οποίας η Ελλάς ως εξ όλης της Ιστορίας της δεν ήτο αξία, ατίμωσιν δε η οποία θα καθίστα το Κράτος τούτο ανίκανον του λοιπού να εκτελέση την ιστορικήν του σταδιοδρομίαν.» (Βίβλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, τομ. 6ος, Αθήναι, 1979, σ. 107).

Και συνέχιζε: «Εάν είμεθα, Κύριοι, ικανώς ισχυροί, ώστε αυτοτελώς να χαράσσωμεν πολιτικήν προς κατάπραξιν των εθνικών μας αξιώσεων, θα εδεχόμην να συζητήσω σοβαρώς προς εκείνον, ο οποίος θα μοι έλεγεν ότι η ισχύς είναι υπεράνω του δικαίου και το συμφέρον υπεράνω των υποχρεώσεων. Αλλ’ όταν το Κράτος τούτο είναι μικρόν, συμβαίνει ώστε η τήρησις των ηθικών επιταγών να συμβιβάζεται τελείως προς τα υλικά συμφέροντα, προς τα συμφέροντα τα πολιτικά του Κράτους και να είναι αδιάσπαστος απ’ εκείνων.» (Ό.π.)

Σήμερα, ακόμη και ο κ. Κουτσούμπας εκ Περισσού θεωρεί ότι η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική χώρα κι επομένως ζητήματα όπως η εθνική κυριαρχία, ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση είναι χωρίς αντικείμενο. Σήμερα είναι αδιανόητο να μιλά κανείς για δίκαιο και υποχρεώσεις της χώρας μας που προκύπτουν από συνθήκες. Προέχει το συμφέρον των ισχυρών με τον πιο απόλυτο και ολοκληρωτικό τρόπο.

Αν ακολουθούσε η ελληνική ιθύνουσα τάξη την εποχή εκείνη την πολιτική Βενιζέλου, δηλαδή την πιστή τήρηση της συνθήκης Ελλάδας-Σερβίας, ίσως η Ελλάδα να απέφευγε τον εθνικό διχασμό. Ίσως η Ελλάδα να απέφευγε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από την Αντάντ με τη δικαιολογία της Γερμανοβουλγαρικής απειλής.

Όμως η ελληνική ολιγαρχία είχε ταχθεί με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, προσβλέποντας σε μια γρήγορη νίκη των κεντρικών αυτοκρατοριών. Είχε επενδύσει στα υπερκέρδη της Deutsche Bank, η οποία επιδίωκε διακαώς την «αυτονομία της Μακεδονίας» προς όφελος της Μεγάλης Βουλγαρίας.

Από τον Φεβρουάριο του 1915 ο Κωνσταντίνος καταλύει ουσιαστικά το ισχύον Σύνταγμα του 1911 με απανωτά πραξικοπήματα εναντίον της εκλεγμένης κυβέρνησης του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο λόγος είναι απλός. Ο Έλληνας πρωθυπουργός μιλούσε «ανευλαβώς» δια την μεγάλη σύμμαχον και κραταιάν Γερμανία, εκθέτοντας την Ελλάδα σε αντίποινα των Μεγάλων. Ο Βενιζέλος έπεφτε διότι δεν συνεμορφώθη προς τας έξωθεν υποδείξεις!

Ο Κωνσταντίνος διακήρυξε την «ουδετερότητα» για την Ελλάδα, αποκηρύσσοντας τις υποχρεώσεις της έναντι της Σερβίας. Η Βουλγαρία και οι βλέψεις της μετατράπηκαν εν μία νυκτί από «προαιώνιοι εχθροί της φυλής» σε προσφιλές κράτος για την ελληνική ολιγαρχία.

Οι Γερμανοί και Βούλγαροι επίσημοι άρχισαν να κατακλύζουν το Παλάτι και οι αυλικοί υπουργοί με ρεβεράντζες, δεξιώσεις και παράτες άρχισαν να καλλιεργούν το κλίμα «συμφιλίωσης». Ο τότε Βούλγαρος μοναρχικός πρωθυπουργός και πράκτορας των Γερμανικών συμφερόντων Ραντοσλάβοφ, έγινε ο προσφιλέστερος από τους πολιτικούς των Βαλκανίων.

Ο σλαβομακεδόνικος πληθυσμός της ελληνικής Μακεδονίας αναγνωριζόταν από το Παλάτι ως βουλγαρικός και οι διεκδικήσεις της Βουλγαρίας ως αντικείμενο διαβούλευσης. Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, μετά την ατιμία της μοναρχικής Ελλάδας προς την Σερβία, είχε πλέον μείνει κενό γράμμα. Όλα ξανά στο τραπέζι. Κάτι που βόλευε τόσο τις κεντρικές αυτοκρατορίες, όσο και τους αγγλογάλλους της Αντάντ.

Οι αργυρώνητες ελληνικές εφημερίδες εκθείαζαν την «ουδετερότητα» του Κωνσταντίνου. Ποτέ ξανά πόλεμος για την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό. Η ατιμία και η προδοσία ως μέσο ειρήνευσης και συμφιλίωσης.

Κι όταν οι Γερμανοβούλγαροι απαίτησαν την είσοδο των στρατευμάτων τους στη Μακεδονία, οι αυλικές κυβερνήσεις και το Παλάτι απάντησαν: βεβαίως, περάστε! Δηλαδή τι θέλετε; Να πάμε σε πόλεμο;

Κι έτσι με εντολή του Παλατιού στις 13 Μαΐου 1916 το οχυρό Ρούπελ παραδόθηκε αμαχητί για να εισέλθουν ανενόχλητα τα στρατεύματα της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στη Μακεδονία.

Από κακή όμως συνεννόηση η διαταγή του επιτελείου για την παράδοση του οχυρού δεν έφτασε στην ώρα της κι η ελληνική φρουρά αντιστάθηκε. Το Βερολίνο και η Σόφια δυσαρεστήθηκαν από το επεισόδιο γιατί η ελληνική πλευρά αθετούσε τις συμφωνίες. Αθετούσε τη συμφιλίωση με τη Βουλγαρία.

Αμέσως ο διορισμένος αυλικός πρωθυπουργός Σκουλούδης ζήτησε τηλεγραφικώς και ταπεινά συγνώμη:

«Μόλις επληροφορήθην χθες το επισόδειον, έδωκα αυτοστιγμεί λεπτομερείς οδηγίας εις τα στρατεύματά μας να υποχωρήσουν και να παραδώσουν τα ζητούμενα μέρη. Παρακαλώ εκ των προτέρων τον κύριον Ραδοσλάυωφ να δεχθή να με συγχωρήση δια το επισόδειον. Δεν υπήρξε κακή πρόθεσις, αλλ’ απλών παρεξήγησις.» (Βλ. Γ. Λαμπρινού, Η Μοναρχία στην Ελλάδα, ΠΛΕ, 1965, σ. 98.)

Μην μου πείτε ότι δεν σας θυμίζει Τσίπρα και Χερ Χαρούπογλου, κατά κόσμο Κ. Κοτζιά; Και βέβαια όλα αυτά στο όνομα της ειρήνης, της συμφιλίωσης και της «ουδετερότητας».

Τι διαφορετικό γίνεται σήμερα με την υπογραφή της δήθεν συμφωνίας με τα Σκόπια; Η ίδια λογική «επίλυσης» των διαφορών. Η ίδια πολιτική συμφιλίωσης, που θα οδηγήσει αναγκαστικά στον εθνικό ακρωτηριασμό της Ελλάδας και των Βαλκανίων.

Η πολιτική του Κωνσταντίνου τώρα δικαιώνεται. Για πρώτη φορά μετά την προδοσία του βασιλιά αναγνωρίζεται ξανά η «αυτονομία της Μακεδονίας» και μάλιστα με τη μορφή κυρίαρχου κράτους. Ποδοπατώντας τις υποχρεώσεις της Ελλάδας που απορρέουν από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913. Ποδοπατώντας δηλαδή την υποχρέωση της Ελλάδας να αναγνωρίζει τα Σκόπια ως περιοχή αδιαφιλονίκητης εθνικής κυριαρχίας της Σερβίας. Κανενός άλλου.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ρωτούσε ρητορικά τους αντιπάλους του στη συνεδρίαση της Βουλής της 22ας Σεπτεμβρίου 1915: «δύναται, κύριοι, ν’ αμφισβητηθή ουδ’ επί στιγμήν ότι η στερεά, η ασφαλής βάσις της εξωτερικής, της Εθνικής ημών πολιτικής έπρεπε και πρέπει να είναι η διατήρησις αντί πάσης θυσίας της ισορροπίας, της ισοδυναμίας, ας είπω την λέξιν, της κατασταθείσης δια της συνθήκης του Βουκουρεστίου;»

Οι βασιλόφρονες της εποχής εκείνης απαντούσαν στον Βενιζέλο, ότι ναι, μπορεί να υπάρξει διαφορετική βάσις της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας: η προσκόλληση στα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Όσο πιο προσκολλημένη είναι η Ελλάδα στα συμφέροντα των ισχυρών ξένων, όσο βλέπει τα δικά της συμφέροντα ταυτισμένα με τους επικυρίαρχους της Ευρώπης, τόσο καλύτερα για τη χώρα.

Η λογική αυτή - που σήμερα κυριαρχεί σε δεξιά και αριστερά - οδήγησε στον εθνικό διχασμό και τελικά στην εθνική τραγωδία του ελληνισμού της Εγγύς Ανατολής.

Από τότε έγιναν πολλές προσπάθειες να αναθεωρηθούν τα σύνορα στα Βαλκάνια από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Έγιναν πολλές προσπάθειες να χαλαρώσει, να αλλοιωθεί, ή να ακυρωθεί η Συνθήκη του Βουκουρεστίου.

Όμως, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις υπερασπίστηκαν – λιγότερο ή περισσότερο – τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου ως θεμέλιο λίθο της σταθερότητας και της ασφάλειας στα Βαλκάνια. Αναγνωρίζοντας ότι τυχόν ακύρωση της συγκεκριμένης συνθήκης δεν θα οδηγήσει απλά τα Βαλκάνια σε ολοκαύτωμα, αλλά και την Ελλάδα σε εθνικό ακρωτηριασμό.

Ο θεμέλιος λίθος της Βαλκανικής εξωτερικής πολιτικής από την εποχή του Βενιζέλου αναθεωρήθηκε εκ βάθρων με την αναγνώριση του κράτους των Σκοπίων από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Από τότε ξεκινά η αναθεώρηση των συνόρων όχι μόνο της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και της Ελλάδας με τις «γκρίζες ζώνες» και την ονοματοδοσία των Σκοπίων.

Η υπογραφή στις Πρέσπες φιλοδοξεί να γίνει η χαριστική βολή στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου για να ξεκινήσει ένας νέος γύρος εθνικών ακρωτηριασμών. Με επίκεντρο αυτή τη φορά την Ελλάδα.

Η Μακεδονία, η Θράκη, ακόμη και η Ήπειρος βγαίνουν στο σφυρί. Είδατε τι δήλωσε ο Χερ Χαρούπογλου της κυβέρνησης Τσίπρα; Ελπίζει να κλείσει τη συμφωνία με την Αλβανία πριν φύγει για διακοπές! Πάντα κατά τις εντολές του Φον Τζίφρεν.

Μόνο που σήμερα οι καρικατούρες αυτές του καλού ελληνικού κινηματογράφου μιας άλλης εποχής, έχουν πάρει σάρκα κι οστά για να κυβερνήσουν την Ελλάδα με τους ίδιους όρους που την κυβέρνησε κι ο προδότης βασιλιάς το 1915. Μόνο που σήμερα το όχημα για την αναδιάταξη των συνόρων προς το συμφέρον των αποικιοκρατών δεν είναι η Μεγάλη Βουλγαρία, όπως την εποχή του εθνικού διχασμού, αλλά η Μεγάλη Αλβανία υπό την ομπρέλα του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Μνημόσυνο στον Κώστα Τσιρόπουλο

Προέλευση: fractalart.gr

Δεκέμβριος 1971.

Στη στοά της Πανεπιστημίου 10, ένας δόκιμος της σχολής υπαξιωματικών Χωροφυλακής, παρατηρεί τα βιβλία στην προθήκη ενός μικρού βιβλιοπωλείου. Ανοίγει διστακτικός την πόρτα και ζητά ν’ αγοράσει δυο βιβλία: «Αυτοψία της εποχής» και «Η μαρτυρία του ανθρώπου». Συγγραφέας: Κώστας Τσιρόπουλος.

Καθώς ετοιμάζεται να βγει, ένας ευγενής κύριος, τον ρωτά αν τον ενδιαφέρει ο κόσμος της φιλοσοφίας και αν γνωρίζει τον συγγραφέα. Ο δόκιμος υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, συνεσταλμένος, απαντά πως προσπαθεί να τον γνωρίσει (τον χώρο της φιλοσοφίας), ενώ τον συγγραφέα για πρώτη φορά θα τον διαβάσει.

Ο ευγενής κύριος θα τον ρωτήσει:

«Από πού είστε;»

«Από τη Λάρισα, κύριε…»

Πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του κυρίου.

«Είμαστε πατριώτες. Κι εγώ Λαρισαίος είμαι. Χαίρομαι που σ’ ενδιαφέρει το βιβλίο και ασχολείσαι μ’ αυτό, αν και η Χωροφυλακή που υπηρετείς δεν φημίζεται για τις καλές σχέσεις της με το βιβλίο».

«Μου αρέσει το διάβασμα. Και κάπου – κάπου προσπαθώ να γράψω. Έχω δημοσιεύσει δυο-τρία διηγήματα στην τοπική εφημερίδα, την Ελευθερία…»

«Τι μου λες; Ο πατέρας μου, κάποτε, ήταν αρχισυντάκτης της Ελευθερίας, ο Ευάγγελος Τσιρόπουλος…»

Ο νεαρός δόκιμος υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, ξανακοίταξε τα εξώφυλλα των βιβλίων.

«Σεις είστε ο Κώστας Τσιρόπουλος;»

Ένα χαμόγελο του συνομιλητή του, τον βεβαίωνε πως βρισκόταν απέναντι στον συγγραφέα.

Νοέμβριος 1976.

Ο υπαξιωματικός της Χωροφυλακής επιστρέφει στην Αθήνα μετά από τέσσερα και κάτι χρόνια στα Σέρβια της Κοζάνης, στο Σκαλοχώρι Βοΐου, στο Λιβάδι Ελασσόνας. Στα χρόνια αυτά, συχνά ταξιδεύει στα δυο βιβλία τού Τσιρόπουλου, πασχίζοντας να μπει στον γοητευτικό στοχασμό του Τσιρόπουλου.

Εκείνο που τον καθηλώνει στις σελίδες των βιβλίων αυτών είναι η τρυφερότητα της διαλεκτικής τού συγγραφέα, καθώς εκείνος αντιμετωπίζει την ανθρώπινη αγωνία μέσα σε μια ολότητα ζωής με εντελώς συγχωρητική διάθεση.

Με λόγο θαρραλέο ο Τσιρόπουλος αποκαλύπτει έναν άλλο Χριστιανισμό, μιαν άλλη θρησκεία, εντελώς διαφορετική από εκείνη που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Είναι ο Χριστιανισμός των ταπεινών, είναι η θρησκεία της παρηγορίας, αυτή που αρνείται τόσο τα κοσμικά στοιχεία, όσο και τις προγονικές προκαταλήψεις.

Στην Αθήνα του 1976, ο αέρας της μεταπολίτευσης επιτρέπει τη γέννηση μιας άλλη πνευματικότητας. Νέοι συγγραφείς, νέα συνθήματα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνομιλεί με τον Μάνο Χατζιδάκι περισσότερο απ’ ό,τι με τους υπουργούς του. Η Μ. Μερκούρη απευθύνεται με επαναστατική διάθεση στις μάζες. Όλα μοιάζουν καινούργια.

Ο χώρος στη στοά της Πανεπιστημίου 10, γίνεται ένα κρησφύγετο και παράλληλα ένα ορμητήριο Ιδεών.

Με δέος παρακολουθώ τη σιωπή κάποιων ανθρώπων, που η πνευματικότητά τους δεν μετριέται με τα κοινά μέτρα και σταθμά. Κεντρικό θέμα στις συζητήσεις η αγωνία για τον Ελληνισμό, η διαλεκτική της δημοκρατίας, το νόημα της ελευθερίας.

Με τα τεράστια γυαλιά του ο Π. Κανελλόπουλος, συγχωρητικός και απολογητικός πρώτα με τον εαυτό του. Ήδη έχει κυκλοφορήσει το μεγαλύτερο από την «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» και ξέρει πως έχει αγκαλιάσει την αιωνιότητα.

Με τη σιωπή του ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος. Ξέρει πως ο τόπος απαλλοτριώνεται. Οι Έλληνες δεν αγαπάνε την Ελλάδα. Μετά την ογκώδη «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», ο μεγάλος Δάσκαλος ιδρύει και λειτουργεί στη γενέτειρά του την Ελευθέρα Σχολή Φιλοσοφίας «Ο Πλήθων». Γνωρίζει, όμως, πως η υπόθεση του Ελληνισμού είναι χαμένη, όπως γνώριζε και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, όταν αναλάμβανε την αυτοκρατορία, πως η Κωνσταντινούπολη ήταν χαμένη. Ο Κώστας Τσιρόπουλος από τις «Εκδόσεις των φίλων» εκδίδει τη μελέτη του «Το 21 και ο σύγχρονος Ελληνισμός». Αργότερα θα εκδώσει και το μεγάλο δοκίμιό του «Ευρώπη και Σοσιαλισμός».

Με τη γλυκύτητά του ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε ήδη εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στον Κώστα Τσιρόπουλο και στις «Εκδόσεις των φίλων» εμπιστεύεται την έκδοση των «Διαλόγων σε Μοναστήρι» και της «Πολιτικής». Αργότερα θα εκδώσει τα «Αισθητικά Μελετήματα», τη «Θεωρία της Τέχνης», τη «Λογοδοσία μιας ζωής» κ. ά.

Είναι οι τρεις της Χαϊδελβέργης.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος από τις «Εκδόσεις των φίλων» δίνει άλλη διάσταση στην πνευματική τους κατάθεση…

Και βέβαια δεν είναι μόνο αυτοί.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος συγκεντρώνει στον χώρο της «Ευθύνης» δεκάδες προσωπικότητες. Εκεί και ο αυστηρός Άγγελος Τερζάκης. Δέος μπροστά στον συγγραφέα της «Πριγκηπέσσας Ιζαμπώ». Ήδη η δημόσια τηλεόραση μεταφέρει τη «Μενεξεδένια Πολιτεία» του. Ήδη έχει εμπιστευθεί στον Κώστα Τσιρόπουλο το «Οι απόγονοι του Κάιν» και το «Ποντοπόροι».

Τον ακούω ένα βράδυ να διαβάζει ένα απόσπασμα από το εισαγωγικό του σημείωμα: «Γεννηθήκαμε ποντοπόροι, δηλαδή όντα που αρματώνουν καράβια, ξεκινάνε για νέες, άγνωστες ηπείρους και δεν ξέρουν ότι εκείνο που τους ξεσηκώνει τα μυαλά, που φουσκώνει την καρδιά τους, είναι η μαγεία του ωκεανού, ο έρωτας της περιπέτειας, το άγνωστο, που περιέχει ένα κυρίως ελκυστικό περιεχόμενο: Να είναι θανατηφόρο».

Στα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν μέχρι το θάνατό του, ο ευγενής κύριος Κώστας Τσιρόπουλος, – εκ Λαρίσης, που τον αγνοεί επιδεικτικά – θα συγκεντρώσει δεκάδες σημαντικότατα άρθρα – δοκίμια του Άγγελου Τερζάκη και θα να παραδώσει ως ανεκτίμητη κληρονομιά στις επόμενες γενιές, που θ’ αγνοήσουν προκλητικά τη σκέψη και το έργο τόσο του Τερζάκη, όσο και του Τσιρόπουλου. «Προσανατολισμός στον αιώνα», «Οδοιπόροι μιας εποχής», «Σε καμπή ιστορίας» κ.ά.

Εκεί, στο κρησφύγετο – ορμητήριο του Κώστα Τσιρόπουλου και άλλοι μεγάλοι. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο άνθρωπος που τόσο απλά μίλησε για τα προβλήματα της εποχής με το «Ο στοχασμός και ο λόγος», το «Ομιλίες της γυμνής ψυχής», το «Ο σύγχρονος άνθρωπος», το «Οι σκληροί καιροί», το «Ή σιωπή και ο λόγος», το «Ερήμην των Ελλήνων» και με άλλα πολλά.

Εκεί και ο φιλόσοφος Χρήστος Μαλεβίτσης με την πρωτοπόρα σκέψη του που τη δονούσε η μεταφυσική του Χριστιανισμού. Νεότερος όλων, μάλλον. Είχε ήδη εκδώσει τα δοκίμια «Προοπτικές» από το βιβλιοπωλείο της «Δωδώνης». Είχε γράψει ήδη την εκπληκτική παρουσίαση του μεγάλου Θεσσαλονικιού ποιητή – και αδικημένου – Γιώργου Θέμελη. Είχε ήδη τιμηθεί με το Βραβείο της Εθνικής Τραπέζης για το δοκίμιό του «Η εσωτερική διάσταση» και με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το «Η τραγωδία της ιστορίας». Δυο χρόνια μετά θα τιμηθεί από τη Ακαδημία Αθηνών για το «Αγραυλούντες» και αμέσως μετά «Οι εκδόσεις των φίλων» θα εκδώσουν το σημαντικότατο «Ο έγκοπος λόγος».

Η δραστηριότητα της μικρής παρέας που ηγείται ο Κώστας Τσιρόπουλος δεν σταματάει εδώ. Αυτό είναι ένα πολύ μικρό μέρος.

Οι «Εκδόσεις των φίλων» είναι ο κήπος μιας ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας που αντικρίζει κατάματα τη μεταφυσική του Χριστιανισμού, που αρνείται τον κοσμικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, που θέτει σε νέα βάση την αγωνία του ανθρώπου. Κάθε έκδοσή της αποτελεί και έναν σταθμό κριτικής σκέψης.

Όμως ο Κώστας Τσιρόπουλος δεν μένει μόνο στον δοκιμιακό του λόγο και στις εκδόσεις.

Επιχειρεί ένα θαρραλέο βήμα.

Είναι η εποχή που ο αριστερισμός γίνεται μόδα, σημαία, λατρεία. Άλλωστε στο βάθος του κάδρου ο πολιτικός με το ζιβάγκο ανοίγει τα χέρια του και επαγγέλλεται την πολιτική των φτωχών. Βγαίνει από τα αριστερά του Κ.Κ.Ε. ξεδοντιάζοντάς το. Ευαγγελίζεται για τους Έλληνες πολλά «έξω». Έξω από το ΝΑΤΟ, έξω από την ΕΟΚ, έξω απ’ οτιδήποτε φαντάζει δυναστευτικό.

Οι Έλληνες διανοούμενοι εμφανίζονται μάλλον αποπροσανατολισμένοι. Ο Κώστας Τσιρόπουλος, όμως, επιμένει. Δεν μπορεί να δει τη σωτηρία του ανθρώπου έξω από τον αυθεντικό λόγο της Ορθοδοξίας. Δεν μπορεί να δεχτεί μια διαλεκτική χωρίς την απόλυτη ελευθερία σκέψης. Έχει τ’ αυτιά του ανοιχτά σε κάποιες φωνές που έρχονται από την Ευρώπη και μιλούν για τη σύγχρονη τραγωδία του ανθρώπου. Πρόκειται για τις φωνές των αντιφρονούντων Ρώσων – και όχι μόνο – συγγραφέων και επιστημόνων.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος και οι άλλοι άνθρωποι της «Ευθύνης» προχωρούν στην ελληνική έκδοση του «ΚΟΝΤΙΝΕΝΤ», που είναι το «Ελεύθερο βήμα Ρώσων και ανατολικοευρωπαίων συγγραφέων». Ελληνικός τίτλος: «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ».

Σολζενίτσιν, Σαχάροβ, Ιονέσκο, Τζίλας, Μιδζέντι, Σιανιάφσκι, Μιχαήλοβ, Ντούμπτσεκ, Μαξίμοφ, Μπουλγκάκοφ, Χάβελ είναι κάποια από τα ονόματα που δημοσιεύουν την κριτική τους σκέψη – διαμαρτυρία απέναντι σε καθεστώτα που συνθλίβουν την προσωπικότητα του ανθρώπου.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος ξεγυμνώνει την αριστερή προπαγάνδα που ήθελε να παρουσιάζει τον κομμουνισμό ως σωτήρα της ανθρωπότητας, όταν στη Ρωσία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης εξοντώνονταν αδίστακτα χιλιάδες ελεύθερες συνειδήσεις. Ένα μικρό απόσπασμα από την «Αμφισβήτηση του κατεστημένου» (Εκδόσεις των φίλων – 1975), που είναι σαν να γράφεται για τις μέρες μας:

«Μπορούμε πάντως να πούμε πως μια καταπληκτικά οργανωμένη προπαγάνδα, με οξύτατη γλωσσική αίσθηση που ξέρει να ζυγιάζει σωστά κάθε λέξη και με βαθύτατη γνώση της ψυχολογίας των μαζών αλλά και της ψυχολογίας που δημιουργείται στα δημοκρατικά πολιτεύματα, κατόρθωσε ώστε τίποτα απ’ ό,τι ενδιαφέρει και αναφέρεται στον κομμουνισμό να μην ονοματίζεται με το αληθινό του όνομα. Το κομμουνιστικό κίνημα έτσι παρουσιάζεται πάντα από τους βιαστικούς κι επιπόλαιους συχνά δημοσιογράφους του Δυτικού κόσμου, με τον χαρακτηρισμό που εκείνο το ίδιο σοφά διάλεξε: ‘‘δημοκρατικές δυνάμεις’’, ‘‘προοδευτικές δυνάμεις’’, ‘‘φιλελεύθεροι πολίτες’’, και στις έσχατες περιπτώσεις ‘‘αριστερά’’ και κάποτε ‘‘άκρα αριστερά’’ – ενώ οι αντίπαλοι είναι πάντα ‘‘σκοταδιστές’’, ‘‘αντιδραστικοί’’, ‘‘οπορτουνιστές’’ κ.λ.π.».

Από τη μια η «ΕΥΘΥΝΗ» με τα αφιερώματά της, λοιπόν, από την άλλη η «Ευρωπαϊκή ΗΠΕΙΡΟΣ».

Η αγκαλιά των «Εκδόσεων των φίλων» διευρύνεται. Ο κύκλος μεγαλώνει. Απέναντι στο αστείο ως και γελοίο ερώτημα «πού είναι οι διανοούμενοι;» ο Κώστας Τσιρόπουλος και οι συν-μαχητές του έχουν να παρουσιάσουν τεράστιο έργο.

Αλλά ένας λαός που λατρεύει την υποκουλτούρα δύσκολα ν’ αναζητήσει έργα που αναγκάζουν τον νου να δουλέψει. Μένει στην ημιμάθειά του και στην χυδαία καραμέλα πως ξέρει τα πάντα.

Ας είναι…

Και ο θάνατος παρών…

Στις 23 Φεβρουαρίου ο Κώστας Τσιρόπουλος πεθαίνει. Το πληροφορούμαι νωρίς το απόγευμα, από μια ανάρτηση του Γιώργου Γκέλμπεση, που έχει αναλάβει τη «Νέα Ευθύνη», τη διάδοχη κατάσταση στον εκδοτικό χώρο της πορείας χάραξαν «Οι εκδόσεις των φίλων».

Με περιέργεια παρακολουθώ τα βραδινά δελτία ειδήσεων, όπως και τα πρωινά της επόμενης ημέρας. Ούτε μια λέξη. Αντίθετα, μαθαίνω για μια δημοπρασία που αφορά τουαλέτα της Λαίδης Ντι. Αν είχε βγει σε δημοπρασία και το σουτιέν της Μαντόνα, σίγουρα θα μάθαινα και λεπτομέρειες.

Ο Κώστας Τσιρόπουλος είναι ανύπαρκτος για τον δημοσιογραφικό κόσμο. Κανένας Αυτιάς ή Λυριτζής δεν θ’ ασχοληθεί μαζί του. Αν είχε πεθαίνει κανένας μόδιστρος ή κομμωτής θα μαθαίναμε μέχρι και πόσες αποτριχώσεις είχε κάνει. Η Ελλάδα συνεχίζει να πεθαίνει μέσα στην αφασία της. Η Διδώ Σωτηρίου είχε γράψει: «Οι νεκροί μπορεί να περιμένουν». Γιατί όχι;

Μόνο που κάποιοι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από τους ζωντανούς. Ένας απ’ αυτούς τους πολύ ζωντανούς νεκρούς θα είναι ο Κώστας Τσιρόπουλος. Άλλωστε ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα με τίτλο «Τα τροφεία» (26-5-1979) της συλλογής μελετημάτων του για φυσιογνωμίες του Νέου Ελληνισμού «Οι προλαλήσαντες» είχε γράψει για τους συνειδητούς και ανήσυχους, αναγνώστες και τους συγγραφείς που νικούν τον χρόνο:

«Από το ανυποψίαστο όμως άγγισμα ενός βιβλίου ως τον έρωτα των βιβλίων, η απόσταση είναι μεγάλη. Την γεμίζει η παιδεία του ανθρώπου, το περιβάλλον μέσα κι έξω απ’ το σπίτι, αλλά σύντομα η ίδια η ύπαρξη φανερώνει τον εαυτό της και παίρνει την πρωτοβουλία στη συμπεριφορά της προς τα βιβλία.

»Εκείνη θα νιώσει αν το βιβλίο την αφορά κι αν την ορίζει. Κι αν αποφασίσει να προχωρήσει μέσα στο μυστήριο του λόγου, τότε η συμπλοκή της με τα βιβλία τής αποκαλύπτει μια περίεργη, συγκλονιστική πραγματικότητα: πως ανάμεσα στους νεκρούς που λάμνουν μισοσκεπασμένοι στάχτη στ’ ανοιχτά της ζωής, υπάρχουν κάποιοι νεκροί που είναι πιο ζωντανοί απ’ τους ζωντανούς: οι συγγραφείς.

»Αυτοί, κρατώντας στο στήθος τους την αθανασία του λόγου κατορθώνουν να διαπλεύσουν την πικρή τη λήθη και την άσπλαχνη σιγή τού κόσμου ξορκίζοντας τον θάνατο με τις λέξεις…»

Να διαισθανόταν, άραγε, ο Τσιρόπουλος πως μετά το θάνατό του θα έμεινε ζωντανός για κάποιους, έστω λίγους, εκλεκτούς όμως αναγνώστες; Πιστεύω πως, ναι. Είχε την, απαραίτητη προς τούτο, αυτογνωσία αλλά είχε και τη σεμνότητα που τον διαφύλασσε από ολισθήματα που χαρακτηρίζουν κενούς ανθρώπους. Ο Τσιρόπουλος ήταν γεμάτος από πνευματική ζωή και από μια δυσεύρετη αριστοκρατία. Άλλωστε με τον θάνατο είχε, ως γνήσιος στοχαστής, ιδιαίτερη σχέση. Διαβάζω μια συνέντευξη του 1968, που είχε δώσει στον Θανάση Νιάρχο με αιτία την κυκλοφορία του πρώτου του μυθιστορήματος, τα «Φαντάσματα» και που περιλαμβάνεται στη συλλογή συνομιλιών του Νιάρχου «Πραγματογνωμοσύνη της εποχής» (Εκδόσεις των φίλων – αχρονολόγητο):

«Γιατί πεθαίνουμε, γιατί όλοι μας πρέπει κάποτε να πεθάνουμε∙ ερώτημα που σοβαρότερο και συγκλονιστικότερο, δεν μπορεί να υπάρξει για την ανθρώπινη ύπαρξη. Όταν μια εποχή – και τέτοια είναι η δική μας – δεν μπορεί να δώσει απόκριση στο ερώτημα αυτό, ο πολιτισμός της περνά κρίση και οι άνθρωποι παραφρονούν μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου».

Απέναντι στην πραγματικότητα του θανάτου ο Κώστας Τσιρόπουλος θα θέσει τη μεταφυσική και την παρηγορία της Ορθοδοξίας.

Στα 1981 – είναι 51 χρονών τότε – κυκλοφορεί το δοκίμιό του «Πολιτισμός του σώματος», επιχειρώντας ν’ αγγίξει την εσωτερική φωνή της Τέχνης. Εκεί η συζήτηση με τον θάνατο γίνεται απόλυτα χειροπιαστή. Δηλώνοντας πως «η δημιουργία, είτε καλλιτεχνική είτε ερωτο-σαρκική, είναι πράξη τραγική», καταθέτει συνάμα πως «Η αγωνία της δημιουργίας πολιτισμού υπάρχει, επειδή ο άνθρωπος αγωνίζεται να προλάβει τον θάνατό του».

Στο ίδιο δοκίμιο φτάνει στο παρακάτω συμπέρασμα:

«Ο Άγιος υπερβαίνει τον θάνατό του και τον θάνατο του κόσμου με τη μεταφυσική του πίστη. Ο Ποιητής, μ’ αίσθημα προσωπικής αθανασίας, προσπαθεί να μεταπλάσει τον κόσμο και τον εαυτό του, να τον αθανατίσει, να τον καθαρίσει από τον μολυσμό του θανάτου και να τον προσφέρει στους ανθρώπους ως μορφή αθανασίας, μορφή που βρίσκεται πέρα και πάνω από τον θάνατο».

Πλέον ο Τσιρόπουλος, πιο ζωντανός από ποτέ, δεν μένει εδώ. Σεβόμενος τις απόψεις του για τη ζωή και το θάνατο, για την αγωνία του ανθρώπου και τον Θεό, λέω πως μάλλον αναπαύεται στην αγκαλιά της μητέρας του. Αυτήν είχε και για πατέρα, αφού στα εννιά του, ορφάνεψε.

Για τον θάνατο άλλωστε της μητέρας του είχε γράψει και το απολογητικό του κείμενο «Μουσική», το 1989 (εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη), σκέψεις πάνω στη μουσική του Bruckner . Ξεχωρίζω ως επίλογο ένα αγωνιώδες ερώτημα:

«Αγάπης φωνές απελπισμένα φουντώνουν, δαγκώνοντας το σκληρό Ερώτημα: όποιος αγαπά, γιατί πεθαίνει;»

Λάρισα, Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017…

Η ώρα πλησιάζει εννιά το πρωί. Λέω να κλείσω εδώ το κείμενο που λίγο μετά τα μεσάνυχτα άρχισα να γράφω για τον σημαντικό συμπατριώτη, που είχα κάπου επτά χρόνια να συναντήσω. Θυμάμαι κάποια μικρά παράπονα για συμπατριώτες κι εφημερίδες, που προκλητικά τον αγνόησαν.

Όμως με παρηγορεί η σκέψη πως ο φίλος Κώστας Λάνταβος, όταν διηύθυνε το περιοδικό «Γραφή», είχε αφιερώσει ένα τεύχος της στον Κώστα Τσιρόπουλο. Είναι ένα συλλεκτικό πλέον τεύχος και όλη η τιμή ανήκει στον φίλο Κώστα, που και ο ίδιος με τη σειρά του αποτελεί μια παρηγορία γόνιμης δημιουργίας για την πόλη.

Ίσως κάποια μέρα ευαισθητοποιηθεί και κάποια δημοτική αρχή και σε κάποιο κεντρικό δρόμο της πόλης, δώσει το όνομά του, αλλά προβεί και στην ανατύπωση της «Γραφής», μήπως και…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Πάολες και παλικάρια γινήκαμε μαλλιά κουβάρια…

Προέλευση: imerodromos.gr

H Ελλάδα θα υποκλίνεται αιώνια στο έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Η οικουμένη επίσης. Ο ελληνικός λαός έχει το προνόμιο αυτό το έργο να ανήκει στα δικά του τιμαλφή. Και την ακόμα μεγαλύτερη τιμή να το μοιράζεται με όλον τον κόσμο.

Ο Χατζιδάκις είναι αιώνιος και αθάνατος. Θα παραμείνει στις καρδιές των ανθρώπων όσο υπάρχουν άνθρωποι. Θα παραμείνει στην καρδιά και στο μυαλό του ελληνικού λαού για όσο θα υπάρχει ελληνικός λαός.

Αυτονόητες διαπιστώσεις. Τόσο αυτονόητες όσο η διαπίστωση ότι ο Χατζιδάκις δεν έχει την ανάγκη «προστασίας» από κανέναν. Άλλοι έχουν ανάγκη να υποδύονται ότι τον «θυμούνται» και ότι «σέβονται» το έργο του την ώρα που φροντίζουν – λυσωδώς – να ρίχνουν στη λήθη το περιεχόμενό του.

Αυτό που ζούμε τις τελευταίες μέρες είναι ένας πληθωρισμός αναφορών στον συνθέτη και τούτο όχι με αφορμή το αειθαλές έργο του – που θα έπρεπε να αποτελεί καθημερινά αφορμή και έναυσμα για μια προσπάθεια πολιτιστικής ανάτασης – αλλά με αφορμή την ερμηνεία ενός τραγουδιού του από την τραγουδίστρια κυρία Πάολα στην τηλεοπτική εκπομπή του κ.Σπύρου Παπαδόπουλου.

Μεγάλη η ταραχή, λοιπόν. Μέγας και ο κοπετός. Αντιστοίχως με τα προπέρσινα όταν ο κ.Ρουβάς τραγούδησε το «Αξιον Εστί» του Μίκη: «Και είχε δικαίωμα να τραγουδήσει η Πάολα το τραγούδι»; «Και συνάδουν ο Χατζιδάκις και ο Γκάτσος με το είδος τραγουδιού στο οποίο αρέσκεται η κυρία Πάολα»; «Και πως το είπε η Πάολα, το είπε καλά ή το σκότωσε»;

Παρεμπιπτόντως, ανατρέχοντας στα βίντεο σύμφωνα με το δικό μας αυτί, μια χαρά το είπε η κυρία Πάολα το τραγούδι. Αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιτα… Όσον αφορά το θέμα τώρα ποιος έχει δικαίωμα να τραγουδάει το οτιδήποτε, αυτό κρίνεται πολλαπλώς. Ένα κριτήριο είναι, ας πούμε, αν έχει συναίσθηση τι τραγουδάει κι αυτός που τραγουδάει κι αυτοί που τον ακούνε.

Αλλά αυτό δεν λύνεται με «αστυνομικούς όρους». Διότι αν λυνόταν έτσι, τότε δεν θα ευδοκιμούσε – επί παντός του επιστητού – το φαινόμενο «Πάολες και παλικάρια γινήκαμε μαλλιά κουβάρια». Κατά τα λοιπά, προσωπικώς, θεωρούμε ως ασφαλή βάση για το δικαίωμα του καθενός να εκφράζεται με όρους καλλιτεχνικής δημιουργίας τη σκέψη του Νερούντα: Η ποίηση, έλεγε, δεν ανήκει σε αυτούς που τη γράφουν, ανήκει σε αυτούς που τη χρειάζονται.

Το ερώτημα, επομένως είναι άλλο: Το σύστημα που πουλάει, που προωθεί, που αποθεώνει το «προϊόν Πάολα» – και όχι την τραγουδίστρια ή την κοπέλα Πάολα – ποια ποίηση διδάσκει, τι καλλιεργεί, ποια εκπαιδευτική, εκπολιτιστική, ψυχαγωγική πυξίδα έχει; Τι θέλει; Ενα λαό εξοπλισμένο με τα εργαλεία που του επιτρέπουν να αναγνωρίζει τον ποιητή ή θέλει ένα λαό που θα αντιλαμβάνεται σαν «ποίηση» ό,τι μαλακία κατεβάζει ο «ποιητής εκ του προχείρου έχων τη μορφή του χοίρου»;

Τουτέστιν και επί της (κατά τη γνώμη μας) ουσίας, χωρίς πολλές κουβέντες και χωρίς φιοριτούρες: Το απίθανο, αλλά και συνάμα το αποκαλυπτικό για το που έχουν οδηγήσει τα πράγματα οι ιθύνοντες της τάξης των «εκπολιτιστών» μας που τυγχάνουν και κλειδοκράτορες της βιομηχανίας του θεάματος είναι ότι:

Το κράτος μας
  • επί δεκαετίες – και πολύ καιρό προ κρίσης – διαθέτει λιγότερο από το 0,50% των εσόδων του προϋπολογισμού για τον Πολιτισμό,
  • χρόνια τώρα έχει προχωρήσει στη διά νόμου ιδιωτικοποίηση της Τέχνης ξεπουλώντας την πολιτιστική κληρονομιά στους κάθε λογής «χορηγούς» της αρπαχτής,
  • οι «σωτήρες» του διέπρεψαν στο να εξοστρακίζουν κάθε τι το λαϊκό σαν παρωχημένο και ταυτόχρονα να ανοίγουν τα ταμεία στους φορείς της υποκουλτούρας και της αισθητικής κατάπτωσης,
  • η σχέση τους με τον πολιτισμό ήταν όπου βρίσκονταν και στέκονταν να «ξεσκονίζουν» τους κοσμικούς κυρίους που το παίζουν και ολίγον «ευεργέτες» της Τέχνης,
  • λειτούργησαν ως ενορχηστρωτές της αποβλάκωσης μέσω του σερβιρίσματος της καθημερινής ιλουστρασιόν απολίτιστης βαρβαρότητας στο «πόπολο»,
  • έφτασαν να μαγαρίζουν τους στίχους του Ρίτσου για να διαφημίζουν τα «Fame story» τους,
  • αξιοποίησαν τους τηλεβόες των δημόσιων συχνοτήτων σαν σούπερ μάρκετ διακίνησης και επιβολής του πολιτικού, πολιτιστικού και αισθητικού κατιμά.

Ε, λοιπόν, σε αυτό το κράτος με αυτό το μιντιακό ρουλεμάν είναι που ο Χατζιδάκις ακούγεται… από σπόντα. Ετσι τα κατάφεραν ώστε το θέμα να μην είναι ο Χατζιδάκις (αυτός καθ’ αυτός), το θέμα να μην είναι το έργο του (αυτό καθ’ αυτό), αλλά αν η κυρία Πάολα είχε ή δεν είχε «δικαίωμα» να τραγουδήσει Χατζιδάκι.

Έχουν φέρει, δηλαδή, τα πράγματα στο σημείο (και εδώ το μικρότερο μέρος ευθύνης προφανώς το έχει η κυρία Πάολα) που αντί να μιλάμε για τον Χατζιδάκι με αφορμή τον ίδιο τον Χατζιδάκι, να ακούγεται επι ματαίω το όνομα του Χατζιδάκι με αφορμή την Πάολα.

Ως εκ τούτου – και χωρίς καμία διάθεση υπεροψίας – δεν νιώθουμε καμία έκπληξη για όλο αυτό το κατιναριό στο οποίο επιδόθηκαν και οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος: Από τη μια οι δυσκοίλιοι της «αριστοκρατικής» διανόησης – χίλιες φορές καλύτερη η αυθεντικότητα της Πάολας από τον φραγκολεβαντινισμό τους – που ό,τι πιο λαικό και να τους δείξεις αυτοί «σκυλάδικο» και «παρακμή» θα το βαφτίσουν. Κι από την άλλη τα εξίσου σαλονάτα πεκινουά του δημόσιου λόγου που το παίζουν «αιρετικοί», «απελευθερωμένοι» και του «λιμανιού» παριστάνοντας τους πολύ «προχώ» κάθε φορά που βαφτίζουν «λαϊκότητα» το λουμπεναριό.

Έτσι κι αλλιώς, και οι προστάτες της Πάολας και οι προστάτες του Χατζιδάκι, ευκαιρία βρήκαν για να πουλήσουν μούρη στα φέισμπουκ, τη δική τους μόστρα θέλησαν να κάνουν με την ευκολία που προσφέρει στην αναξιότητά τους το «πιπεράτο» – νομίζουν – του θέματος.

Αλλά, μην τρελαθούμε κιόλας: Σιγά μην απειλείται ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ελύτης, ο Λειβαδίτης, ο Ρίτσος από την Πάολα, ή σιγά μην έχουν ανάγκη όλοι αυτοί της συνηγορίας των αυτόκλητων «προστατών» τους.

Αντιθέτως ανάγκη προστασίας έχουμε όλοι οι υπόλοιποι. Καθότι στο ερώτημα «Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;/ Πότε θα `ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι/ να συνοδεύσουνε την βλακεία/ στην τελευταία της κατοικία;» (Νίκος Γκάτσος «Ελλαδογραφία»), η απάντηση παραμένει ίδια: «’Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα»…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Είναι η βαρβαρότητα

«Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.

Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι «πρακτικοί άνθρωποι» -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν, είναι χαρακτηριστικό.

Εκείνοι βλέπουν το τίποτα. Εμείς το πάν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας -και της εποχής μας.»

Από τη συνέντευξη Τύπου του Οδυσσέα Ελύτη, που δόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1979, στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία με αφορμή την αναγγελία για τη βράβευση του έλληνα ποιητή με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Σημείο του ξεπεσμού

ἄγαλμα γυναίκας μέ δεμένα χέρια
Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγώ σέ πρσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Ἀπό μακριά ἐξαπατᾶς.
Θαρρεῖ κανείς πώς ἔχεις ἐλαφρά ἀνακαθήσει
νά θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο πού εἶδες,
πῶς παίρνεις φόρα νά τό ζήσεις.
Ἀπό κοντά ξεκαθαρίζει τό ὄνειρο:
δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τά χέρια σου
μ’ ἕνα σκοινί μαρμάρινο
κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου
κάτι νά σέ βοηθήσει νά ξεφύγεις
τήν ἀγωνία τοῦ αἰχμάλωτου.
Ἔτσι σέ παραγγείλανε στό γλύπτη:
αἰχμάλωτη.
Δέν μπορεῖς
οὔτε μία βροχή νά ζυγίσεις στό χέρι σου,
οὔτε μία ἐλαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα εἶναι τά χέρια σου.
Καί δέν εἴν’ τό μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.
Ἄν κάτι πήγαινε ν’ ἀλλάξει
στήν πορεία τῶν μαρμάρων,
ἄν ἄρχιζαν τ’ ἀγάλματα ἀγῶνες
γιά ἐλευθερίες καί ἰσότητες,
ὅπως οἱ δοῦλοι,
οἱ νεκροί
καί τό αἴσθημά μας,
ἐσύ θά πορευόσουνα
μές στήν κοσμογονία τῶν μαρμάρων
μέ δεμένα πάλι τά χέρια, αἰχμάλωτη.
Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγώ σέ λέω γυναίκα ἀμέσως.
Ὄχι γιατί γυναίκα σέ παρέδωσε
στό μάρμαρο ὁ γλύπτης
κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου
εὐγονία ἀγαλμάτων,
καλή σοδειά ἀκινησίας.
Γιά τά δεμένα χέρια σου, πού ἔχεις
ὅσους πολλούς αἰῶνες σέ γνωρίζω,
σέ λέω γυναίκα.
Σέ λέω γυναίκα
γιατ’ εἴσ’ αἰχμάλωτη

. Από τα «Ποιήματα» της Κικής Δημουλά, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Η σύγχρονη εθνική γενοκτονία

Προέλευση:news247.gr

Τόσα χρόνια, ένας άνθρωπος μόνος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Γιατί είμαστε μόνιμα στην "κορυφή της βλακείας". Νεκροί και ζωντανοί νεκροί από τη γενοκτονία του σήμερα. Το σοκ διαρκείας που χρειάζεται ο Έλληνας, για να αποσπαστεί η προσοχή του από την τσέπη του. Ο Αναστάσιος Μαρκουίζος, γνωστός ως Ιαβέρης, μιλά στο NEWS 247.

Ο παλιός οδηγός αγώνων Αναστάσιος Μαρκουίζος, γνωστός ως Ιαβέρης, πριν λίγες ημέρες συγκλόνισε με τα στοιχεία που παρουσίασε στη Βουλή, για τη γενοκτονία που συντελείται με τα τροχαία στους ελληνικούς δρόμους. Λίγες μόλις ημέρες μετά, η είδηση του θανάτου του Παντελή Παντελίδη σε τροχαίο προκάλεσε σοκ στο πανελλήνιο, υπενθυμίζοντας σε όλους, πόσο τραγικό και άδικο είναι, να χάνεται ένας άνθρωπος στην άσφαλτο.

Ο Ιαβέρης μιλά στο NEWS 247 για την αναγκαία αλλαγή φιλοσοφίας και όσα τραγικά έπονται ενός τροχαίου, από τον θάνατο και τον αποχωρισμό του αγαπημένου σου ανθρώπου σε μία τελετή φρίκης μέχρι το να τον έχεις ήδη αποχωριστεί, "βλέποντας το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει, ενώ εκείνος είναι ένας ζωντανός νεκρός".

Τι φταίει για το γεγονός ότι ενώ άλλες χώρες έχουν επιτύχει σημαντική μείωση στα τροχαία, η Ελλάδα τα τελευταία 60 χρόνια έχει 60% αύξηση; Η παιδεία, τα λανθασμένα κι επικίνδυνα πρότυπα που αντιγράφουν τα παιδιά και ο ρόλος των πολιτικών και των ΜΜΕ, που απαξιώνουν την είδηση ενός τροχαίου. "Ο πολιτισμός ενός λαού φαίνεται στην κουλτούρα του καθ'οδόν", λέει μεταξύ άλλων ο κ. Μαρκουίζος, προτείνοντας εξοντωτικές οικονομικά και ψυχολογικά ποινές και πρόστιμα, για να μην αφήσει άλλος την τελευταία του πνοή στους δρόμους...

Ο κ. Μαρκουίζος αναφέρεται ξανά και ξανά στα τραγικά στοιχεία, που αποδεικνύουν το έγκλημα στους ελληνικούς δρόμους, παραλληλίζοντας τον σεβασμό με τον οποίο στεκόμαστε μπροστά στη γενοκτονία των Ποντίων, με αυτόν που θα έπρεπε να επιδεικνύουμε μπροστά στη γενοκτονία του σήμερα.

"Κανείς δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος της εξόντωσης των πολιτών, καθώς τα θύματα, σε ποσοστό που ξεπερνάει το 80% είναι άνθρωποι μικρότεροι των 35 ετών, που σημαίνει ότι όσοι πεθαίνουν σε αυτές τις ηλικίες, όπως πέθανε ο Παντελής ο Παντελίδης, 33 ετών, πεθαίνουν πριν κάνουν παιδιά. Το μέγιστο πρόβλημα είναι αυτό, μιλάμε για μείωση πληθυσμού. Γιατί αυτοί που φεύγουν ή αυτοί που σακατεύονται και μένουν ανάπηροι, παθαίνουν αυτά τα τραγικά, πριν γεννήσουν. Κι αυτό λέγεται γενοκτονία. Κι όταν καθόμαστε με σεβασμό μπροστά στη Γενοκτονία των Ποντίων, πρέπει να καθόμαστε με σεβασμό και μπροστά στη γενοκτονία των Ελλήνων σήμερα".

"Αλλά αυτό δεν το αντιλαμβάνεται κανένας. Γι αυτό θα δείτε, ότι όλο το σύστημα των ΜΜΕ και το πολιτικό δεν αναπαράγει καθόλου το θέμα της ζωής και της ακεραιότητας και της οικογενειακής ευτυχίας, παρά μόνο το πορτοφόλι του Έλληνα. Ε το πορτοφόλι έχει ένα όριο. Δεν υπάρχει ούτε καν η αναφορά, ενώ θα έπρεπε η είδηση αυτή να παράγει και κοινωνικότητα. Πριν μερικές μέρες, στην Ερμιόνη Αργολίδας τρία νεαρά Ελληνόπουλα, σκοτώθηκαν σε τροχαίο δυστύχημα. Παραπέμπεις στο τι είναι αυτή η απώλεια, τι σημαίνει για τον μπαμπά, τι σημαίνει για τη μαμά, ποιος φταίει, τι παιδεία είχαν, πώς μεγάλωσαν, γιατί χάθηκαν άδικα", λέει χαρακτηριστικά.

Όπως σημειώνει, το πρόβλημα είναι επιπλέον και απαξιωτικό και οικονομικό.

"Συζητάνε, συζητάνε για το χρέος και το ασφαλιστικό. Μα ακόμα κι αυτά τα θέματα, που συζητούνται κάθε μέρα από ανόητους, δεν είναι παρά αποτέλεσμα αυτής της άθλιας κουλτούρας και συμπεριφοράς των Ελλήνων στον δρόμο. Γιατί αυτό που αποκωδικοποιείται και αποδεικνύεται περίτρανα από τη συμπεριφορά καθ'οδόν, είναι η κουλτούρα και ο πολιτισμός. Πολιτισμός δεν είναι να πας στο Μέγαρο και να υποκριθείς, ακούγοντας κλασική μουσική και μετά να μπεις στο αυτοκίνητο έχοντας πιει και να βγεις από το αυτοκίνητο και να αρπάζεσαι και να είσαι απαξιωτικός και ασεβής και λίγο πριν να υποκρίνεσαι, ότι έχεις κουλτούρα. Αυτό είναι διαπιστωμένο από το σύνολο των πολιτών άλλων χωρών της Ευρώπης, που αναρτούν και ταξιδιωτικές οδηγίες, που λένε, μην πηγαίνετε στην Ελλάδα με αυτοκίνητο, μην νοικιάζετε αυτοκίνητο στην Ελλάδα, μην οδηγείτε στους δρόμους, οι δρόμοι είναι τραγικοί, φτιαγμένοι από άθλιους κατασκευαστές και η παραλαβή έχει γίνει από άθλιους παραλήπτες, οι οδηγοί έχουν τριτοκοσμική έως υποκοσμική κουλτούρα. Γι'αυτόν τον λόγο δεν έχουμε σημαντικό τουρισμό στην ενδοχώρα, για 9 μήνες, όχι τους τρεις μήνες που έρχονται στα νησιά, όλα τα αποβράσματα που οδηγούν γουρούνες μεθυσμένα. Μιλάμε για τον τουρισμό υψηλού επιπέδου, που είναι ο αγροτουρισμός, ο αρχαιολογικός τουρισμός, ο θρησκευτικός, όπου κάποιος εύπορος πολίτης της Ευρώπης θα έρθει και θα πάει στους Δελφούς, θα δει τα αρχαία, θα πάει στο Γαλαξίδι, θα φάει και με όλα αυτά, θα αφήσει λεφτά. Αυτοί δεν έρχονται λοιπόν".

Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να μην φερόμαστε σαν ραλίστες στο τιμόνι; Γιατί δεν βλέπουμε την πραγματικότητα; Ο Ιαβέρης προσπαθεί, μεταφέροντας την εικόνα της δυστυχίας των ζωντανών νεκρών, να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου σε όσους τυχερούς, δεν έχουν εμπλακεί ακόμη σε τροχαίο.

"Φταίει η οδηγική παιδεία και η ανοησία, η ασυνειδησία, ο ζαμανφουτισμός. Και ο δρόμος βέβαια δεν φυτρώνει μόνος του, κάποιος τον κατασκευάζει. Δεν είναι μόνος υπεύθυνος ο οδηγός, όπως λένε οι ανόητοι των υπουργείων. Είναι ο παράγων άνθρωπος, είτε οδηγεί είτε είναι συνεπιβάτης είτε γιατρός που ανανεώνει διπλώματα σε γέρους είτε είναι δάσκαλος που δεν διδάσκει είτε είναι αυτός που φτιάχνει δρόμους ή αυτός που συντηρεί αυτοκίνητο και δεν είναι καλός μηχανικός. Το βασικό πρόβλημα πάντως είναι η ασυνειδησία και η ανοησία", λέει ο Ιαβέρης περιγράφοντας τις βασικές αιτίες πίσω από τα τροχαία στην Ελλάδα.

"Θεριεύει το έγκλημα, γιατί υπάρχει μία αδιαφορία. Κάθε μέρα πέντε άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους, άλλοι τόσοι μένουν ανάπηροι, τετραπληγικοί με μάσκα οξυγόνου, χωρίς να λειτουργεί το μυαλό τους. Ζόμπι, διασωληνωμένοι, καλωδιωμένοι, που τρέφονται με ορούς. Κι αυτή είναι μια χειρότερη, πάρα πολύ χειρότερη μορφή από τον θάνατο. Γιατί άλλο να μπεις σε μία διαδικασία, να χάσεις τον άνθρωπό σου ξαφνικά και απρόβλεπτα και να πας να τον αποχωριστείς σε μία τελετή φρίκης κι άλλο να τον έχεις αποχωριστεί ήδη και να τον έχεις κάθε μέρα και να τον βλέπεις, να ανεβοκατεβαίνει το στήθος του, αλλά αυτός να είναι ζωντανός νεκρός", λέει ο Ιαβέρης.

Γνωστός για το ότι δεν "φυλάει" τα λόγια του, ο Ιαβέρης σοκάρει με τις περιγραφές και τις φρικιαστικές λεπτομέρειες. Ο παλιός μπασκετμπολίστας του Πανιωνίου Μπόμπαν Γιάνκοβιτς, είχε μείνει παράλυτος, χτυπώντας το κεφάλι του στην μπασκέτα, με ταχύτητα μόλις 5χλμ την ώρα.

"Έχουμε άλλους 15-20 μόνιμα ανάπηρους, σαν τον Γιάνκοβιτς, σε αναπηρικό καροτσάκι κι αναφέρθηκα στον Γιάνκοβιτς, θέλοντας να υπονοήσω, ότι η ταχύτητα με την οποία ο Γιάνκοβιτς έμεινε παραπληγικός ήταν 5χλμ την ώρα. Η ταχύτητα που χτύπησε το κεφάλι του στην μπασκέτα, ήταν 5χλμ την ώρα. Να έχουν όλοι κατά νου, ότι ζώνη φοράμε από την ώρα που μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και ιδιαίτερα αυτοί που κάθονται πίσω, γιατί έχουν επτά φορές περισσότερες πιθανότητες, να εκτοξευτούν έξω", λέει.

Σε ρεπορτάζ που προβλήθηκε πριν λίγες μέρες στην τηλεόραση για τον θάνατο του Παντελή Παντελίδη, δημοσιογράφος ανέφερε επανειλημμένα, επικαλούμενος πηγές από την Ασφάλεια, ότι θα μπορούσε να έχει σωθεί, αν δεν φορούσε ζώνη. Ο κ. Μαρκουίζος δεν μπορεί να κρύψει την οργή του.

"Είναι ηλιθιότητα και μάλιστα είναι επικίνδυνα ηλίθιο να λέει κανείς, ότι μπορεί να σωθεί κανείς, αν δεν φοράει ζώνη. Και ιδιαίτερα πίσω, αυτοί που εκτοξεύονται πρώτοι είναι αυτοί που κάθονται στα πίσω καθίσματα. Φεύγουν και σαν τη 'μακριά γαϊδούρα' φεύγουν προς τα μπρος και σκοτώνουν τους μπροστινούς με ένα βάρος 5,5 τόνων... 5.500 κιλά είναι σαν φορτηγό, που έρχεται από πίσω και λιώνει τον μπροστινό επιβάτη στη ζώνη, αν φοράει ζώνη ή στο ταμπλό αν δεν φοράει ζώνη", προσθέτει. Άλλωστε, όπως υπογραμμίζει, ο Παντελίδης δεν φορούσε ζώνη και ο θάνατός του προήλθε από τα τραύματα που του προκάλεσε στο σώμα η λαμαρίνα, που διαπέρασε το αυτοκίνητο.

Γιατί απαξιώνονται τα τροχαία ως είδηση, παρά τον τρομακτικό αριθμό των ανθρώπων που χάνονται καθημερινά στους δρόμους; Όπως λέει ο κ. Μαρκουίζος, δεν είναι η αφέλεια, αλλά η έλλειψη παιδείας και η ηλιθιότητα που μας κάνουν να πιστεύουμε, ότι δεν θα συμβεί σε μας.

"Έχουμε κι άλλους 50-60 τραυματίες κι όλο αυτό σημαίνει, ότι είναι σαν να πέφτει κάθε μέρα ένα μικρό αεροσκάφος της αεροπλοΐας με 20 επιβάτες, σε κατοικημένη περιοχή. Να σκάει μέσα στη Ν.Σμύρνη, στα Λιόσια, στην Κηφισιά, στη Λάρισα, στα Γιάννενα, στη Θεσσαλονίκη. Θα ήταν είδηση για τα ΜΜΕ; Ο ίδιος αριθμός υπάρχει και στους δρόμους και απαξιώνεται.

Όταν έχεις στόχο την τσέπη σου και κοιτάς όλη μέρα τα λεφτά που δεν έχεις και είσαι μιζεριασμένος και κακομοιριασμένος και θυμωμένος και το μυαλό σου βλέπει τα προβλήματά σου και τα μάτια σου στέλνουν εικόνες από αυτά που σκέφτεσαι, δεν βλέπουμε αυτά που κοιτάνε τα μάτια μας, αλλά αυτό που σκέφτεται ο βλάκας κι αυτό λέγεται αφηρημάδα. Το να πιστεύεις, ότι δεν θα συμβεί σε σένα, δεν είναι αφέλεια, αλλά έλλειψη παιδείας και ηλιθιότητα. Όταν βλέπει κάποιος, ότι δεν υπάρχει κάποιος που να μην έχει στο περιβάλλον του κάποιον που να έχει πεθάνει ή τραυματιστεί σοβαρά ή εμπλακεί σε τροχαίο κι απλά έτυχε να τη γλιτώσει, ε τότε πρέπει να είναι ηλίθιος, για να μην καταλαβαίνει, ότι έρχεται κι η σειρά του".

Πέρα από τους αριθμούς των νεκρών και σοβαρά τραυματιών όμως, υπάρχουν και τα στοιχεία, που απεικονίζουν την οικονομική "αφαίμαξη" του κράτους, ως αποτέλεσμα των τροχαίων.

"Έχουμε 600 δισ. ευρώ τα τελευταία 60 χρόνια πεταμένα, ματωμένα στον δρόμο. Το 300% του ΑΕΠ δηλαδή, που σημαίνει ότι αν είχαμε κάνει το 50% μείωση στα τροχαία των Λετονών ή των Κυπρίων και δεν ήμασταν μόνοι μας στην κορυφή της βλακείας, θα είχαμε 300 δισ. ευρώ χρήματα εξοικονομημένα, να περισσεύουν για τα κοινωνικά ταμεία, που κοινωνικό ταμείο σημαίνει χρήματα για την υγεία, την παιδεία, την ανθρωπιστική βοήθεια, τους ανθρώπους που πεθαίνουν. Αντί όμως αυτά τα χρήματα να πηγαίνουν στα κοινωνικά ταμεία, πηγαίνουν για να διορθώσουν τις εγκληματικές αλητείες των αληταράδων στον δρόμο", τονίζει ο Ιαβέρης.

Γι' αυτό και προτείνει εξοντωτικές ποινές και πρόστιμα, που θα απαξιώνουν ακόμη και την ύπαρξη εκείνου που προκάλεσε τον θάνατο ή την παράλυση άλλου, ως απειλή, ώστε να αναγκαστεί να προσέχει στον δρόμο. Συνέβη σε άλλες χώρες και πέτυχε, όπως μας λέει. Στη Λετονία και στην Κύπρο, τα τροχαία μειώθηκαν κατά 60%, στη Σουηδία κατά 99%.

"Για να μπουν κάμερες στον δρόμο, χρειάζεται ανθρώπινο προσωπικό, για να επεξεργαστούν τις κατά χιλιάδες εισερχόμενες εικόνες αλητείας και εγκλημάτων. Θα πρέπει δηλαδή, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Θα πρέπει να προσληφθούν και αστυνομικοί, για να ελέγχουν τους δρόμους. Πριν μερικούς μήνες, ένας υπουργός με λαϊκισμό είπε, να μειωθούν τα πρόστιμα γιατί ο κόσμος δεν έχει λεφτά. Λες και τα πρόστιμα πηγαίνουν, με βάση το ποιος έχει χρήματα κι όχι με τη βαρύτητα του εγκλήματος. Μπροστά στον νόμο, ο εφοπλιστής που είναι πάμπλουτος κι ένας άλλος που είναι φτωχός, πρέπει να αντιμετωπιστούν με τον ίδιον τρόπο. Θα πρέπει να υποστούν τις ίδιες συνέπειες του νόμου. Επειδή ο Έλληνας αγαπάει τα λεφτά του και είναι ικανός να πουλήσει και τη ζωή του ακόμα για τα λεφτά του, πρέπει να τιμωρηθεί, να φοβηθεί, με την έννοια ότι αυτό το πρόστιμο που βεβαιώθηκε από ραντάρ, και από ανθρώπους που προσλήφθηκαν γι' αυτό και θα αποστέλλεται στην Εφορία, θα μάθει ότι κάθε φορά που περνάει με κόκκινο, που παραβιάζει τα σήματα, οδηγεί μεθυσμένος, που καταστρατηγεί τον Κώδικα, θα πληρώνει τεράστια πρόστιμα γι'αυτά που έχει συνηθίσει μέχρι τώρα. Το να είναι το πρόστιμο 500, 600 ευρώ και να μπορείς να το πληρώνεις με έκπτωση 50% αν το πληρώσεις με μετρητά, δηλαδή κάνεις απόπειρα φόνου και το πληρώνεις με έκπτωση. Έτσι δεν θα έχεις ποτέ συνείδηση ότι έχεις κάνει κακουργηματική πράξη", λέει χαρακτηριστικά.

"Εγώ λέω αυτό το 10χίλιαρο, γιατί ο κάθε ανασφάλιστος εργαζόμενος κοστίζει στον ερδοτότη 10.500 ευρώ. Όταν ο ανασφάλιστος κοστίζει 10.000 ευρώ, ο ανάπηρος πόσο κοστίζει; Έτσι, θα φοβάται ότι δεν θα μπορεί να πληρώσει, θα θέλει να διαφυλάξει το πιο πολύτιμό του, την τσέπη του και μέσα από τον φόβο αυτόν, θα προστατεύσει τη ζωή τη δική του, της γυναίκας του, των παιδιών του και δεν θα καταστρέψει και τη ζωή των άλλων. Στο εξωτερικό υπάρχει αυτό. Υπάρχουν οι διώξεις, η αστυνόμευση και η καταστολή. Αλλά η σειρά είναι, πρώτα ενημερώνω κι ευαισθητοποιώ μέσα από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις πόσο σημαντικό είναι, και πόσο μπορεί να αλλάξει η ζωή... ή να περπατάει ο μπαμπάς δίπλα στο φέρετρο του παιδιού, το νεκροφίλημα... Αυτό στο εξωτερικό υπάρχει εδώ και 50 χρόνια, εμείς δεν έχουμε ξεκινήσει ακόμα. Μετά στο σχολείο, με ενημερωμένους και ευαισθητοποιημένους δασκάλους που θα επικοινωνούν με τα παιδιά, δεν θα τα διδάσκουν, είναι συναίσθημα αυτό, είναι τρυφεράδα. Και μετά έρχεται η Αστυνομία, η οποία κάνει πρόληψη, παρακολούθηση, νουθεσίες και τελικά για τους αμετανόητους, θα υπάρχουν τα εξοντωτικά πρόστιμα, μαζί με κοινωνικές υπηρεσίες".

Όταν περνάς ένα κόκκινο φανάρι και κάνεις ένα έγκλημα, θα πηγαίνεις στο ΚΑΤ και στο Ασκληπιείο Βούλας, για να κάνεις για τρεις μήνες κοινωνικές υπηρεσίες. Δηλαδή, θα σφουγγαρίζεις δίπλα στους γονείς που υπογράφουν για ακρωτηριασμό, που παίρνουν τα παιδιά τους στο φέρετρο, που σπρώχνουν το αναπηρικό καροτσάκι. Για να καταλάβει αυτός ο εγκληματίας, ότι μετά το φανάρι τον περίμενε αστυνομικός, ενώ όλους αυτούς τους περίμενε ο χάρος. Τους κάνουμε αιμοδότες... είσαι σύγχρονος βρυκόλακας που χύνει το αίμα άλλων, άρα θα έρχεσαι κάθε τέσσερις μήνες και θα δίνεις αίμα και τους κάνουμε και δότες ζωτικών οργάνων, λέγοντας ότι με τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι και επιτίθεσαι και εκτίθεσαι, θα πεθάνεις, οπότε εξουσιοδοτείς το κράτος και τα μάτια σου, την καρδιά σου και τα νεφρά σου, χωρίς καμία καθυστέρηση, γιατί είσαι ενήλικας και δεν θα μπούμε σε διαδικασία με τον μπαμπά σου, να τα πάρουμε και να τα δώσουμε σε κάποιον που αξίζει να ζει. Το αποτέλεσμα θα είναι, να εναντιωθούν στον εαυτό τους, να πουν ότι δεν είναι ανταλλακτικό, δεν είναι σκουπίδια, είναι άνθρωποι που τους αγαπάνε, τους περιμένει ο μπαμπάς τους, η κοπέλα τους, η παρέα τους. Με αυτή τη σκέψη έκαναν 60% μείωση στα τροχαία τους... στη Λετονία αυτό. Εμείς, την ίδια ακριβώς εποχή, κάναμε 60% αύξηση. Μιλάμε για χαοτικές αποστάσεις και δεν μιλάμε για τη Σουηδία, που έχει 99% μείωση στα τροχαία. Είναι μία τεράστια μάστιγα, είναι ένας πόλεμος με όπλο το αυτοκίνητο. Είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο των τελευταίων 60 ετών. Όταν είναι παρκαρισμένο όπλο δεν είναι, αλλά μετατρέπεται σε όπλο, όταν μπει μέσα το βλήμα".

Όπως μας λέει ο Ιαβέρης, η συντριπτική πλειοψηφία των τροχαίων, που προκαλούν θανάτους και αναπηρίες είναι μέσα στις πόλεις, με πολύ μικρές ταχύτητες. Η ταχύτητα για να μείνει κανείς παράλυτος, αν δεν φοράει ζώνη, είναι η ταχύτητα με την οποία τραυματίστηκε ο Γιάνκοβιτς.

"Υπάρχει ένας μύθος στο μυαλό των Ελλήνων σχετικά με τα όρια ταχύτητας. Το 87% των θανάτων και αναπηριών δημιουργούνται από ταχύτητες κάτω των 40 χλμ την ώρα, μέσα στις πόλεις. Το 3% είναι στο εθνικό δίκτυο τύπου Κορίνθου - Πατρών και το 10% στο επαρχιακό δίκτυο. Τα δύο τελευταία είναι μετωπικές συγκρούσεις. Το ίδιο και σε όλους τους παράλληλους δρόμους στο εθνικό δίκτυο, που πηγαίνουμε γιατί κοστίζουν πολύ τα διόδια. Αλλά το μεγαλύτερο έγκλημα γίνεται μέσα στις γειτονιές, που παρασύρονται παιδιά, ποδηλάτες. Ακόμα κι αν συγκρουστούν δύο αυτοκίνητα, αν κάποιος δεν φοράει ζώνη, η ταχύτητα για να μείνει κάποιος ανάπηρος είναι η ταχύτητα που ο Μπόμπαν Γιάνκοβιτς, ο μπασκετμπολίστας του Πανιωνίου, χτύπησε το κεφάλι του στην μπασκέτα".

"Με το που μπαίνεις στο αυτοκίνητο, πρέπει να φοράς αμέσως ζώνη. Δεν επιτρέπεται, οι μαμάδες να κρατάνε τα παιδιά στην αγκαλιά τους. Γιατί η μαμά, αν τρακάρει το αυτοκίνητο μέσα στην πόλη, μετατρέπεται σε μία σύνθλιψη 3 τόνων. Είναι σαν να βάζουμε το παιδί μεταξύ ενός τοίχου και ενός αυτοκινήτου κι από θέση στάσης, να ξεκινήσει ένα φορτηγό και να κάνει πίτα το μωρό. Είναι η ίδια δύναμη, η μαμά είναι σαν το φορτηγό εκείνη την ώρα. Αυτήν την εικόνα, με ένα παιδί ανάμεσα σε τοίχο και αυτοκίνητο, το κάνεις φιλμάκι και το βάζεις να παίζει στην τηλεόραση. Σκεφτείτε, ότι αν αυτό παίξει στην τηλεόραση, δεν θα υπάρξει μαμά που θα ξαναπάρει το παιδί της αγκαλιά στο αυτοκίνητο. Τα σποτάκια στο εξωτερικό, που έχουν αλλάξει τη ζωή των Ευρωπαίων, δεν είναι τόσο στη σύγκρουση, αλλά στο μετά τη σύγκρουση. Δεν με νοιάζει το πώς θα τρακάρουν, αν είναι εντυπωσιακό... γελάω, γιατί σήμερα τα παιδιά παίζουν στο διαδίκτυο... Είναι να δω, ότι μετά από αυτή τη βλακεία, θα μπει στο σπίτι το φέρετρο. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το νεκροφίλημα παιδιού. Και οι πολίτες στην Ευρώπη νιώθουν έναν τρόμο και σκέφτονται, ότι δεν θέλουν να τους συμβεί αυτό. Αυτό πρέπει να γίνει κι εδώ".

"Χρειάζεται ένα σοκ διαρκείας, σε ώρες υψηλής τηλεθέασης. Η τηλεόραση επηρεάζει τους ανθρώπους, σαν παιδεία που ξεκινάει και τελειώνει από το σπίτι. Η παιδεία δεν διδάσκεται, είναι αντιγραφή αυτού που βλέπεις στο σπίτι. Και τα σποτάκια αυτά, αυτό είχαν ως στόχο. Να αλλάξουν οι άνθρωποι τις συμπεριφορές τους και μετά είτε σαν δάσκαλοι είτε σαν αστυνομικοί είτε σαν πολιτικοί να το κάνουν με περισσότερο ενδιαφέρον. Ανεξίτιλα καταγράφεται στο μυαλό ενός παιδιού αυτό που βλέπει μέχρι τα 6 του χρόνια. Έτσι είναι και οι τοπικές διάλεκτοι, ένα κρητικόπουλο ολοκληρώνει την ομιλία της κρητικής διαλέκτου του, μέχρι τα 6 του χρόνια. Κι αν πάς να μιλήσεις μαζί του πριν πάει στο Δημοτικό, είναι ένα Κρητικόπουλο. Αν τον αφήσω και φύγω και γυρίσω μετά από 20 χρόνια και έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο κι έχει πάρει πτυχίο κι έχει μάθει ξένες γλώσσες, αυτός θα είναι πάντα ο Μανολιός το Κρητικόπουλο, γιατί δεν μπορεί να αποβάλει τις καταγραφές σε έναν άγραφο δίσκο, από την πρώτη του μέρα μέχρι τα 6 χρόνα του".

Ο Ιαβέρης είναι ένας μόνος, που φωνάζει χρόνια για τους κινδύνους και κυρίως για τις τραγικές συνέπειες των τροχαίων. Γιατί όμως δεν γίνεται κάτι σε συλλογικό ή εθνικό επίπεδο; Γιατί δεν κάνουν κάτι οι πολιτικοί, για να περιοριστεί η "γενοκτονία";

Γιατί αυτοί που διαχειρίζονται τη ζωή των πολιτών από κουτοπόνηρους πολίτες που τους έχουν διαλέξει με ιδιοτέλεια, για να βολευτούν και να εξυπηρετηθούν, στερούνται του ήθους. Είναι ένα κομμάτι στρεβλής σκέψης του ανάγωγου πολίτη και θέλουν να επιστρέψουν, αυτό που ο μάγκας ψηφοφόρος τους ζητάει. Κανένας Έλληνας πολίτης δεν ζήτηση προστασία της ζωής του και των παιδιών του από τα οδικά εγκλήματα. Αντίστροφα, έχετε ακούσει κανέναν από αυτούς τους καραγκιόζηδες, ότι θα γλιτώσουν τη ζωή των ψηφοφόρων τους από το οδικό έγκλημα; Υπόσχονται μόνο κάτι που έχει να κάνει με τις συντάξεις και τα λεφτά τους. Άρα, δεν μπορεί να υπάρξει διόρθωση, γιατί αυτοί που καλούνται να πάρουν αποφάσεις για τη ζωή των ανθρώπων είναι ανίκανοι, να διαχειριστούν τον εαυτό τους. Δείτε όλους τους υπουργούς πάνω στις μοτοσικλέτες και στα αυτοκίνητα, χωρίς κράνη και χωρίς ζώνη. Και οι ίδιοι συμμετέχουν στο κομμάτι της οδικής εξόντωσης και το βοηθάνε ακόμη περισσότερο, γιατί οι ίδιοι είναι πρότυπα. Και οι ίδιοι είναι ανίκανοι να προστατεύσουν τον εαυτό τους, αν τους συμβεί κάτι, πώς θα γλιτώσει για παράδειγμα ο Βαρουφάκης χωρίς κράνος ή ο πρωθυπουργός ο νυν ή ο προηγούμενος ή ο αστυνομικός, που μπαίνει χωρίς ζώνη στο αυτοκίνητο; Τι παράδειγμα δίνουν στα παιδάκια, όταν περνάει ένα περιπολικό και είναι πίσω ο ένστολος χωρίς ζώνη ξαπλωμένος; Απλώς του ενισχύει το λάθος που βλέπει από τον μπαμπά του και τον παππού του".

"Πρέπει να μαζέψουν οι μεγάλοι τις μαγκιές τους, για να γλιτώσουν τα παιδιά τους. Αυτό που χρειάζεται στους Έλληνες, είναι η αυτοεκτίμηση. Να σκεφτεί ο καθένας, πόσο σημαντικοί και αναντικατάστατοι και λατρεμένοι είναι για την οικογένειά τους. Πόσο τραγικό θα είναι, αν φύγουν από τη ζωή ή σακατευτούν για τους ανθρώπους τους. Ο Παντελής σήμερα, τι έμεινε στην οικογένειά του; Μόνο μία πίκρα στη μαμά, τον μπαμπά και τα αδέλφια του. Ο καθένας πρέπει, κάθε μέρα που φεύγει από το σπίτι του, κάνοντας μία σωστή αυτοεκτίμηση, να δεσμεύεται πριν κλείσει την πόρτα πίσω του και να παίρνει την απόφαση, ότι το απόγευμα θα ξαναφέρει στην αγκαλιά των παιδιών του, τον μπαμπά τους", καταλήγει.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Δυο λόγια για την ημέρα των Τριών Ιεραρχών

Προέλευση: blogvirona.blogspot.gr

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου

Δρ. Θεολογίας, εκπαιδευτικός

Ομιλία του γράφοντος, ως Προέδρου της Δημοτικής Επιτροπής Παιδείας του Δήμου Βύρωνα, προς τους εκπαιδευτικούς των σχολείων του Δήμου Βύρωνα, την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015 (εκδήλωση του Δήμου).

Με τα δυο λόγια που θα πω, θα ζητήσω να αναμετρηθούμε με τη μνήμη μας. Λέω «να αναμετρηθούμε», διότι η μνήμη είναι περίεργη δύναμη του ανθρώπου. Μπορεί να γίνει ευλογία, μπορεί να γίνει και κατάρα. Κατάρα γίνεται όταν με κρατά αιχμάλωτο στο παρελθόν, ευλογία γίνεται όποτε φωτίζει τον βηματισμό μου στο τώρα.

Θέλοντας, λοιπόν, να αναφερθώ στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, δεν θα σας ζητήσω να στρέψουμε τη μνήμη μας στο παρελθόν· ούτε όμως και να αδειάσουμε από μνήμη. Σας ζητώ να στρέψουμε τη μνήμη μας στο μέλλον.

Κοντεύουν 30 χρόνια από την ημέρα που ξεστομίστηκε μια φράση με τεράστιο φορτίο, μια φράση η οποία σηματοδότησε τις εξελίξεις στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι η φράση της Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργού τότε της Μεγάλης Βρετανίας, «Δεν υπάρχει κοινωνία. Υπάρχουν μόνο άτομα». Είναι το σλόγκαν του νεοφιλελευθερισμού και των δυνάμεων οι οποίες, ακριβώς στις μέρες μας, σπάζουν την έννοια του κοινωνικού, αποσαθρώνουν τις συλλογικές ταυτότητες, και στα θρύψαλά τους αφήνουν μονάχα ιδιωτικές τροχιές: ιδιωτική ευημερία ή ιδιωτική εξαθλίωση. Ιδιωτικές ευημερίες, που χτίζονται πάνω σε ιδιωτικές εξαθλιώσεις.

Αν τους Τρεις Ιεράρχες δεν τους κάνουμε άνευρα σύμβολα, αλλά αντέξουμε να ακούσουμε τη φωνή τους, θα ακούσουμε έναν λόγο επαναστατικό, εντελώς επίκαιρο, μια στάση ζωής σε ρήξη με ό,τι ψευτίζει τον άνθρωπο. Οι πόλεις, είχε πει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι γεμάτες από άγιες τράπεζες. Όχι όμως απλώς από πέτρινες άγιες τράπεζες μέσα στις εκκλησίες. Έμψυχες άγιες τράπεζες, κορυφαίες άγιες τράπεζες –είπε– είναι οι εξαθλιωμένοι και οι περιθωριακοί που ζουν στα βρωμερά σοκάκια. Αυτοί, τα υποπροϊόντα σήμερα του νεοφιλελευθερισμού, στην οπτική των Τριών Ιεραρχών γίνονται οι ύψιστες φανερώσεις του ίδιου του Χριστού. Στην οπτική του Χρυσοστόμου, του Βασιλείου, του Γρηγορίου, η μεταφυσική πίστη και η αλληλεγγύη δεν βρίσκονται σε αντίθεση, αλλά ακριβώς το αντίθετο: σε εντελή όσμωση.

Τι είναι για μένα ο άλλος; Τι είναι ο ξένος και ο διαφορετικός; Ενόχληση; Απειλή; Όρος της ύπαρξής σου, απαντούν οι Τρεις Ιεράρχες. Και αναπτύσσουν μιαν ανθρωπολογία, όπου η μοναδικότητα του κάθε προσώπου δεν σημαίνει άτομο περίκλειστο στα συστατικά του, αλλά υποκείμενο που αληθεύει μόνο στο βαθμό που αγαπητικά ανοίγεται στον άλλον. Μια ανθρωπολογία οικουμενική, πανανθρώπινη, που δεν αναγνωρίζει περιούσιους λαούς και ανώτερα έθνη, αλλά μόνο ανθρώπους, παιδιά του ίδιου Θεού. Απέναντι σ’ αυτή την ανθρωπολογία (στην οποία ουσιαστικά ανταμώνουν όλοι οι άνθρωποι που έχουν έγνοια για το δίκιο και την αδελφοσύνη), ορθώθηκε κατά τον 20ό αιώνα το δαιμονικό: το σκοτάδι που χωρίζει τους ανθρώπους σε πλήρεις τάχα ανθρώπους και σε υπανθρώπους. Μόλις προχθές συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από την απελευθέρωση του Άουσβιτς. Αλλά κι αυτό, δεν είναι ένα κλεισμένο παρελθόν. Οι βρικόλακες του ναζισμού εγείρονται από τους τάφους τους και διεκδικούν ψυχές – πάνω απ’ όλα, ψυχές νεανικές. Τι έχουν γράψει οι εγχώριοι εκπρόσωποί τους σε ένα μανιφέστο με τίτλο «Η Άρεια θρησκευτικότητα»; Χλευάζουν τον Χριστιανισμό και καταλήγουν: «Τον Χριστιανισμό χαρακτηρίζει η μεσσιανική ελπίδα, […] η προκατάληψη υπέρ των ‘καταπιεσμένων’ […]. Γι’ αυτό ο Χριστιανισμός είναι ο μπολσεβικισμός της αρχαιότητας».

Φίλες και φίλοι, αγαπητοί συνάδελφοι,

έχουν μεγάλη σημασία οι κοινοί εορτασμοί, αν δεν βαλτώνουν σε φιέστες. Οι κοινοί εορτασμοί είναι (οφείλουν να είναι) οι μέρες στις οποίες η κοινωνία ανασαίνει στον δημόσιο χώρο, για να συνευρεθούν οι άνθρωποι, να συζητήσουν, ακόμα και να διαφωνήσουν. Και, πάντως, όχι να πνιγούν μοναχικά, σε ατομικές τροχιές. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία χρόνια η γιορτή των Τριών Ιεραρχών έχει γίνει θολό τοπίο, ολίγον αργία και ολίγον εργάσιμη, ολίγον γιορτή και ολίγον κενό, ούτε γιορτή ούτε κενό. Για τους λόγους που προανέφερα, θεωρώ καταστροφική (αλλά βολική για τον νεοφιλελευθερισμό) την απεμπόληση εορτών, και μάλιστα τέτοιων σαν τη σημερινή. Μιλώ ευθέως και ειλικρινά. Δεν έχει να κάνει με την πίστη ή με την απιστία καθενός από μας. Έχει να κάνει με την ανάγκη ενός φόρουμ για την παιδεία. Και είναι ωραίο, που η σημερινή γιορτή έχει ονοματεπώνυμο (τα ονόματα των Τριών Ιεραρχών), διότι οι διαδρομές των ανθρώπων δεν γίνονται με αριθμούς, όπως οι δρόμοι των αμερικάνικων μεγαλουπόλεων. Γίνονται με ονόματα, με καημούς, με αίμα λαών, με προσφυγιά, με αγώνες. Ο Μ. Βασίλειος έγραψε πύρινο λόγο «Κατά Τοκιζόντων», πράγμα που σημαίνει κριτική στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της εποχής του. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πέθανε στην εξορία, κατατρεγμένος από την αυτοκρατορική εξουσία στη οποία ασκούσε κριτική, και από την πλουτοκρατία της Κωνσταντινούπολης, η οποία υποστήριζε ότι η ανέγερση λεπροκομείου θα υποβάθμιζε την αξία των ακινήτων της. Ο άγιος Γρηγόριος παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο, λόγω της έχθρας φανατικών χριστιανών. Είναι ωραίο που πορευόμαστε με ζωντανές παρακαταθήκες αληθινών ανθρώπων: του Δημήτρη Γληνού, της Ρόζας Ιμβριώτη, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Τάσου Λειβαδίτη… Όχι για να ομογενοποιηθούμε. Αλλά για να θρέψουμε το κοινωνικό. Δεν γίνεται να πορευτούμε στην ιστορία με άδειες αποσκευές!

Οι δάσκαλοι έχουμε ένα φορτίο ιδιαίτερο. Να μάθουμε στους μαθητές μας όχι τι να σκέφτονται, αλλά να σκέφτονται. Άσκηση στον στοχασμό, άσκηση στην ευθύνη, άσκηση στην αμφισβήτηση. «Μη αποκνήσωμεν προς την έρευναν» (: Μη βαρεθούμε, μην κουραστούμε να ερευνούμε). Και «επειδή δυσθήρατος η αλήθεια, πανταχόθεν ημίν εξιχνευτέα» (: Επειδή δύσκολα συλλαμβάνεται η αλήθεια, απ’ όλες τις μεριές πρέπει να την αναζητάμε): Λόγια του Μ. Βασιλείου. Μια παιδεία που θα μαθαίνει τα παιδιά μας να μη γίνονται δούλοι, μια παιδεία που δεν θα κάνει τον άνθρωπο διεκπεραιωτή, αλλά θα τον ικανώνει να ‘ναι στοχαστής όποια δουλειά κι αν κάνει, είναι το νερό που χρειάζονται οι οδοιπορίες μας. «Μην αμελήσετε», μας είχε πει ο Μιχάλης Κατσαρός. «Πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία».

«Μη αποκνήσωμεν προς την έρευναν». Να το πω διαφορετικά; Ο ίδιος ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μου ζητάει να το πω διαφορετικά. Ο ίδιος είχε υπογραμμίσει τη δυνατότητα του ανθρώπου, «καινοτομείν τα ονόματα». Να μιλά, δηλαδή, στο σήμερα με γλώσσα δημιουργική, δροσερή, σημερινή. Σαν τροπάριο, λοιπόν, στη σημερινή γιορτή, εγώ θα έβαζα τους στίχους ενός σημερινού δημιουργού, του Γιάννη Αγγελάκα. Και μου αρέσουν, διότι δεν είναι στίχοι αυτοδοξαστικοί, αλλά μας βάζουν μπροστά στο υπεροχότερο δίλημμα του ανθρώπου: στο δίλημμα μεταξύ ευθύνης και μιζέριας:

«Βγήκες στον δρόμο, κι άρχισες να σκούζει και να λες
πως γρήγορα κουράστηκες για ‘κει που `χες να πας.
Μα οι βαλίτσες που φορτώθηκες είναι όλες αδειανές.
Πες μου, γιατί
πες μου, γιατί
γιατί τις κουβαλάς;».
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

«Δεν είναι αριθμολογικό το πρόβλημα της Ελλάδας, είναι αξιακό»

Προέλευση:sciencearchives.wordpress.com

Σε συζητήσεις και συνεντεύξεις με ουσία και βάθος, ο Έλληνας φιλόσοφος, διανοητής και συγγραφέας δεκάδων βιβλίων εκφράζει, χωρίς φόβο, με πάθος, απόψεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα, ειδικά στις ημέρες που διανύουμε.

O Στέλιος Ράμφος αποτελεί παράδειγμα διανοουμένου, ο οποίος εδώ και χρόνια ευρίσκεται επί των επάλξεων και μετά παρρησίας παίρνει θέση, διαφωτίζοντας όλους όσους αναζητούν να κατανοήσουν καινά ερμηνεύσουν τη συλλογική πολιτισμική συμπεριφορά αυτού του έθνους. Ο Ράμφος είναι φανερό ότι άκουγε πάντα «τη βουή των πλησιαζόντων γεγονότων», κατά τον μεγάλο Αλεξανδρινό… »

«Ζούμε σήμερα και στην Ελλάδα την κρίση της μετανεωτερικότητας. Πρόκειται για ιστορικο-πολιτικό προϊόν του ‘89. Τότε έπεσαν τα σύνορα, διπλασιάστηκαν οι διαστάσεις του κόσμου, οι ταχύτητες αυξήθηκαν και η κίνηση του χρήματος έγινε ιλιγγιώδης, χάθηκε η πραγματική αντιστοιχία μεταξύ πραγματικότητας και δυνατοτήτων αφηρημένων, γεννήθηκαν οι «φούσκες» και φτάσαμε στη χώρα μας –εκτός από την οικονομική κρίση – να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους αυτή την κρίση ταυτότητος που ταλανίζει χρόνια τον Ελληνισμό: τη σφοδρή σύγκρουση δύο βουλημάτων – της αξιολογικής αναγνώρισης στους κόλπους της ομάδας και της εσωτερικής βεβαιώσεως.

Αυτή η ακατάσχετη σύγκρουση ενεργεί στη ζωή μας αποσυνθετικά, φτάνοντας στο σημείο να προκαλεί την άγνωστη μέχρι πρότινος ανελέητη αδιαφορία για τους τρίτους (όλο και πιο πολύ αυτή μας κυριεύει!), ενώ ταυτόχρονα μας έχει καταλάβει μία ψυχωτική θέρμη για ό,τι αφορά εμάς και τους όποιους δικούς μας.

Κατέκλυσε τον τόπο μας η ασυνειδησία, επειδή ούτε στην ομάδα ανήκουμε εντελώς ούτε στον εαυτό μας. H κουλτούρα μας, όπως λένε οι ανθρωπολόγοι και οι ιστορικοί είναι μια κουλτούρα κατακερματισμού, δηλαδή μικρών ενοτήτων – οικογένεια, χωριό, μικρή πόλη κ.λπ.-, η οποία δεν διευκολύνει την ατομική ωρίμανση και η οποία, ταυτοχρόνως, είναι συνδεδεμένη και κρατάει τη συνοχή της πάντοτε με όρους συναισθήματος, πράγμα που εμποδίζει τους όρους καθολικότητας.

Οι μοναδικοί δεσμοί που έχουμε στην ελληνική κοινωνία είναι οι οικογένειες και οι παρέες. Δεν έχουμε κοινωνία πολιτών, ώστε να μας ενδιαφέρει ο τρίτος ή ο άγνωστος. Γι’ αυτό έχουμε και ιδιοτελές κράτος. Δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο πολιτικό μας σύστημα και αυτό είναι χειρότερο από την κρίση. Ένα πολιτικό σύστημα χωρίς την εμπιστοσύνη των πολιτών είναι μετέωρο. Και δεν βλέπω να κάνει κάτι για να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη μας, δυστυχώς».

Αναδιφώντας στα κεφάλαια της ψυχικής ιστορίας των Ελλήνων, ο Ράμφος τονίζει με έμφαση τη μακραίωνη αγωνία να βγει ο Ελληνισμός από τον ομαδικό στον αυτεξούσιο, τον ανοιχτό, ώστε να κατορθώσου με τη δική μας εξατομίκευση, άρα να αποκτήσουμε και βαθύ αίσθημα προσωπικής ευθύνης.

«Κι όμως» λέει χαμογελώντας χαρακτηριστικά με χαρμολύπη «το πρόβλημα μας το αντιλαμβανόμαστε αριθμολογικά, ενώ είναι αξιακό. Ζούσαμε, καταναλώνοντας ξένα προϊόντα. Μόνο ένας ανατολίτης – γιατί είμαστε λαός της βαθιάς θρησκευτικής παράδοσης – όταν του δίνουν λεφτά ξέρει απλώς να τα τρώει, χωρίς να τα αξιοποιεί παραγωγικά!».

Σκιαγραφώντας την ψυχική ιδιοσυστασία του ατόμου της ανατολίτικης νοοτροπίας – σε αντίθεση με τον άνθρωπο της Δύσης, ο οποίος εμφορείται από τα ιδανικά του Διαφωτισμού και εξακολουθεί να είναι επηρεασμένος -, «ο ανατολισμός» εξηγεί ο Έλληνας φιλόσοφος «έγκειται στις μεγάλες ιδέες, τις γενικές σκέψεις και την άρνηση της εργασίας. Δεν μας αρέσει να δουλεύουμε, μας αρέσει να απολαμβάνουμε τα έτοιμα. O τρόπος που αντισταθμίζουμε την τεμπελιά είναι ένα κράτος το οποίο αρμέγουμε. Δημιουργούμε πελατειακές σχέσεις μαζί του και περιμένουμε να μας συντηρεί. Όμως, οι σύγχρονες κοινωνίες, που παράγουν πλούτο, απαιτούν εργασία. O ανατολίτης έχει ένα αίσθημα πλούσιο. Οφείλουμε να διατηρήσουμε το αίσθημα μας, αλλά να του δώσουμε μορφή, ώστε να μας κάνει κοινωνικούς και όχι άγρια θηρία. Και αν θέλουμε πλούτο, πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε να τρώμε από τα έτοιμα!».

Σχολιάζοντας την περιβόητη ρήση “Όλοι μαζί τα φάγαμε” αναφορικά με την ευθύνη των πολιτών, ο Ράμφος επισημαίνει με εμφατικότητα:

«Δεν τα φάγαμε μαζί, γιατί δεν τα παίρναμε όλοι. Τα έπαιρνε το κράτος και μετά γινόταν η μοιρασιά σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Ακόμα και στο σχολείο δεν μαθαίνουμε να εργαζόμαστε, αλλά να αποστηθίζουμε. Αν είσαι εκεί παθητικός, πώς θα είσαι στη δουλειά σου παραγωγικός;» απευθύνει το εύλογο ρητορικό ερώτημα.

Επανέρχεται και επιμένει στην ψυχική σκιαγράφηση του Ελληνισμού, διότι κατά τη γνώμη του εκεί είναι κρυμμένο το κλειδί της κατανόησης, άρα και της λύσης:

«Είμαστε λαός έντονα θρησκευτικός και γι’ αυτό δεν μας αρέσει το καινούργιο. Είμαστε πολύ συντηρητικοί, με την κακή έννοια του όρου. Επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα δεν (εν)νοείται, επειδή είμαστε ένας λαός πίστεως. H έρευνα δεν μας ενδιαφέρει. Μας νοιάζει να επιβεβαιώνουμε αυτό που πιστεύουμε. Διψάμε για επαλήθευση, μισούμε τη διάψευση. Εχουμε συνεχώς έναν μπαμπά από πάνω μας ή και μέσα μας που μας υπαγορεύει τι να κάνουμε.

H άρνηση της αναλήψεως ευθυνών είναι παιδική συμπεριφορά. H εμμονή στην παιδικότητα είναι η επιμονή του παιδιού, που έχει υποστεί τέτοια πίεση από τους γονείς του ώστε δεν θέλει να μεγαλώσει ποτέ.Έχει εθιστεί και συμβιβαστεί με την παιδικότητα του. Γι’ αυτό και έχουν παρασυρθεί και οι Ευρωπαίοι και μας αντιμετωπίζουν σαν τα άτακτα παιδιά, που πρέπει να πάνε στο αναμορφωτήριο!

Ένα φαγοπότι 35 ετών είναι φαγοπότι ψευδαισθήσεων και ο πραγματικός λογαριασμός έρχεται τώρα. Το γλέντι στήθηκε πάνω στη βάση του ότι η βασιλεία των ουρανών είναι εντός ημών. Δηλαδή στο τραπέζι επάνω, στις ψησταριές. Στο τραγούδι και στις διαδηλώσεις. Γιατί το μεγάλο τρίγωνο των τελευταίων 35 ετών ήτανε διαδηλώσεις, απεργίες, πορείες, τραγούδι πολύ και καγιέν. Αυτό το μεγάλο τρίπτυχο ήτανε εκείνο που καλούμαστε τώρα και είναι λογικό ένας λογαριασμός να πρέπει να πληρωθεί.

Αυτά τα τρία είναι σύμβολα απολυτότητας συναισθήματος. Με το καγιέν είσαι μοναδικός, με το τραγούδι εκφράζεσαι. Και με τη διαδήλωση πολιτικοποιείσαι και εκφράζεις την ευθύνη σου απέναντι στα τεκταινόμενα παγκοσμίως και εν Ελλάδι. Οπότε ολοκληρώνεται η εικόνα σου. Ό,τι κάνουμε στην Ελλάδα επειδή γίνεται για λόγους συναισθηματικούς έχει μιαν απόληξη. Ποια είναι η απόληξη; Η ανάγκη συμπτώσεως φαντασιώσεως με εικόνα. Η εικόνα μας φτιάχνεται έτσι όπως τη θέλουμε και φτιάχνοντας την εικόνα έτσι όπως τη θέλουμε φτιάχνουμε και μια πραγματικότητα την οποία παρακολουθούμε μέχρι να έρθει η ώρα του λογαριασμού.

Ο Βορράς, αλλά όχι η Πορτογαλία, η Ισπανία, η νότια Ιταλία, η Ελλάδα κ.τ.λ., έχει αντίθετη συμπεριφορά, γιατί κατάφερε στην ιστορία του ένα πράγμα: να ταιριάξει το αίσθημα με τη λογική. Κάνοντας λογική το αίσθημα μόνο σε φαγοπότι αντέχεις ή σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ή κάνεις πολέμους και κινείσαι με τρόπο τέτοιο ώστε την επομένη να μπορείς να αλληλοσφάζεσαι με τη μεγαλύτερη ευκολία. Και ακριβώς επειδή το συναίσθημα είναι το κυρίαρχο, έχεις χάσει το πρίσμα με το οποίο αρχίσαμε και το οποίο είναι στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι η ζωή. Το συναίσθημα είναι τα άκρα. Έχοντας φτάσει λοιπόν στα άκρα το μόνο που σου μένει είναι ή να αυτοκτονήσεις ή να πέσεις στο κενό. Εμείς προτιμήσαμε το φαγητό. Έτσι έγινε η ιστορία.

Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να είμαστε διαφορετικοί από τους Γερμανούς;

Η πρώτη εντύπωση που έχει κανείς είναι ότι οι βόρειοι λαοί είναι ψυχροί. Και είναι ψυχροί γιατί έχουν και σκέψη. Και όταν περνάει κάτι από τη σκέψη παγώνει. Αλλά αυτό δεν απηχεί στην πραγματικότητα. Γιατί εκεί γεννώνται τα μεγάλα έργα τέχνης. Εκεί έχουμε τον Beethoven, τον Bach, τους μεγάλους ποιητές. Άρα δεν είναι η ψυχρότης του τύπου που εισπράττουμε στον δρόμο. Στον δρόμο μπορεί να εισπράξουμε είτε μια επιφύλαξη είτε μια ανάγκη περισκέψεως. Σε αυτό τους βοηθάει η ίδια τους η θρησκευτικότητα, η ίδια τους η κουλτούρα, όπως είπατε, η ίδια τους η νοοτροπία.

Τι είναι η νοοτροπία τώρα. Η νοοτροπία είναι μια ζωή που έχει γίνει συνήθεια. Γι’ αυτό αλλάζει. Άρα μπορούμε να ελπίζουμε, αρκεί να καταλάβουμε τους μηχανισμούς πλέον του τι μεταβάλλουμε σε συνήθεια εμείς. Και αυτό θα το καταλάβουμε αν βγούμε από τη σφαίρα της φύσεως και πάμε στη σφαίρα των σκοπών.

Οι Γερμανοί λοιπόν και οι βόρειοι έκαναν και θρησκευτικές επιλογές αντίστοιχες. Ο προτεσταντισμός τους παίζει μεγάλο ρόλο στην ψυχραιμία με την οποία αντιμετωπίζουν τον κόσμο. Ενώ οι ορθόδοξοι είναι κάτι διαφορετικό. Ο προτεσταντισμός τους λαμβάνει υπόψη την ανάγκη ενός διαμορφωμένου εγώ, όχι με την έννοια του εγωισμού, με την έννοια της οντότητας.

Πράγμα το οποίο για εμάς ήταν μονίμως καταστροφικό. Εμείς έπρεπε να είμαστε μονίμως ταπεινοί και σεμνοί. Ταπεινοί βαθύτερα με την έννοια του να έχουμε μια απώλεια εαυτού για να πλησιάσουμε τον Θεό. Τότε μοιραία το μόνο που σου μένει είναι να αγαπάς όπως μισείς, δηλαδή αδιακρίτως. Το πρόβλημά μας είναι ότι αγαπάμε όπως μισούμε.

Είμαστε αδιάκριτοι στο συναίσθημα επειδή είναι μόνο του. Η διάκριση του βορείου επειδή είναι προτεστάντης ή επειδή είναι πιο σύγχρονος καθολικός, όπως οι Γάλλοι, του δίνει τη δυνατότητα διαφορετικής στάσεως απέναντι στα πράγματα. Ενώ ο νότιος, ο παλαιο-καθολικός ή ο ορθόδοξος, έχει μια συναισθηματική αδιακρισία η οποία μετράει σε αυθεντικότητα σε μέτρο εκρηκτικό. Ένα θέμα που πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ είναι η έπαρσή μας στο συναίσθημα. Μέχρι τώρα το είχαμε κάνει άλλοθι.

Και τι κερδίσαμε; Κερδίζουμε μια ψευδαίσθηση του παρόντος. Γιατί το φαγοπότι είναι στο παρόν. Ούτε στην πείνα της προηγουμένης ούτε στον λογαριασμό της επομένης. Και θέλω να πω ότι ένα μεγάλο φαγοπότι και μια έμφαση στο παρόν είναι εκείνα που αποτελούν πρόβλημα για τους λαούς που είπαμε πριν, για λαούς χωρίς διάρκεια και χωρίς προοπτική. Οπότε το μόνο που τους μένει ως διάρκεια είναι θλιβερές διαδικασίες, οι οποίες πληρώνονται πολλαπλά αφού δεν υπάρχουν προοπτικές. Και αυτό το πράγμα κοστίζει. Όταν το παρόν αρχίζει να μεταβάλλεται σε αιωνιότητα, τότε πρέπει να αρχίσουμε να κοιτάμε πού είναι ο πιο κοντινός ψυχίατρος».

Ο Έλληνας φιλόσοφος πλειστάκις έχει αναφερθεί στη λογική της ήσσονος προσπάθειας, που έχει κατακυριεύσει τα τελευταία 30 χρόνια τη χώρα μας. Και την εξηγεί ιστορικά:

«Η Μεταπολίτευση ανέβασε στο προσκήνιο όσους ήταν μόλις πριν θύματα των πολιτικών διακρίσεων και διώξεων. Επίσης, μετά το ‘8ι στηρίχτηκαν οικονομικά και πολιτικά τα λαϊκότερα στρώματα. H εποχή διψούσε για ισότητα, όμως – και εδώ συνετελέσθη το μέγα ιστορικό σφάλμα! μπροστά σε αυτή τη δίψα της παρέβλεψε τον σεβασμό της αξίας. Και βεβαίως, όταν σου ζητάει κάποιος τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια, είναι σαν να σου λέει ότι αξίζεις ανεξαρτήτως αυτού που κάνεις. Όμως, σε μια κοινωνία ίσων πολιτών υπάρχουν φυσικές ανισότητες. Δεν μπορώ εγώ να μπω στην Εθνική Μπάσκετ!

Το σύστημα των πελατειακών σχέσεων εξυπηρέτησε έτσι την παράλογη αντίληψη ότι στη δημοκρατία δεν είμαστε μόνο πολιτικά ίσοι, αλλά και φυσικά ίσοι. Αυτή η εξίσωση δημιούργησε τερατογονία και οδήγησε λαϊκιστικά σε μοιραία εξίσωση των πάντων προς τα κάτω. H αντικατάσταση της φυσικής ανισότητας έγινε με τον παράνομο ή το διεφθαρμένο χρηματισμό. Αν δεν ανατραπεί αυτό, δεν μπορούμε να βγούμε από την κρίση ακόμα κι αν ξεπληρώσου με το χρέος μας.

Ο μέσος λαϊκός φοροφυγάς είναι αυτός που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους παραλογισμούς του κράτους. Το ελληνικό κράτος σχεδόν σε υποχρεώνει να παραβιάσεις και το ίδιο σου το αίσθημα περί δικαιοσύνης. Διότι, από τη μία, για να εξυπηρετήσει ημετέρους χαρίζεται και, από την άλλη, για να εισπράξει γίνεται αγιογδύτης.

Ο Έλληνας δεν αγαπάει το κράτος, αλλά και το κράτος δεν αγαπάει τον Ελληνα. O δημόσιος υπάλληλος μπορεί να φέρεται τυραννικά, γιατί επιτέλους αποκτάει κοινωνικό ρόλο. Και δυστυχώς, δεν είμαστε ακόμη οι Έλληνες άνθρωποι με ολοκληρωμένο εσωτερικό κόσμο, ώστε να παίρνουμε την εικόνα του εαυτού μας από μέσα μας.

Και φυσικά, το μέγα ερώτημα που προκύπτει εν προκειμένω είναι: Πώς αλλάζει αυτή η κατάσταση; Σε αυτό ο Ράμφος είναι κατηγορηματικός:

«Είναι ευνόητο ότι μια κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο με την αγορά. Χρειάζεται και εμπιστοσύνη σε αξίες, λόγους υπάρξεως. H αυτοματοποίηση θα φέρει μεγάλες αλλαγές στην εργασία και οι άνθρωποι στο εγγύς μέλλον δεν θα έχουν απολύτως σταθερά επαγγέλματα. Για να προσαρμοστείς θα χρειάζεται να έχεις ελαστικότητα και ευρύτητα αντιλήψεως.

Αυτά δεν είναι αποτελέσματα στενού επαγγελματικού προσανατολισμού, αλλά εσωτερικής κουλτούρας. Ο άνθρωπος των ανθρωπιστικών γραμμάτων έχει το ένστικτο, που του επιτρέπει να διαισθάνεται τις τάσεις, τις ροπές και τις εξελίξεις. Μη σπεύδουμε να απαξιώσουμε την κλασική παιδεία. Οι κοινωνίες κατευθύνονται από ελίτ, οι οποίες, όμως, λειτουργούν αρνητικά όταν συνδέονται με πολύ χαμηλούς μέσους όρους καλλιέργειας και αποδίδουν όταν οι μέσοι όροι είναι υψηλοί. Και τα δύο είναι ζήτημα Παιδείας!» συμπληρώνει.

Για τη σημερινή κατάσταση

«Πίσω από την μεγάλη συζήτηση για το μνημόνιο να διαβάσουμε την θεραπευτική μέθοδο. Γιατί ένας Έλληνας που πηγαίνει να ζήσει στο εξωτερικό, σταδιακά, χάνει τις κακές συνήθειες της πατρίδας του και προσαρμόζεται; Κοινός παρονομαστής του ελληνικού προβλήματος είναι ο φόβος. Η χώρα μας δεν γνώρισε αναγέννηση και ο ιστορικός χρόνος λειτουργεί αντίστροφα: στιλβώνεται η απουσία της αυτοπεποίθησης του λαού. Έτσι επικρατούν οι ίδιες συμπεριφορές συναισθηματικής παιδικότητας. Αν ένα παιδί δεν μεγαλώσει, θα νιώθει πάντα παιδί, θα συνεχίζει να τρώει ξύλο. Πρέπει να ωριμάσεις για να μετασχηματιστείς. Αυτή η σκέψη θα μπορούσε να γίνει χρήσιμος οδηγός σε κείνους που αντιμετωπίζουν τα δύσκολα σημερινά προβλήματα.

Ως νέοι, ως φοιτητές, οι αριστερές ιδέες μάς ελκύουν. Βοηθούν τις εσωτερικές πληγές μας, την αντιμετώπιση του αισθήματος αδυναμίας, καταπίεσης από τους μεγαλύτερους. Όταν πατάμε τα τριάντα, τότε που παράγουμε και δημιουργούμε θετικότητα στην ζωή μας, το νεανικό μένος διαδέχεται η κατάφαση στη ζωή, η ανάγκη πρωτοβουλιών για δημιουργία και τα τεράστια ποσοστά εφηβικών εξεγέρσεων και αμφισβήτησης σβήνουν, ευτυχώς, γιατί πώς αλλιώς η κοινωνία θα προχωρούσε; Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την ιστορική ενηλικίωση των λαών.

Αυτός που κυνηγά την ευκολία κι όχι την δουλειά και τον κόπο, χάνει μακροπρόθεσμα. Δείτε τους παραγωγούς της Κατερίνης, οι απολύτως εξαρτημένοι από τους μεσάζοντες, πώς αποκτούν σιγουριά. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για την πρώτη διαρθρωτική αλλαγή.

Σε μια προχωρημένη δημοκρατία ο ηγέτης αποτελεί ζωντανό παράδειγμα υπέρβασης του ελλείμματος αυτοπεποίθησης. Πρέπει να απελευθερώσει τον λαό του από ψυχολογικά δεσμά. Ναι, χρειάζεται ένας ηγέτης καθ΄ υπέρβαση, με αυτοπεποίθηση, χωρίς αμφιβολίες. Γιατί όσοι αμφιβάλλουν, απλώς κολακεύουν τον κόσμο, προσπαθούν να στηρίξουν την σχέση τους με τον λαό εκμεταλλευόμενοι ακριβώς το έλλειμμα εαυτού. Αλλά αυτό είναι που πληρώναμε μέχρι τώρα. Από την άκρα Αριστερά μέχρι την άκρα Δεξιά, με τις όποιες φαντασιώσεις τους, εκεί έχουν ποντάρει: στον λαϊκισμό.

Τόσα κόμματα, τόσοι αρχηγοί για να γλυτώσουν τη μπόρα και το λέω με αίσθηση της σοβαρότητας των πραγμάτων. Είναι επίσης ένας τρόπος να γίνεις κάτι… Για να βρίσκεσαι μέσα στο κάδρο. Γιατί αυτός κι όχι εγώ; Διεκδικείς την αρχηγία για να μπορείς να ρίξεις τις ευθύνες σε άλλους. Πρόκειται για μια «ενεργητική» στάση, μέρος της δομής της ελληνικής εξουσίας. Θα μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να διαφύγουν, να απομακρυνθούν της «κακής» πολιτικής.

Έτσι ενεργητικά εκφράζεται συχνά η ανημπόρια, η ανασφάλεια, η ανεπάρκεια, ο φθόνος, η επιβεβαίωση μέσω της κριτικής των άλλων ότι είσαι σπουδαίος. Το έλλειμμα εαυτού είναι δυστυχώς το κυριαρχικό στοιχείο στο σύνολο των αντιδράσεων μας.

Θεωρεί ότι η δομή του γερμανικού πνεύματος, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις νόρμες της λουθηρανικής πίστης έχουν ως προέκταση την «επιταγή» της βούλησης:

«Γι΄ αυτό είναι δυναμικός λαός παρότι έχασε δυο πολέμους. Οι Αγγλοσάξονες, μάγοι της ανάλυσης, ξεκινούν από την εμπειρία, ξέρουν να προβλέπουν καλύτερα».

Και ποια είναι η μεγάλη αρετή των Ελλήνων: η έμπνευση και ό,τι αυτή συνεπάγεται, κατά καιρούς:

«Σκεφτείτε το μεγαλείο του ΄40 και μετά την αλληλοσφαγή του ΄42… Ο φόβος προηγείται των γεγονότων και δίνει διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Η ανασφάλεια, η τάση κάλυψής μας – γιατί θεωρούμε εαυτούς υποκείμενα συνωμοσιών -, αποτελεί το κεντρικό φοβικό στοιχείο της φυλής μας, έχει μάλιστα θεσμοποιηθεί απ΄ την πολιτική. Πρόκειται για την πολιτική που βασίζει την επιτυχία της στον βαθμό που θα εξάψει τον φόβο. Με σαφή επίγνωση της ψυχολογίας και υποδαυλίζοντας το νοσηρό της στοιχείο, θέλει να διατηρεί την παιδικότητα στη συμπεριφορά των πολιτών».

Info: Ο Στέλιος Ράμφος γεννήθηκε στην Αθήνα (1939). Φιλόσοφος, πανεπιστημιακός, συγγραφέας δοκιμίων. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών ενώ συνέχισε στο Παρίσι σπουδάζοντας Φιλοσοφία. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Βενσάν. Στην εργοβιογραφία του περιλαμβάνεται πλούσια αρθρογραφία, δημοσιευμένη σε περιοδικά όπως «Ευθύνη», «Ερουρέμ», «Ινδικτος».
Ολόκληρη η ανάρτηση...