Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Υπέρ της Θωμαής... ακόμη

« …Μοῦ γράφεις παιδί μου τὴ φράση τοῦ Παύλου: «ἐχθροί του ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ». Ἂν ὁ ὑπαινιγμός σου ἀφορᾶ ἐμένα, γιατί ὑπῆρξα μία ἀφοσιωμένη μητέρα σ’ ἕνα παιδί, ποὺ ἀπὸ πολὺ νωρὶς φανέρωσε μία αἰνιγματικὴ ψυχοσύνθεση, δὲν κάνεις τίποτε ἄλλο ἀπ’ τὸ νὰ συνεχίζεις, κι ἐκεῖ ἀκόμη ποὺ ἔχεις φυλακίσει τὸν ἑαυτό σου, νὰ σκιαμαχεῖς. Γιατί ἀτιμώρητα δὲν ἀπομακρύνεται κανένας ἀπ’ τὶς ρίζες τῆς ζωῆς. Καὶ «ζωή» σημαίνει ἀνθρώπινες σχέσεις. Στὰ ἑβδομήντα μου - ἱκανοποιημένη ἀπὸ πολλά, διαψευσμένη σὲ πολλά, μὰ πάντα ἄγρυπνη μπρὸς στὸ ἀπρόοπτο - ὅ,τι θαυμάζω περισσότερο στὸν ἄνθρωπο εἶναι αὐτὸ τὸ δίχτυ ποὺ ἔπλεξε μὲ τοὺς θρύλους, τοὺς μύθους, τὴ θρησκεία, τὴν τέχνη, γιὰ νὰ παγιδέψει τὸ χρόνο κάνοντας τὴ ζωὴ ὑποφερτή. Καὶ οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις εἶναι ἡ ἱερή του συμμαχία σ’ αὐτὸν τὸν ἀγώνα, ποὺ ἐσὺ ἀρνήθηκες ν’ ἀρχίσεις. Ἡ μεγαλύτερη δόξα σου θἄταν, γιὰ μένα, οἱ γκρίζοι σου κρόταφοι. Γκρίζοι ἀπ’ τὶς ταλαιπωρίες σου σ’ ἕναν πόλεμο, ἀπ’ τὸν ἀγώνα σου νὰ ἐπιτύχεις τὰ πρωτεῖα, νὰ κατακτήσεις μιά γυναίκα, νὰ πλάσεις ἕνα παιδί. Νὰ γεράσεις, μ’ ἕνα λόγο, ὅπως τὸ παλιωμένο ροῦχο. Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἀθανασία, ἀπ’ τὸ ν’ ἀφήσει κανεὶς ἀπογόνους;

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση χθὲς βράδυ ἡ ἀπάντηση τοῦ πέρ, ὅταν τοῦ παραπονέθηκα πὼς ὁ σατανᾶς ἔχει καταντήσει μπαμπούλας τῆς θρησκείας. «Σατανᾶς εἶναι οἱ ἀπωθημένες ἐπιθυμίες, πού μᾶς παρακινοῦν στὴν πάλη», ἀποκρίθηκε. Τί τὸν ἔκανες ἐσὺ γιέ μου, τὸ σατανᾶ σου; Ἀντὶ νὰ παλαίψεις μαζί του, τοῦ παραδόθηκες… Γι’ αὐτό, φτάνοντας στὰ σαράντα σου, δὲ θάχεις μέλλον˙ στὰ πενήντα σου γεγονότα νὰ τὰ διηγηθεῖς˙ στὰ ἑξήντα σου, δράματα γιὰ ν’ ἀναγνωρίσεις τὶς πλάνες σου˙ στὰ ἑβδομήντα σου, χωρὶς παρελθὸν˙ στὰ ὀγδόντα σου, δίχως ἱστορία. Κι ἀφοῦ ὁ ἀνήφορός σου δὲν ἔχει κορυφή, κρίμα στὸν ἱδρώτα σου…

Κάθε φορὰ ποὺ ἔρχεται μπρός μου τὸ καθαρὸ βλέμμα σου – κι ἂς ἀποφεύγω νὰ σὲ κοιτάζω στὶς φωτογραφίες - τὰ μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Ἀναρωτιέμαι, τότε, παιδί μου, πόσο σκληρὸ τρόπο διάλεξες γιὰ τὸ θάνατό μας: Ἐσὺ νὰ πεθαίνεις ἀργὰ - ἀργὰ ἀπὸ αὐταρέσκεια κι ἐγὼ ἀπ’ τὸ ἄγχος νὰ θέλω νὰ σοῦ δώσω μὰ νὰ μὴ μ’ ἔχεις ἀνάγκη. Γιατί πές μου, γιέ μου, ἂν ὑπάρχει πιὸ σκληρὴ μοίρα ἀπ’ τὴ δική μου: Νὰ μὴν ἔχω δικαίωμα νὰ βοηθήσω τὸ παιδί μου…»

Απόσπασμα από την «Αίθουσα του θρόνου» του Τάσου Αθανασιάδη, εκδόσεις Εστία

Πιστεύω πως δεν υπάρχει αναγνώστης της εμβληματικής «Αίθουσας του θρόνου» που να μην έχει σταθεί περισσότερες από μια φορές στην ανάγνωση του γράμματος της Θωμαής Δελόγγη που πέφτει στα χέρια του γιού της, Λουκά λίγο μετά την αυτοκτονία της. Ο ίδιος είχε αποχωρήσει από την λαμπρή οικογενειακή εστία, μετά τις σπουδές του στο εξωτερικό κι ενώ τον περιμένει μια λαμπρή καριέρα δικηγόρου, με πολιτικό προσανατολισμό, μιας κι ο πατέρας του ήταν βουλευτής Κυκλάδων, αυτός τα αρνείται όλα και πηγαίνει στο Άγιον Όρος να μονάσει. Επιστρέφει μετά από πέντε χρόνια, έχοντας, όπως ο ίδιος λέει, ξεκαθαρίσει τα πράγματα μέσα του κι έχοντας λάβει τις απαντήσεις που γύρευε στα μεγάλα νοήματα του κόσμου και της ψυχής του. Τη στιγμή όμως της υποδοχής του από τη μητέρα του, αυτή, αφού τον καλωσορίζει με μια ζεστή αγκαλιά, στη συνέχεια πηδάει από το ψηλό πέτρινο μπαλκόνι του νησιωτικού αρχοντικού και ξεψυχά μπροστά στα μάτια του. Ο Αθανασιάδης εννοεί πως η μητέρα του Λουκά δεν μπόρεσε ποτέ να του συγχωρέσει αυτή του την αποστασία από τη ζωή, εννοώντας πως αυτή της η ενέργεια δεν έχει τόση σημασία καθώς αυτή τον θάνατο τον ζούσε κάθε μέρα που ο Λουκάς απουσίαζε από το σπίτι, κι από τις ευθύνες, όμορφες και δύσκολες, της ζωής.

Στο μυαλό μου αυτή η εικόνα γυροφέρνει πολλές φορές. Η στάση της Θωμαής, κατά πως φαίνεται στη συνέχεια του έργου, είναι μια πράξη ασυγχώρητου εγωισμού, ή το απόλυτο μάθημα προς τον γιο της; Η ζωή είναι σχέσεις. Κοινωνία. Αυτό είναι το σημαντικό κι αυτό δεν χωρά να ερμηνεύσει η ηρωίδα στο γιο της. Η αποστασία από τη ζωή, όσο να’ ναι, δεν μένει ποτέ στ’ αλήθεια ατιμώρητη. Αν η δύστυχη Δελόγγη ήταν μια ιδέα χωμένη βαθιά στη συνείδηση του καθενός κι ο Λουκάς ο καθένας από μας σε σημαντικές διαδρομές της ζωής του, είμαι απόλυτα σίγουρος, τα ίδια λόγια θα ακούγαμε. Ο Λουκάς επέστρεψε, αφού πήρε τις απαντήσεις από τον εαυτό του, από την επαφή του με τον Θεό, από τη μοναξιά του. Άραγε ποιον Θεό βρήκε όταν πριν δεν ακολούθησε τη διαδρομή προς αυτόν μέσα από την αγαπητική ριψοκινδύνευση των ανθρωπίνων σχέσεων; Στην κορυφή, σοφή η Δελόγγη, δεν φτάνει κανείς πετώντας, παρά μονάχα έχοντας πρώτα διαβεί με τεράστια κούραση και φθορά αναρίθμητα μέτρα δύσκολης ανάβασης. Η αίσθηση, η αναψυχή της θέας από τη κορυφή, τα διαγράφει όλα; Ίσως όχι όλα, σίγουρα όμως τα δικαιολογεί.

Ο Λουκάς δεν διαλέγει τον εύκολο δρόμο. Ίσα ίσα, που για μια τέτοια κίνηση, που ταυτόχρονα διαγράφει πάμπολλα ευεργετήματα και κεκτημένα, σημαίνει πολλά. Κάποιοι μπορεί να μιλήσουν για ηρωισμό και ανδρεία. Η Θωμαή μιλά για δειλία και φόβο. Αυτό που φαίνεται είναι ο μοναχισμός. Η ουσία όμως δεν είναι αυτός. Αλίμονο! Η ουσία είναι η κάθε μια μικρή ή μεγάλη κρυψώνα που χτίζει ο καθένας από εμάς μέσα και γύρω από τον εαυτό του για να αποφύγει την ανάληψη του φορτίου της ευθύνης για τη ζωή του. Πόσοι από εμάς δε κρυφτήκαμε πίσω από ανασφάλειες, από ανούσια χόμπυ, από «αξεπέραστες» αντιξοότητες, από δύσκολους ανθρώπους, από κομπλεξικές αγκυλώσεις ή στραβοτιμονιές της μοίρας; Λες και η ζωή μάς είχε ποτέ ανέξοδα χαρίσει το συμβόλαιο της αιώνιας ευτυχίας.

Οι μεγάλες απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα δεν κρύβονται σε κανένα βιβλίο, σε καμία κινηματογραφική αίθουσα, σε καμία γαστριμαργική γεύση, σε κανένα μουσικό άκουσμα, σε καμία πανέμορφη φωτογραφία. Οι απαντήσεις εκείνες που κάνουν τη ζωή άξια να την ζήσεις κρύβονται στην άβυσσο του διπλανού σου ανθρώπου. Βρίσκονται στην ισόβια πορεία που κάνεις να γνωρίσεις και να κάνεις αξιαγάπητο πρώτα τον εαυτό σου, για να τον μοιράσεις στη συνέχεια από και με αγάπη, βρίσκονται εν τέλει σε οποιονδήποτε κι οτιδήποτε μπορείς να δώσεις και να πάρεις αγάπη.

Ο συλλογισμός της Δελόγγη στο σημείο των ηλικιών είναι χαρακτηριστικός. Λίγο αργότερα η ίδια η Γλαύκη, η βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος, θα επαναλάβει αυτή τη σκέψη μεταφέροντας στο Λουκά έναν στίχο του Έλιοτ για τον γέρο των ογδόντα ετών δίχως μέλλον. Ο άνθρωπος αυτός που αυτάρεσκα, (τι έξυπνη διατύπωση από τον Αθανασιάδη!) έζησε όλη του τη ζωή για πάρτη του, για να είναι ο ίδιος ευτυχισμένος. Αυτή η αυτάρκεια, η εμετική παγίδα να μην σε έχει και να μην έχεις ανάγκη κανέναν, καταντά στο τέλος η φυλακή που ο άνθρωπος στοίχειωσε τη ζωή του, δίχως να ζήσει τα μεγάλα, πλούσια και όμορφα ταξίδια στη χώρα μιας άλλης προσωπικότητας. Μένει μόνος, γερνά πιο μόνος, αυτοθαυμάζεται, προστατεύεται, δεν παθαίνει τίποτα γιατί δεν διακινδυνεύει τίποτα˙ η ασφάλεια είναι η καταδίκη του, η ποινή, το αντάλλαγμα για μια δίχως κίνδυνο ζωή.

Την Θωμαή περισσότερο από όλα την κάνει δυστυχισμένη η ανικανότητά της, η άρρητη μα έμπρακτη απαγόρευση του γιου της, να εκδηλώσει σε αυτόν την αγάπη της. Σαν να μην την έχει ανάγκη, σαν να μην έχει ανάγκη να αγαπηθεί και να αγαπήσει. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο ο Θεός γιατί ο ίδιος είναι Αγάπη. Ο Λουκάς, όμως, η Θωμαή, ο καθένας από εμάς για να ζήσει την αγάπη, για να γίνει αγάπη, χρειάζεται τουλάχιστον έναν άλλον έξω από αυτόν. Ο αποκλεισμός, η εύκολη αυτασφάλιση στα εύκολα και ακίνδυνα συναισθήματα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ξεκινούν την κόλαση μια ώρα νωρίτερα, ή καλύτερα μια ζωή νωρίτερα. Και βέβαια κόλαση δεν είναι οι τεράστιες φθορές, τα μοιραία λάθη, οι κραυγαλέες διαψεύσεις και τα ανανταπόδοτα συναισθήματα στις ανθρώπινες σχέσεις. Κόλαση είναι μάλλον η απομόνωση, η ανευθυνότητα, η απουσία από τη ζωή, η ασφάλεια, το εγωκεντρικό σύμπαν που μέσα του μετρά ο χρόνος και οι μέρες μας.

Όσες φορές κι αν διαβάζω την επιστολή της Θωμαής, πάντα παίρνω το μέρος της, πάντα την καταλαβαίνω, μολονότι ο Λουκάς και ιδιαίτερα συμπαθής μού είναι και την πράξη του καταλαβαίνω απόλυτα. Ίσως σε κάποια άλλη ζωή να καταφέρω να βρω το ατόπημα στη συλλογιστική της Δελόγγη. Δυστυχώς όμως ως τότε, παλεύοντας καθημερινά με τον «σατανά» της ηρωίδας και του περ Γκρεγουάρ, θα συνεχίσω να παίρνω το μέρος της. Μάλλον θα χρειάζομαι πολύ χρόνο να αποκαθηλώσω από τις δικές μου βεβαιότητες μία μία όλες αυτές τις παγίδες που δεν συνιστούν ζωή. Ποιος ξέρει, ίσως τότε κι εγώ θα μπορώ να λέω πως «φτάνοντας στα σαράντα μου, θα χω μέλλον˙ στὰ πενήντα μου γεγονότα να τα διηγηθώ˙ στα εξήντα μου, δράματα για ν’ αναγνωρίσω τις πλάνες μου˙ στα εβδομήντα μου, παρελθὸν˙ στὰ ογδόντα μου, … ιστορία…». Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Η αόρατη ομορφιά

Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.

Από τη συλλογή "Χαίρε ποτέ" της Κικής Δημουλά, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Ανάμεσα σε τόσα κορίτσια

Τί δύσκολη εἶναι ἡ ἀσφάλεια ἐκλογῆς τοῦ ἐρωτευμένου ματιοῦ; Πῶς ἀνάμεσα σὲ τόσα κορίτσια, ὅλα ντυμένα ὄμορφα μὲ δροσερὰ ἀναστήματα καὶ μαλλιὰ σὰ γέλια χαρᾶς χυμένα στὸ πρόσωπο, πὼς ξέρει τὸ μάτι νὰ διαλέγει τὸ μοναδικὸ ποὺ θὰ πάψει να’ ναὶ ἀντικείμενο, καὶ ἑνωμένο μὲ τὸ σχῆμα τοῦ ἐγὼ θα’ ρθεῖ νὰ κατοικήσει τὰ ὄνειρα;

Από το «Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης» του Νίκου Γ. Πεντζίκη, εκδόσεις Άγρα Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Σήμερα έκανα το τελευταίο μου μάθημα

Επιστολή Ισπανού δασκάλου στον υπουργό Wert και τη σύμβουλο μετανάστευσης Figar

Μετά από περισσότερα από 35 χρόνια υπηρεσίας στη δημόσια εκπαίδευση, σήμερα έκανα το τελευταίο μου μάθημα.

Συνταξιοδοτούμαι. Δεν είχα σκοπό να το κάνω, αλλά με αναγκάζουν οι καταστάσεις, ας το πούμε έτσι. Θα μπορούσα να πω ότι η αιτία είστε εσείς, αλλά θα ήταν αρκετά απλό και επιπλέον θα βρίσκατε αρκετούς λόγους για να δικαιολογηθείτε, καθώς δεν αντιλαμβάνεστε καθόλου όσα συμβαίνουν στο χώρο της εκπαίδευσης. Είστε εσείς που υποβάλλετε τη δημόσια εκπαίδευση σε μία σταδιακή υποβάθμιση και οδηγείτε τους εκπαιδευτικούς στο να υιοθετήσουν αμυντική στάση, κάτι που δεν θα είχε νόημα σε μία χώρα που πίστευε ότι στην εκπαίδευση βρίσκεται το μέλλον των πολιτών της και όχι οι μελλοντικοί καταναλωτές.

Έκανα το τελευταίο μου μάθημα και ήδη μου λείπουν οι μαθητές μου και οι συνάδελφοί μου. Ανάμεσα στις ευκαιρίες που μου δόθηκαν ξεκινώντας τον εργασιακό μου βίο διάλεξα αυτή που ήταν πιο κοντά στις επιθυμίες μου και τα όνειρα που είχα όντας νέος. Βρέθηκα σε έναν κόσμο όπου η συνεργασία μου προκαλούσε μεγαλύτερη ικανοποίηση από τον ανταγωνισμό . Ομολογώ ότι ποτέ δεν επιθύμησα να είμαι ανταγωνιστικός, αλλά κατάλληλος, δεν προσπάθησα να είμαι ο καλύτερος αλλά καλύτερος, για να επιτύχω αυτό που κατά βάθος όλοι αναζητούν περισσότερο από χρηματικές ανταμοιβές ή βραβεία και διακρίσεις, την ικανοποίηση να μπορούμε να κάνουμε αυτό που μας ικανοποιεί, μας αρέσει, μας κάνει να αισθανόμαστε χρήσιμοι και σημαντικοί. Δεν νιώθω ντροπή επειδή ήμουν δάσκαλος ή δημόσιος υπάλληλος, το αντίθετο, αισθάνομαι υπερήφανος. Αυτή η υπερηφάνεια, κα Figar, δεν οφείλεται στα προνόμια στα οποία αναφέρεται κάποιος συνεργάτης σας στην κυβέρνηση. Πριν ένα χρόνο, όταν προκαλέσατε τις μεγαλύτερες περικοπές που υπέστη η δημόσια εκπαίδευση της Μαδρίτης, ο κος Beteta δήλωσε ότι ήταν μία προσπάθεια να μπει ένα τέλος στα προνόμια, ότι δουλεύουμε λίγο, ότι οφείλουμε να αποδεχτούμε τις περικοπές για το συμφέρον των υπολοίπων, κλπ. Δεν αντιλαμβάνεστε τίποτα.

Το μεγαλύτερο προνόμιο ενός δασκάλου είναι που επικοινωνεί με τους μαθητές του, τους μεταφέρει τον πολιτισμό του, τους δίνει το καλύτερο εαυτό του, υπηρετεί με εντιμότητα ένα από τα παλαιότερα επαγγέλματα του κόσμου. Η στιγμή που ένα ανθρωποειδές προσπάθησε να εκπαιδεύσει ένα άλλο, να του μεταδώσει πολιτισμό αποτελεί το σημείο καμπής για την εξέλιξή στο ανθρώπινο είδος. Εσείς δεν το βλέπετε έτσι. Δε γνωρίζετε και, πράγμα που είναι και το χειρότερο, δε μπορείτε να το αντιληφθείτε, αυτό που αισθάνεται ο δάσκαλος όταν κάποιοι μαθητές συνεχίζουν να σχολιάζουν το θέμα που συζήτησαν στην τάξη μετά τη λήξη του μαθήματος, επειδή τους έχει διεγείρει το ενδιαφέρον. Δεν αντιλαμβάνεστε την αίσθηση που προκαλεί σε ένα δάσκαλο η ερευνητική ματιά ενός μαθητή που σκέφτεται και προσπαθεί να καταλάβει αυτό που του έχει παρουσιαστεί, που ανακαλύπτει από μόνος του κάτι σχετικό με τον ίδιο ή με τον κόσμο που τον περιβάλλει.

Μιλάτε μόνο για τον πολιτισμό της προσπάθειας: θα ήταν πιο χρήσιμο να προσπαθούσατε περισσότερο για τον πολιτισμό! Σας απασχολεί μόνο να επιλέγετε μαθητές για την επίτευξη του πολύ παράξενου για μένα στόχου που λέγεται ‘αριστεία’. Η αριστεία σας μου θυμίζει άλλες εποχές, ελπίζω οριστικά περασμένες. Επιθυμείτε να επιλέγετε άριστους ανταγωνιστικούς ηγέτες που θα καταφέρουν να αποσπάσουν από τις θυσίες των άλλων πολιτών την απαραίτητη αποδοτικότητα ώστε η χώρα να γίνεται συνέχεια περισσότερο ανταγωνιστική σε αυτή την βάρβαρη οικονομία της αγοράς. Υποκρίνεστε ότι προετοιμάζετε τους πολίτες για την αγορά και όχι για τη ζωή. Δε σας ενδιαφέρει τίποτα περισσότερο από το να τους ταξινομήσετε με διαδικασίες επιλογής και να τους προσφέρετε στην αγορά για να αποδώσουν το μέγιστο κέρδος. Θα είναι πολύ λίγοι αυτοί που θα ξεχωρίσουν, ‘οι άριστοι’, κάποιοι περισσότεροι που θα χειρίζονται τα μέσα παραγωγής και θα αποτελέσουν μία μεσαία τάξη και η πλειοψηφία θα αποτελέσει το εργατικό χέρι που θα γίνεται περισσότερο ανταγωνιστικό όσο περισσότερο χειραγωγημένο είναι. Με τέτοιους στόχους οι οικονομικοί οργανισμοί, και όχι οι πολιτισμικοί, δημοσιεύουν στοιχεία, όπως αυτά της PISA και τα χρησιμοποιούν για να κατατάξουν τις χώρες με κριτήρια κάποιους εκπαιδευτικούς στόχους που έχουν διατυπώσει βάσει των συμφερόντων τους. Κι εσείς με τη σειρά σας χρησιμοποιείτε αυτά τα στοιχεία για να επιτεθείτε σε ένα σύστημα που εκτός των άλλων έχει μορφώσει την καλύτερη γενιά στην ιστορία της Ισπανίας, ικανή να στελεχώσει οποιοδήποτε τομέα, ακόμα και θέσεις σχετικές με την οικονομία: την εργασία και τη δημιουργικότητα. Πολλοί πτυχιούχοι είναι αναγκασμένοι να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες. Δεν σας ενδιαφέρουν πολίτες μορφωμένοι και με κριτική σκέψη, αλλά αποτελεσματικοί υπάλληλοι. Η παιδεία είναι δικαίωμα και όχι επένδυση. Αλλά αυτό εσείς δεν το καταλαβαίνετε. Οι άνισες ευκαιρίες αρχίζουν από τον τόπο και την οικογένεια στην οποία κάποιος γεννιέται. Είναι πολύ δύσκολο οι έφηβοι που προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα να επιτύχουν υψηλούς στόχους, καθώς το σημείο αφετηρίας τους βρίσκεται πολύ μακριά από αυτούς. Γι αυτό είναι απαραίτητο να καταβάλουμε τη μεγαλύτερη προσπάθεια προς χάρη της ισορροπίας και όχι της επιλογής.

Υπάρχουν και άλλοι στοιχεία που δεν αξιολογούνται από τις ανταγωνιστικές διαδικασίες. Έχετε ασχοληθεί με τη δουλειά που γίνεται στα δημόσια σχολεία και που αφορά στην ενσωμάτωση μεγάλου ποσοστού των μεταναστών που φτάνουν στη χώρα μας; Γνωρίζετε ότι περισσότερο από το 90% του πληθυσμού του περιθωρίου βγαίνει από αυτό χάρη στην προσπάθεια πολλών δασκάλων που με επίμονη δουλειά, σχεδόν χωρίς καμιά υποστήριξη ή αναγνώριση, εξομαλύνουν την αντίθεση μεταξύ των δικαιωμάτων όσων είναι περισσότερο ενταγμένοι και όσων προσπαθούν να ενταχθούν; Γνωρίζετε πόσο δύσκολο είναι να κατορθώσεις να δώσεις ελπίδα σε νέους που προέρχονται από καταστάσεις που θα σας προκαλούσαν τρόμο αν τις γνωρίζατε; Γνωρίζετε την κατάσταση στην περιφέρεια των μεγάλων πόλεων όπου η μόνη ελπίδα για τους νέους για να ξεφύγουν από τη μιζέρια είναι το πολιτιστικό κέντρο της γειτονιάς τους;

Τα δημόσια σχολεία ήταν κέντρα πολιτισμού με δασκάλους που διέτρεχαν όλες τις περιοχές της παγκόσμιας γνώσης.

Αν υποθέσουμε ότι επιθυμείτε να μετατρέψετε το Πανεπιστήμιο σε χώρο παροχής εξειδικευμένης εκπαίδευσης για την απόκτηση δεξιοτήτων απαραίτητων για την αγορά και τα σχολεία της δευτεροβάθμιας σε οργανισμούς επιλογής προσωπικού, πού θα εκχωρήσετε το δικαίωμα της παροχής ουσιαστικής, σφαιρικής μόρφωσης για όλους τους πολίτες; Επαναλαμβάνω, η μόρφωση είναι δικαίωμα και όχι επένδυση. Έχει πει ένας ποιητής και δάσκαλος ότι ‘κάθε ανόητος μπερδεύει την αξία με την τιμή.

Πράγματι οι δάσκαλοι είμαστε προνομιούχοι, νιώθουμε πιο ευτυχισμένοι με το να μοιραζόμαστε από το να ανταγωνιζόμαστε. Αλλά εσείς ποτέ δε θα καταλάβετε άλλο κίνητρο από τον ανταγωνισμό και την οικονομική αποτελεσματικότητα και ούτε που θα σκεφτείτε ότι υπάρχουν άνθρωποι που οι επιθυμίες τους και τα κίνητρά τους είναι διαφορετικά από τα δικά σας.

Δε θα αποφάσιζα να συνταξιοδοτηθώ αν τα πράγματα ήταν όπως πριν από κάποια χρόνια. Αισθανόμουν πια φόβο ότι θα χάσω το κέφι μου και ότι θα εξαντληθώ μέχρι να απαρνηθώ το επάγγελμα που με έκανε τόσο ευτυχισμένο. Δε φεύγω επειδή θέλω να αφήσω τους αγαπημένους μου μαθητές ή τους συναδέλφους μου με τους οποίους απολαμβάνουμε αμοιβαία εκτίμηση. Καταλαβαίνετε ότι κάποιος επιδιώκει πρωτίστως το συναίσθημα από το προνόμιο; Εσείς μας υποτιμάτε διαρκώς και είναι δύσκολο να αντέξουμε αυτό που θα φέρει η ‘ανταγωνιστικότητά’ σας.

Σήμερα είπα στους μαθητές μου ότι υπάρχει η πιθανότητα να τους πάρουν τα χρήματα ή τα καταναλωτικά αγαθά, αλλά ποτέ δε θα μπορέσουν να τους κλέψουν τη γνώση, την κουλτούρα τους, ούτε και να τους τις περικόψουν. Τους ενθάρρυνα να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους. Τους ευχήθηκα καλή επιτυχία για να επιτύχουν να εργαστούν ή να αναπτύξουν ένα επάγγελμα που τους ευχαριστεί και τους κάνει περισσότερο ευτυχείς. Να εργάζονται και να συνεργάζονται με ευγενή άμιλλα και όχι ανταγωνιστικά. Τότε θα απολαύσουν περισσότερα και θα αποζημιωθούν καλύτερα, όπως έχω διαπιστώσει επικοινωνώντας με δύο γενιές πολιτών, που ήταν μαθητές μου.

Σήμερα έκανα το τελευταίο μου μάθημα, αλλά φοβάμαι ότι εσείς δεν έχετε καταλάβει τίποτα.

Carlos Pulido Bordallo

Πηγή

greekteachers.gr Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Η ανταπόδοση

Λέω: κι αυτό θα ’ρθει. Και τ’ άλλο θα περάσει.
Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι
Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα
Όμως
Ακριβώς
Προς
Την αντίθετη κατεύθυνση

Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.

Οδυσσέας Ελύτης «Villa Natacha» Εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Της καληνύχτας τα φιλιά

Κι ύστερα θα έρθει το τέλος όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Οι άνθρωποι γύρω μου θα μαζευτούν ανταλλάσσοντας ευχές και φιλιά, θα μοιραστούν προσδοκίες και ελπίδες, θα αποχαιρετήσουν εύκολα τον χρόνο που πέρασε, το παλιό πεθαίνει πάντα τόσο ανέξοδα, τόσο εύκολα, το νέο είναι πάντα τόσο άγνωστο, τόσο ελπιδοφόρο, αιώνια τόσο καλύτερο από το παρελθόν!

Ύστερα οι άνθρωποι γύρω μου θα συναθροιστούν γύρω από τη βασιλόπιτα, από το εορταστικό τραπέζι, νέες ευχές, νέες ελπίδες, νέα βλέμματα, νέα χτυποκάρδια, νέοι άνθρωποι, τόσοι νέοι ωραίοι άνθρωποι, ο νέος χρόνος είναι υπέροχος, κάθε νέος χρόνος είναι υπέροχος, χρόνια πολλά, καλή χρονιά, καλύτερη από τη προηγούμενη, από τις προηγούμενες αυτός ο χρόνος είναι ο καλύτερος σίγουρα θα είναι ο καλύτερος, καλή χρονιά, ναι αυτή αναμφίβολα θα είναι η καλύτερη χρονιά!

Έπειτα τα πρώτα δευτερόλεπτα του χρόνου θα γίνουν λεπτά, τα λεπτά ώρες, οι ώρες στιγμές, οι στιγμές ώρες, κάτι πιο λίγο από χρόνο, από τα τόσα χρόνια που χωράνε στη μια και μοναδική ζωή. Η ώρα θα είναι περασμένη, πρέπει να φύγω, γιατί κάθε χρόνο πάντα φεύγω πρώτος; Νέες ευχές, νέα φιλιά, νέες ελπίδες, νέες προσδοκίες χρόνια πολλά, καλή χρονιά, καλύτερη από τη προηγούμενη, από τις προηγούμενες αυτός ο χρόνος είναι ο καλύτερος σίγουρα θα είναι ο καλύτερος, καλή χρονιά, ναι αυτή αναμφίβολα θα είναι η καλύτερη χρονιά! Της καληνύχτας τα φιλιά έχουν αλήθεια μια γλύκα τόση που κρύβουν όμορφα και τόσο πρόχειρα την χιονισμένη πίκρα και τον αγέραστο φόβο απ’ τον καθένα, ακόμη κι από τον πιο καλά κρυμμένο αγαπημένο μου εαυτό.

- Για μισό λεπτό! Ναι, εσύ άνθρωπε των σαράντα σχεδόν πρωτοχρονιάτικων φιλιών για περίμενε λίγο, για μισό λεπτό, μισό λεπτό, ανάμεσα στα τόσα αναρίθμητα του νέου χρόνου, μόνο μισό λεπτό. Σε σένα μιλώ. Πού νομίζεις πως πας; Γιατί φεύγεις, αλήθεια πάντα πρώτος, από εκεί που πρέπει να μένεις ως το τέλος; Δεν σου έχει πει κανένας αναθεματισμένος δικός σου άνθρωπος πως το πιο σημαντικό που έχεις να πεις το εξομολογείσαι σε μια αγκαλιά και ίσως για μια και μόνη φορά όσο ζεις;

Δεν σου έχει πει κανένας πως το παρελθόν σου, που τόσο εύκολα προσπερνάς, είναι αυτό που πριν ένα χρόνο σε τούτη τη σκηνή ακριβώς, έταζες όρκους σαν σε εικόνισμα σε κάποιο μακρινό αγαπημένο ξωκλήσι; Το ξέχασες κιόλας ε; Ξέχασες τις ελπίδες σου, τις υποσχέσεις και το όραμα, τον ίδιο σου τον εαυτό, ακόμη κι αυτόν το ξέχασες πως έφτασε σήμερα σ’ αυτά τα φιλιά της καληνύχτας επειδή μέρα μέρα τόσο καιρό ανέπνεε όνειρα κι αισθήματα σε τούτο το σάρκινο έλυτρο; Πόσο εύκολα σε έμαθαν να συγκρίνεις πράγματα ανόμοια, ανθρώπους ανόμοιους, ζωές ανόμοιες, ιστορίες ξένες, πόσο εύκολα έμαθες ανόητε εύκολα να συγκρίνεις…

Θυμάσαι τις πίκρες που σου έδωσα, τις διαψεύσεις, την αβάσταχτη απογοήτευση, τη ρουτίνα, την μονοτονία, τη λύπη και τον πόνο; Ξέρεις όμως γιατί απ’ τη ζωή σου δεν θα βγω; Γιατί δίχως αυτά δεν θα ήσουν εσύ τόσο πιο όμορφος από την ασχήμια της πίκρας, τόσο πιο δυνατός από την αδυναμία των διαψεύσεων, τόσο πιο ευχάριστος από την δυστυχία της αβάσταχτης απογοήτευσης, τόσο πιο νέος από τα γηρατειά της ρουτίνας, τόσο πιο φωτεινός από το σκοτεινό αδιέξοδο της μονοτονίας, τόσο πιο σίγουρος για τη ζωή από την ύπουλη δειλία της λύπης και τόσο πιο αληθινός για εσένα από τις ελεεινές υποσχέσεις του ψεύτικου πόνου. Σου έδωσα τα πάντα για να ξέρεις ποιος είσαι, πού πηγαίνεις και γιατί. Τα ξέχασες ε; Τα ξέχασες…

Κάτι τελευταίο λίγο πριν το τελευταίο φιλί της καληνύχτας. Σκύψε λίγο να με ακούσεις. Αυτό πρέπει να στο πω ψιθυριστά. Της καληνύχτας τα φιλιά, δεν είναι δώρα, δε φεύγω απόψε κι απ΄ τη ζωή σου δεν θα βγω. Όσα χρόνια και αν περάσουν εδώ θα μείνω θα σε κρατάω αγκαλιά, θα σ’ ανακρίνω. Δε πάω πουθενά δίχως εσένα. Σε κάθε νέα χρονιά πίσω από τα φιλιά για το νέο χρόνο θα κρύβονται αυτά τα αναθεματισμένα, αυτά τα πανέμορφα και τόσο δυσβάστακτα να δώσεις σε κάποιον αληθινά έξω από σένα, φιλιά της καληνύχτας. Η σχέση μας θα είναι ισόβια μισή. Το άλλο μισό το δικό σου σε κάθε τι καινούριο που ζεις θα το κουβαλάω εγώ στο παρελθόν σου, θα γίνεσαι ό,τι κάθε μέρα άφησες πίσω σου, ό,τι αγάπησες, ό,τι μίσησες, ό,τι κράτησες κι ό,τι άφησες. Την υπόλοιπη ζωή σου την έχω εγώ, εσύ έχεις δικό σου μόνο το όμορφο παρόν. Το τόσο όμορφο, λίγο και εύθραυστο, πολύτιμο παρόν. Της καληνύχτας τα φιλιά δεν είναι δώρα… Δεν σου χαρίζω τίποτα. Μου ανήκει το παν, εκτός από αυτό που τώρα ζεις, για λίγο όμως, μόνο για λίγο. Αν μ’ αγαπάς πρόσεχε τι ζεις. Αν περισσότερο αγαπάς τον εαυτό σου πάλι πρόσεχε τι ζεις.

- Καλή χρονιά …

- Καλή χρονιά! Εδώ να μείνεις της καληνύχτας τα φιλιά … μη μου τα δίνεις… Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Το σφάλμα μου

Είναι τρεις το βράδυ μετά τα μεσάνυχτα. Τα Χριστούγεννα πέρασαν, έγιναν πια παρελθόν, ανήκουν αλλού, στους άλλους, στο παρελθόν. Τι έμεινε; Τι από όλα πίσω από τις αναρίθμητες τυπικές ευχές έμεινε; Κάθομαι στο κρεβάτι μου και με το φως ενός κεριού προσπαθώ να γράψω τις σκέψεις μου, όσες μου έμειναν μετά τις γιορτινές ευχές όλων. Τρέχω να προφτάσω το μυαλό μου μα αυτό δεν σταματά. Δεν κουράζεται να σκαρφαλώνει σε ψηλά βουνά, να ξεκουράζεται στα σύννεφα, να κυλά στα δροσερά ποτάμια και... να! Πάλι να περπατά στ' αστέρια! - Απλώνω τα χέρια μου το πιάνω με δύναμη και το βυθίζω στην καρδιά μου. Σήμερα χτυπά. Χτυπά γρήγορα για έναν άνθρωπο που με' μαθε την αγάπη. Που μ' έκανε να πιστεύω πως υπάρχει αγάπη. Ναι! Υπάρχει αγάπη! - Υπάρχει αλλά δεν φτάνει αυτό. Γιατί; Γιατί έναν χρόνο μετά διαπίστωσα πως δεν φτάνει να γνωρίσεις την αγάπη. Πρέπει να μάθεις να την διαχειρίζεσαι. Να μάθεις να παλεύεις γι' αυτήν. Πρέπει σαν την φωτιά να την κρατάς πάντα αναμμένη. Εγώ δυστυχώς από τον φόβο μην χάσω αυτό το τόσο όμορφο συναίσθημα έπεσα σε λάθη. Και αντί για ξερά ρίχνω στη φωτιά βρεγμένα ξύλα. Γιατί το κάνω αυτό; Αυτή η απορία σήμερα που φεύγουν τα Χριστούγεννα με κρατά ξύπνιο.

Κάθε φορά που βλέπω την φωτιά να τρεμοσβήνει, κλαίω. Δεν το θέλω και όμως το κάνω. Δεν αντέχω το κρύο και όμως εγώ την σβήνω. Γιατί; Γιατί από μικρός είχα κλείσει την καρδιά μου σε μέρη μυστικά μην την βρουν και μου την πάρουν άνθρωποι «κακοί» και μου την καταστρέψουν. Και να που μετά από τόσα χρόνια εκεί που δεν το περίμενα βρέθηκε ο άνθρωπος που μ' έκανε να την βγάλω και να του την χαρίσω. Να την δώσω και να πάρω την δική του. Όμως παρά τα χρόνια μου στην αγάπη... μπουσουλάω! Προσπαθώ να κάνω τα πρώτα μου βήματα και πέφτω. Πέφτω, κλαίω και σηκώνομαι. Δεν πρέπει να ξαναπέσω! Γιατί κάθε φορά που πέφτω φοβάμαι μήπως όταν σηκωθώ η φωτιά δεν θα καίει πια... - Και όμως μέχρι σήμερα συμβαίνει το αδύνατον. Η φωτιά όχι μόνο καίει αλλά και δυναμώνει. Μεγαλώνει αντί να μικραίνει. Για πόσο ακόμη; ΣΥΓΝΩΜΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!!!

Από το «Γράμματα στην Έφη» του Φρήντριχ Φρέμπερ εκδόσεις Ηλακάτη Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Θέλω να μου χαρίσεις κάτι

- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι. - Ό,τι θες.
- Ό,τι θέλω; Τ' ορκίζεσαι; - Στ' ορκίζομαι.
- Είναι δύσκολο. - Δε πειράζει.
- Είναι ακριβό. - Δε με νοιάζει.
- Είναι σπάνιο. - Τόσο το καλύτερο.
- Είναι επικίνδυνο. - Δεν φοβάμαι.
- Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις. - Θα γίνω νερό να σβήσω τη φωτιά.
- Μπορεί να σου γλιστρήσει απ' τα χέρια και να φύγει. - Θα το ξαναπιάσω.
- Μπορεί να πάει πολύ μακριά. - Θα το κυνηγήσω.
- Μπορεί να χαθεί στον ουρανό. - Θα γίνω πουλί να το ψάξω.
- Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα. - Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.
- Μπορεί να πνιγεί στο σκοτάδι. - Θα περιμένω τα χαράματα.
- Μα μπορεί να διαλυθεί ως τότε. - Θα φέρω τ' άστρα να φωτίσουν πιο νωρίς.
- Είναι τόσο μικρό, δεν θα μπορέσεις να το πιάσεις. - Θα ζητήσω σ' ένα μυρμήγκι να με βοηθήσει.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν σπίτι; - Θα φέρω γερανό.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν βουνό; - Θα φέρω ένα γερανό πιο μεγάλο από βουνό.
- Υπάρχει; - Θα τον φτιάξω.
- Που ξέρεις να φτιάχνεις γερανούς; - Δεν ξέρω.
- Τότε; - Τότε θα μάθω.
- Από που; - Από τα βιβλία.
- Κι αν δεν το λένε τα βιβλία; - Θα βρω το γέροντα που φτιάχνει γερανούς.
- Κι αν έχει πεθάνει; - Θα βρω τον άλλον γέροντα.
- Ποιον άλλον γέροντα; - Εκείνον που ξέρει όλα τα βότανα.
- Όλα τα βότανα; - Όλα τα χόρτα και τα μικρά άνθη του αγρού. Ξέρει τι μάγια κρύβουν.
- Και πως θα φέρει εκείνος το βουνό; - Όχι εκείνος, εγώ. Θα μου δώσει βότανα να πιω, να γίνω τόσο δυνατός, που θα μπορέσω να το σηκώσω το βουνό.
- Εμένα θα μπορείς να με πάρεις αγκαλιά; - Πάντα.
- Τώρα. - Τώρα. Έλα, τι θέλεις;
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι. - Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι, ό,τι θέλω, τ' ορκίζεσαι; - Στ' ορκίζομαι.
- Θέλω ... θέλω κάτι που δε υπάρχει πουθενά. - Να το φτιάξουμε.
- Με τι; - Με τι θέλεις;
- Δεν ξέρω. - Να το φτιάξουμε με ξύλο καρυδιάς και χρυσά καρφιά.
- Όχι, όχι δεν είναι έτσι. - Να το φτιάξουμε με πούπουλα και ψίχουλα, με σταγόνες και γαργαλήματα και να του βάλουμε ένα κλειδί να το κουρδίζεις.
- Όχι, όχι, δεν θέλω κλειδί. - Γιατί;
- Μπορεί να το χάσω. - Θα στο κρεμάσω στο λαιμό.
- Μπορεί να χαθώ κι εγώ. - Θα έρθω να σε βρω.
- Κι αν δεν μπορείς να με βρεις; - Θα μπορέσω.
- Κι αν είναι σκοτάδι; - Θ' ανάψω κερί.
- Κι αν λιώσει το κερί; - Ως τότε θα σ' έχω βρει.
- Κι αν όχι; - Θα ψάχνω ώσπου να σε βρω.
- Πόσο θα ψάχνεις; - ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!
- Τι θα πει για πάντα; - Ότι Σ' ΑΓΑΠΩ!
- Κι εγώ τι θα κάνω ώσπου να με βρεις; - Μπορείς να κοιμηθείς.
- Που; - Κάτω από μια μυρσινιά.
- Που έχει μυρσινιές; - Παντού.
- Έχει και λιοντάρια παντού; - Όχι.
- Που έχει λιοντάρια; - Στη ζούγκλα.
- Είναι κοντά η ζούγκλα; - Πολύ μακριά. Στην άλλη άκρη του κόσμου...
- Δεν μπορούν να έρθουν εδώ ποτέ; - Ποτέ.
- Τ' ορκίζεσαι; - Στ' ορκίζομαι.
- Ξέχασα τι θα πει για πάντα. - Θα πει ότι σ' αγαπώ.
- Πόσο; - Ως τον ουρανό.
- Ναι, ναι. Να κοιμηθώ τώρα; - Ναι. - Θα με πάρεις αγκαλιά; - Ναι.
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι. - Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι, ό,τι θέλω, τ' ορκίζεσαι; - Ναι.

Ανθή Δοξιάδη-Τριπ, Εκδόσεις Άγρα Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Γυάλινα Γιάννενα

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ’μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ’ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ’ αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Από τα Γυάλινα Γιάννενα του Μιχάλη Γκανά, εκδόσεις Καστανιώτη Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Παράθυρο νοσοκομείου

Ολόκληρη η ανάρτηση...