μετανοιώνει. Ἂν ρωτιοῦνταν πάλι,
ὄχι θὰ ξανάλεγε. Κι ὅμως τὸν καταβάλλει
ἐκεῖνο τ’ ὄχι –τὸ σωστό- εἰς ὅλην τὴν ζωή του.
Το συγκεκριμένο ποίημα είναι από τα πιο παρεξηγημένα του Αλεξανδρινού ποιητή. Ο Σεφέρης ήδη από το 1941 μιλούσε αρνητικά γι’ αυτό, ενώ ο ίδιος ο Καβάφης μετά το 1910 και ίσαμε τον θάνατό του (1933), δεν το ενέταξε στις συλλογές που εξέδιδε ως τα τέλη της ζωής του δίχως ωστόσο να το αποκηρύξει. Στο Αρχείο Καβάφη σώζονται ανέκδοτα δύο αυτόγραφα σχόλιά του, ασφαλώς πρώιμα, που μαρτυρούν, αν όχι τις επιφυλάξεις που ενδεχομένως ωρίμασαν αργότερα, πάντως όμως ότι σχεδόν εξαρχής ένιωθε πως το ποίημα αυτό χρειαζόταν διευκρινίσεις.Σχολιάζει λοιπόν ο Καβάφης: «Εφιστώ προσοχήν εις την λέξιν μερικούς. Σε μερικούς ανθρώπους, όχι σε όλους». Με άλλα λόγια: το ποίημά μου δεν είναι γενικής (ούτε καθημερινής) εφαρμογής, αλλά ισχύει μόνο για λίγους ανθρώπους (και για την ημέρα εκείνη που θα κρίνει όλη την υπόλοιπη ζωή τους).
Στο δεύτερο και ουσιαστικότερο σχόλιο του Καβάφη για το ίδιο ποίημα αναφέρεται στον «ήρωα» ή αντι-ήρωά του — ο οποίος δεν είναι εκείνος που είπε «το μεγάλο Ναι», αλλά αυτός που είπε «το μεγάλο Όχι». Το σχόλιο είναι συντομογραφημένο, άρα για προσωπική χρήση του ποιητή: «Αρνήθηκε, γιατί σκέφτηκε ευσυνείδητα ή πως είναι ακατάλληλος για το έργο ή πως το έργο είναι ανάξιό του ή πως το έργο δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί ή κάποια παρόμοια λογικήν αιτία. Όμως κάποιος άλλος ανέλαβε το έργο και επέτυχε — πιθανότατα επειδή ήταν ο κατάλληλος για τούτο το ειδικό έργο, ή είχε στην διάθεσή του ορισμένα ειδικά μέσα, τα οποία αλλοίωσαν ή διευκόλυναν ή βελτίωσαν το έργο είτε τα αποτελέσματά του. Η επιτυχία αυτού του κάποιου άλλου αντανακλά εις βάρος του Αρνηθέντος, και αυτός είναι ο λόγος που, αν και ο Αρνηθείς εγνώρισε πως το Όχι του ήταν σωστό, μολαταύτα τούτο το Όχι τον βαραίνει σε όλη την ζωή του — το κάνουν να τον βαραίνει οι υποψίες και οι φλυαρίες και οι επιτιμήσεις και οι παρανοήσεις των πολλών».
Το πρώτο σχόλιο συνοδεύεται από μιαν άλλη σημείωση του Καβάφη, για τον ιταλικό τίτλο του ποιήματος («Che fece… il gran rifiuto» = Αυτός που έκανε… την μεγάλη άρνηση). Είναι γνωστό πως προέρχεται από ένα στίχο του Ντάντε για κάποιον που από δειλία («per viltate» ή «per viltà») είπε Όχι, και τα αποσιωπητικά δείχνουν ότι ο Καβάφης παρέλειψε τις δύο αυτές λέξεις — δικαιωματικά αφού δεν ερμηνεύει τον Ντάντε αλλά απλώς του δανείζεται μιαν έκφραση για τον τίτλο ενός τελείως άσχετου ποιήματος.
Στην σημείωσή του, λοιπόν, αυτήν ο Καβάφης γράφει: «Το “per viltate” βγήκε διότι ακριβώς το ποίημα πραγματεύεται ή υπονοεί την έλλειψιν του viltate».
Ο Καβάφης κάνει λόγο για τις συγκεκριμένες στιγμές της ζωής μας που οι συνειδητοποιημένοι άνθρωποι καλούνται να λάβουν μοιραίες (με όλη τη σημασία της λέξης) αποφάσεις. Οι στιγμές αυτές είναι σπάνιες επειδή είναι ριζικές. Στη ποίησή του δεν υπάρχει άσπρο – μαύρο, καλό - κακό. Όσο σωστό είναι το ένα είναι και το άλλο. Έτσι και στη ζωή δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος. Και το Ναι και το Όχι αποκτούν κάποια αξία όταν εκπορεύονται από την εσώτατή μας αλήθεια. Αυτός που θέλει και μπορεί να πει το Ναι θα το πει. Όποιος όμως δεν είναι σε θέση να σηκώσει τις συνέπειες του θα αρνηθεί και αυτό το Όχι θα είναι σωστό.
Στη καθημερινή μας πραξιολογία ιεροποιήσαμε το Ναι υπερεκτιμώντας τις δυνάμεις και τα όριά μας θεωρώντας πως όλοι είμαστε έτοιμοι και ικανοί για όλα. Αλήθεια όμως, συνήθως χρειάζεται ασύγκριτα περισσότερο θάρρος να πεις ένα Όχι παρά το ευάρεστο Ναι. Να χρησιμοποιείς αξιοκρατικά μέσα για ένα σκοπό και όχι να υπηρετείς τον δεύτερο με τη χρήση των όποιων μέσων.
Φανταστείτε να σας ζητούν κάτι που δεν μπορείτε να κάνετε ή να μπαίνετε σε αυτή τη διαδικασία για να πείσετε κάποιον ή τον εαυτό σας πως αξίζετε κάτι παραπάνω. Η διαφορά τίθεται αυτόματα. Αυτό που είμαστε αντικαθίσταται από αυτό που θέλουν οι άλλοι να είμαστε. Γινόμαστε κάποιοι για τα μάτια των άλλων γιατί απλά δεν μπορούμε να είμαστε συνεπείς με τον εαυτό μας.
Δεν είμαστε μαθημένοι στον αγώνα και στη δοκιμασία γι’ αυτό δεν θέλουμε το όχι το σωστό να μας «καταβάλει για όλη τη ζωή μας». Προτιμούμε να πούμε και να πράξουμε ψέματα στον εαυτό μας και σ’ όποιον σχετίζεται μαζί μας γιατί παγιδευόμαστε από την ψευδαίσθηση της πολυδιαφημιζόμενης ευτυχίας που θέλει μόνο νικητές και γέλια και αποβράζει κάθε ίχνος πόνου, εμπιστοσύνης, αγωνίας ή κοινής δοκιμασίας.
Η ευθύνη μας έγκειται στο σημείο που δίνουμε μια ταυτότητα στις δυνατότητές μας. Απεριόριστες ή μη. Οι πρώτες εγκλωβίζουν σε μια πορεία άγχους και ψεύτικων αποδείξεων. Πιθανότατα και μεγάλων συγκινήσεων. Όμως το μεγάλο Όχι το λένε οι άνθρωποι που αναγνωρίζουν πως έχουν όρια και προσπαθούν με αυτά να ζήσουν ό,τι πιο πλήρες είναι σε θέση να χωρέσουν. Δε ζηλεύουν, δεν μεμψιμοιρούν γιατί η μοίρα τους είναι θέμα καθαρά προσωπικό, καρπός ωριμότητας κι αυτοσυνειδησίας και κυρίως έχουν την αίσθηση πως ζουν τη δική τους περιπέτεια και όχι τη ζωή ενός άλλου. Και σίγουρα χρειάζεται απίστευτα μεγαλύτερη ωριμότητα και γενναιότητα για να πεις το Όχι το σωστό και να διαφοροποιηθείς από την δειλία και την ανόητη δουλικότητα των αναποφάσιστων ή εγωιστών ανθρώπων.
Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να καταθέσω έναν παραλληλισμό που κάνει ο Γ. Π. Σαββίδης μεταξύ Καβάφη και Έλιοτ με αφορμή το συγκεκριμένο ποίημα: «Στο δράμα του, Φονικό στην Εκκλησιά (1935), ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ, για να μην αφήσει πια ορφανό το ποίμνιό του στην βίαιη κοσμική εξουσία του βασιλιά και των φεουδαρχών, επιστρέφει στην Αγγλία ύστερα από εφτά χρόνια εξορίας, αποφασισμένος να αντιμετωπίσει ακόμα και μαρτυρικό θάνατο. Στην ψυχική του προετοιμασία, έχει να δοκιμαστεί από τρεις κοσμικούς Πειρασμούς: της ανέμελης αισθησιακής ζωής· της εξουσίας που συνεπάγεται υποταγή της Εκκλησίας στον βασιλιά· ή της εξουσίας με προϋπόθεση να συμμαχήσει με τους φεουδάρχες για να προδώσουν μαζί τον βασιλιά.
Απροσδόκητα, εμφανίζεται και ένας τέταρτος Πειρασμός. Είναι ο άλλος εαυτός του Θωμά, και τον παρακινεί να επιδιώξει με κάθε τρόπο το πιθανό μαρτύριο, δηλ. την εξασφάλιση όχι τόσο της μεταθανάτιας κοσμικής δόξας όσο του επουράνιου μεγαλείου. Εκείνο που βοηθάει τον Θωμά να νικήσει και τούτον τον Πειρασμό, είναι η φωνή λαού των απλών γυναικών της Καντερβουρίας: «Κατάστρεψε τον εαυτό σου και χαθήκαμε!». Τότε η φωνή του Θωμά αντηχεί γεμάτη διαλεκτική και χριστιανική σοφία:
«Ο τελευταίος πειρασμός είναι η πιο μεγάλη προδοσία:να κάνεις το σωστό για τη στραβήν αιτία…»
Η καθημερινότητά μας ανθίζει θαύματα όχι με άμυαλα ή άκαρδα μεγάλα Ναι ή μεγάλα Όχι αλλά από τη στιγμή εκείνη που συνειδητοποιήσουμε τι είμαστε άξιοι να πράξουμε ή να μην πράξουμε, σε σχέση με τις επιθυμίες μας.
"Τα ποιήματα" του Κ. Καβάφη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ύψιλον