Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής
Ένας «Βέβηλος» Άγιος


του Δημήτρη Αρκάδα

Ο όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής, κατοικούσε για δεκαπέντε περίπου χρόνια, σε μια σπηλιά, έξω από την πόλη Πορφυριανή. Ήταν τέτοια η άσκηση και ο αγώνας του, ώστε αξιώθηκε σε θαυματουργά έργα από την χάρη του Χριστού: εξεδίωκε δαίμονες, γιάτρευε αρρώστιες και θεράπευε ανίατα πάθη. Γι’ αυτό και η φήμη του ανάμεσα στους ευσεβείς χριστιανούς της περιοχής του, αλλά και σε αλλόθρησκους, μεγάλωνε όλο και περισσότερο.

Φοβούμενος, όμως, τους πειρασμούς της καλής γνώμης των ανθρώπων, αλλά και της κενοδοξίας, ο όσιος Ιάκωβος ενέτεινε τον ήδη σκληρό ασκητικό του αγώνα. Μπήκε ακόμα πιο βαθιά στην έρημο, τρώγοντας μόνον άγρια χόρτα, για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Όλοι πλέον τον θεωρούσαν ένα ζωντανό υπόδειγμα του Χριστού. Ήταν ένας άγιος πατέρας, τόσο για τους λαϊκούς που κατάφερναν να τον πλησιάσουν, όσο και για τους μοναχούς, των πενήντα περίπου μοναστηριών τα οποία τρέφονταν πνευματικά από αυτόν.

Ο όσιος πλησίαζε τα εξήντα πέντε χρόνια του. Κι ενώ θα περίμενε κανείς ένα ήσυχο και ειρηνικό τέλος γι’ αυτόν τον άνθρωπο του Θεού, αυτός έζησε κατά παραχώρηση του Χριστού μια τέτοια πειρασμική εμπειρία, η οποία τον έφερε στο χείλος της αβύσσου.

Είχε θεραπεύσει μια ακόμη κοπέλα, η οποία υπέφερε από την παρουσία ενός ακαθάρτου πνεύματος. Οι γονείς της, προκειμένου να αποθεραπευτεί, παρακάλεσαν τον όσιο Ιάκωβο να την κρατήσει λίγες μέρες στο κελί του. Και τότε ήταν που ο διάβολος εξαπέλυσε την τρομερότερη επίθεσή του στον ταλαίπωρο γέροντα, βασανίζοντας και αιχμαλωτίζοντας τόσο τον λογισμό του, ώστε βίασε την κοπέλα εκείνη και για να μην το μάθει κανείς, την δολοφόνησε και πέταξε την σωρό της στο διπλανό ποτάμι.

Όταν συνειδητοποίησε το τριπλό έγκλημα που είχε διαπράξει (βιασμό, δολοφονία και βεβήλωση νεκρού), γεμάτος απόγνωση εγκατέλειψε την έρημο και άρχισε να περιφέρει το σαρκίο του με ακατάπαυστο θρήνο, με χτυπήματα πένθους στο στήθος του και πτώσεις πάνω στην ξερή γη.

Η χάρις, όμως, του Χριστού δεν τον είχε εγκαταλείψει εντελώς. Έφερε στον δρόμο του έναν φωτισμένο ηγούμενο, ο οποίος, βλέποντας την άθλια κατάστασή του και μαθαίνοντας τι είχε συμβεί, του υπενθύμισε αυτό που ο ίδιος είχε λησμονήσει, μπροστά στο ένταση των εγκλημάτων του: ότι η πτώση του έγινε εξ αιτίας της υπερηφανείας του και ότι ο Θεός περίμενε ακόμη την βαθιά του μετάνοια. Κι ο όσιος Ιάκωβος έδειξε έμπρακτα την μετάνοιά του. Βρήκε έναν τάφο, συνέλεξε τα οστά σε μια γωνιά και έκανε το μέρος αυτό κατοικία του, ζητώντας ακατάπαυστα το μέγα έλεος του Θεού. Έγινε ένας θαμμένος ζωντανός, για δέκα ολόκληρα χρόνια, τρώγοντας μόνον τα χόρτα που φύτρωναν γύρω από τον τάφο-κατοικία του.

Και ήλθε η μέρα που ο Θεός έδειξε με έργα την αποκατάσταση του βασανισμένου παιδιού του. Ο επίσκοπος της περιοχής, καθώς προσευχόταν μαζί με όλους τους κατοίκους για να βρέξει και να λήξει η ανομβρία που έπληττε τον τόπο, έλαβε πληροφορία από τον Θεό, ότι το αίτημά τους θα πραγματοποιηθεί, μόνο αν προσευχόταν γι’ αυτό ο όσιος Ιάκωβος. Όλος ο λαός κινητοποιήθηκε, πήγε και παρακάλεσε τον άγιο να τους βοηθήσει. Και όχι μόνο η βροχή ήλθε, αλλά ο άγιος ξαναβρήκε τα ιαματικά του χαρίσματα, βοηθώντας ξανά τους αναγκεμένους συνανθρώπους του.

Έναν χρόνο μετά, ο όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής, ο βιαστής και δολοφόνος άγιος, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών. Ήταν η 28η ημέρα του Γενάρη, η μέρα που έκτοτε η Εκκλησία τον θυμάται και τον μνημονεύει, για να μην λησμονήσουμε ποτέ, εμείς οι μικρότεροι ή μεγαλύτεροι εγκληματίες χριστιανοί, την «κραταιά ως θάνατον» αγάπη του Τριαδικού Θεού. Αλλά και για να υπονομεύεται διαρκώς η λογική του «κόσμου τούτου», να μωραίνεται εκ θεμελίων η σοφία της καθημερινότητάς μας, να αντιληφθούμε, όσοι θέλουμε να φέρουμε το όνομα των φίλων του Χριστού, την μέχρις εσχάτων αναμέτρηση στην οποία μας καλεί να ματώσουμε η Θεία Αυθαιρεσία.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Όχι μ' αυτούς

Κύριε, ὄχι μ' αὐτούς. Γνώρισα
τὴ φωνὴ τῶν παιδιῶν τὴν αὐγὴ
πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας
χαρούμενα σὰ μέλισσες καὶ σὰν
τὶς πεταλοῦδες μὲ τόσα χρώματα.
Κύριε ὄχι μ' αὐτούς, ἡ φωνή τους
δὲ βγαίνει
κἂν ἀπὸ τὸ στόμα τους.
Στέκεται κεῖ κολλημένα σὲ κίτρινα δόντια.

Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ ἀγέρας
μ' ἕνα ἄστρο κρεμασμένο στὸ στερέωμα,
Κύριε, δὲ ξέρουνε πῶς εἴμαστε
ὅ,τι μποροῦμε νὰ εἴμαστε
γιατρεύοντας τὶς πληγές μας μὲ τὰ βότανα
ποῦ βρίσκουμε πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς
ὄχι ἄλλες, τοῦτες τὶς πλαγιὲς κοντά μας,
πῶς ἀνασαίνουμε ὅπως μποροῦμε ν' ἀνασαίνουμε
μὲ μιὰ μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ
ποῦ βρίσκει τ' ἀκρογιάλι ταξιδεύοντας
στὰ χάσματα τῆς μνήμης.

Κύριε, ὄχι μ' αὐτούς.
Ἂς γίνει ἀλλιῶς τὸ θέλημά Σου.

Τα «Ποιήματα» του Γιώργου Σεφέρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Ο δρόμος για την αγάπη

Δεν φτάνουμε στην αγάπη
βρίσκοντας ένα τέλειο άνθρωπο,
αλλά μαθαίνοντας να βλέπουμε
ένα ατελή άνθρωπο τέλεια.

Από το «Να αγαπάς και να αγαπιέσαι» του Sam Keane, εκδόσεις Γλάρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

Η φυγή

Στό χυδαῖο αὑτό καρναβάλι, ἐφόρεσα ἀληθινή πορφύρα, στέμμα ἀπό καθαρό, ἀτόφιο χρυσάφι, Ὕψωσα ένα σκῆπτρο πάνω ἀπό τά πλήθη, κ' ἐπήγαινα ἀκολουθώντας τήν ἐσωτερική μου φωνή. Ἔχανα τη συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ ἐπήγαινα, σάν ὑπνοβάτης, ἀκολουθώντας τήν ἐσωτερική μου φωνή. Οἱ παλιάτσοι ἔτρεχαν μπροστά μου ή ἐχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Ἐφώναζαν, ἐχτυποῦσαν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπήγαινα βλέποντας τα σύννεφα> κι ἀκολουθώντας τήν ἐσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα ἐπροχωροῦσα. Μέ τούς ἀγκῶνες ἄνοιγα τόπο, ἀφήνοντας πίσω μου ράκη. Ἀποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στὸν ἥλιο ἔσπαζαν οἱ καγχασμοί τῶν ἄλλων. Κι ήμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σάν τσακισμένο δέντρο, ἄκουσα γιά τελευταία φορᾶ τήν ἐσωτερική μου φωνή.

Τα «Πεζά» του Κώστα Καρυωτάκη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νεφέλη

Ο Κώστας Καρυωτάκης γράφει το συγκεκριμένο απόσπασμα από τη Φυγή του, στην Πάτρα μετά το Καρναβάλι του 1928, δηλαδή τέλη Φεβρουαρίου ή αρχές Μαρτίου του ίδιου χρόνου.

Αυτή του την εμπειρία, μια από τις αγαπημένες του διασκεδάσεις τη μεταφέρει στο χαρτί με τη προσωπική του ιδιαιτερότητα. Είναι από τα πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα της ιδιοσυγκρασίας του ποιητή. Το χυδαίο καρναβάλι είναι η ίδια η ζωή. Όλοι ντύνονται μάσκες, κυκλοφορούν ως άγνωστοι, με προσωπείο μεταξύ τους και σχετίζονται με τους λοιπούς θιασώτες σε μια επιφάνεια εφήμερων, δίχως νόημα διασκεδαστικών στιγμών.

Ο ίδιος όμως έχει βαθειά συναίσθηση της ιδιαιτερότητάς του. Δε ντύνεται τα ρούχα της Αποκριάς ούτε βάζει φτηνές μάσκες για να κρυφτεί. Βάζει αληθινή πορφύρα και στέμμα από ατόφιο χρυσάφι. Δεν τον αναγνωρίζει κανείς πως είναι βασιλιάς γιατί μέσα σε ένα καρναβάλι κανείς δεν παίρνει σοβαρά κανέναν. Κι αυτό είναι που το κάνει, για τον ποιητή, χυδαίο. Σαν βασιλιάς ο Καρυωτάκης υψώνει πάνω από τα πλήθη ένα σκήπτρο. Δεν το προσέχει κανείς. Ο ίδιος ακολουθεί την εσωτερική του φωνή ενώ όλοι οι άλλοι, όλους τους άλλους. Αυτός ξέρει που πηγαίνει, οι άλλοι απλά ακολουθούν. Ο ίδιος είναι βασιλιάς και δεν κρύβεται, οι άλλοι είναι μόνο θιασώτες και δεν είναι σε θέση να ακολουθήσουν παρά μόνο το ρεύμα.

Μόνος αυτός λοιπόν, εγκαταλείπει τη συνείδηση του πανηγυριού και περπατά στα βήματα που σαν υπνοβάτης τον καθοδηγεί η εσωτερική του φωνή. Στο κόσμο του καρναβαλιού όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η εσωτερική φωνή αγνοείται. Ενδιαφέρει αποκλειστικά ο εξωτερικός κόσμος. Μετριέσαι από την εικόνα του ευτυχισμένου που δίνεις, από το πόσο καλά κρύβεσαι πίσω από τη μάσκα, κατά πόσον συγκινείς τα κριτήρια αυτών που θέλουν οι άλλοι να δουν σε σένα. Σε σένα τον τυχαίο, τον αδιάφορα περαστικό, τον ίδιο σαν όλους, τον καλά κρυμμένο κι όμως ανενδοίαστα τολμηρό. Δε σε ξέρει κανείς. Ο εαυτός σου που σε ξέρει καλύτερα από τον καθένα εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει, είσαι σε καρναβάλι, πρέπει να διασκεδάσεις, κινήσου ζωηρά, διασκέδασε, δείξε πως χαίρεσαι, κρύψου καλά.

Δίπλα σου περνά ένας αληθινός βασιλιάς αλλά ποιος ενδιαφέρεται; Γιατί να ξεχωρίσεις κάποιον σε έναν κόσμο που θέλει να βλέπει τους ήρωες ή τους βασιλιάδες μόνο σαν φιγούρες καρναβαλιού; Κι όμως η πορφύρα του ποιητή είναι αληθινή, το στέμμα από ατόφιο χρυσάφι. Οι παλιάτσοι (τι έξυπνη γενικολογία!) τρέχουν δίπλα του, χορεύουν δαιμονισμένα, φωνάζουν, χτυπούν. Αυτή η σκηνή του είναι αδιάφορη. Γι’ αυτό σηκώνει το βλέμμα μακριά τους, στον ουρανό. Κοιτά ψηλά τα σύννεφα κι ακούει μόνο την εσωτερική του φωνή. Προχωρά με δυσκολία. Ανάμεσα σε αδιάφορους, βαρετούς και ξένους ανθρώπους, ανοίγει δρόμο με τους αγκώνες γιατί θέλει να προχωρήσει, ξέρει που θέλει να πάει, αφήνει πίσω του ράκη, ανθρώπους που ακολουθούν το ρεύμα που πάνε όλοι μαζί κάπου με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια ανυπαρξία προσανατολισμού.

Όμως σπρώχνοντας και ανοίγοντας δρόμο με τους αγκώνες, στο τέλος ματώνει, κουράζεται, οι άλλοι τον τσαλαπατούν γιατί είναι πολλοί κι αυτός ένας που βαδίζει με διαφορετικό τρόπο και ενδυμασία σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτούς. Και στο τέλος μένει γυμνός, ακούγοντας τους καγχασμούς των άλλων και γέρνει εξαντλημένος από την κούραση σαν τσακισμένο δέντρο. Μόνος ανάμεσα σε πολλούς, ένας απογυμνωμένος βασιλιάς που του ξέσκισαν τα ρούχα αδιάφοροι και άγνωστοι παλιάτσοι.

Το σπουδαίο όμως για τον Καρυωτάκη είναι αυτό ακριβώς που ειρωνεύεται στην ανικανότητα των άλλων. Ο ίδιος είναι γυμνός, εξαντλημένος σαν ετοιμοθάνατος, μέρος κι αυτός του χυδαίου καρναβαλιού αλλά ακούει ακόμη, για τελευταία φορά πριν φύγει, την εσωτερική του φωνή. Αυτή δεν εγκατέλειψε, γι’ αυτή δεν έγινε ένας παλιάτσος για χάρη των άλλων, δε πρόδωσε τη βασιλική του ιδιότητα στα μάτια περαστικών που ήξεραν μόνο να διασκεδάζουν σαν θιασώτες καρναβαλιού. Αυτοί παραμένουν άγνωστα ενωμένοι, πίσω από τις μάσκες τους και γι’ αυτό συνεχίζουν, διασκεδάζοντας σαν όλους, να ματώνουν βασιλιάδες που βαδίζουν με άλλο τρόπο αντίθετα από τη κατεύθυνσή τους. Ο Καρυωτάκης πλέον είναι γυμνός, τα πλήθη δεν αναγνωρίζουν βασιλιάδες, αλλά παραμένει ιδιαίτερος και με πλήρη επίγνωση της αξίας και του προσανατολισμού του.

Το καρναβάλι δεν τον χωρά πια. Αυτό συνεχίζεται μα ο ίδιος δεν ακούει τίποτε από την οχλαγωγία παρά την εσωτερική του φωνή. Ο γυμνός βασιλιάς θα βρεθεί τον Απρίλη του 1928 από κάποιους παλιάτσους περαστικούς στη λίμνη της Πρέβεζας. Και θα φορά μόνο την αιμάτινη πορφύρα του σαν στέμμα από ατόφιο χρυσάφι.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Η τελευταία διάλεξη
του Ράντυ Πάους

Κατά καιρούς έχουν γραφεί πολλά βιβλία για ανθρώπους που μπροστά στον επικείμενο θάνατό τους αναπτύσσουν διάφορες περί ζωής θεωρίες. Το ύφος είναι συνήθως τετριμμένο και σίγουρα οι περισσότεροι θα νιώθουμε πως τα περισσότερα τα έχουμε ξανακούσει. Η πρόταση του Υπουργείου ονείρων διαφέρει. Το σημαντικό με τούτο το βιβλίο είναι η ιδιαιτερότητα του συγγραφέα και ο συνδυασμός απλότητας και πρακτικής των γραφομένων.

Ο Ράντυ Πάους έχασε τη μάχη με τον καρκίνο στις 25 Ιουλίου 2008. Ζούσε στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους. Ήταν καθηγητής Επιστήμης Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Carnegie Mellon. Από το 1988 ως το 1997 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια. Υπήρξε διακεκριμένος επιστήμονας και ερευνητής με σπουδαία επαγγελματική δράση και συνεργασία με τους μεγαλύτερους οργανισμούς Πληροφορικής.

Ο θεσμός της «Τελευταίας διάλεξης», διαδεδομένος στις ΗΠΑ, απευθύνεται σε προσωπικότητες της επιστήμης και της τέχνης, που καλούνται να αναλογιστούν γύρω από τα σημαντικά γεγονότα της ζωής καθώς και σε ό,τι αποκόμισαν, σε ό,τι έμαθαν από την πείρα τους. Όταν ζητήθηκε από το Ράντυ Πάους να δώσει μια τέτοια διάλεξη, δε χρειάστηκε να φανταστεί ότι θα ήταν η τελευταία του, καθώς λίγο καιρό πριν του είχε διαγνωστεί ανίατος καρκίνος. Όμως η διάλεξη που έδωσε («Πραγματοποιώντας τα παιδικά σου όνειρα») δεν αφορούσε στο θάνατο.

Σε αυτή τη διάλεξη ο Πάους πραγματεύεται τις προτεραιότητες και τις αξίες, συνδυάζει τη σοφία, την έμπνευση και το χιούμορ, δίνοντας ένα σπουδαίο μάθημα ζωής γραμμένο με ανεξίτηλο μελάνι.

Ενθαρρύνει τον αναγνώστη να ζει γενναιόδωρα και να μεγιστοποιεί τις ευκαιρίες της κάθε ημέρας. Η σοφία και η ευγένεια συνδυάζονται για να μας προταθεί η εμπειρία της ολοκληρωμένης ζωής μέσα στα χρονικά όρια της καθημερινότητας.

«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα χαρτιά που μας μοιράζουν, μπορούμε όμως να παίξουμε το παιχνίδι με το δικό μας τρόπο».

Τι θα αφήναμε πίσω μας αν ξέραμε ότι πολύ σύντομα θα πεθάνουμε; Αν αύριο χανόμασταν, ποια θα θέλαμε να είναι η κληρονομιά μας; Αφορούσε στη σημασία να ξεπερνάς τα εμπόδια, να εκπληρώνεις τα δικά σου όνειρα, αλλά και να βοηθάς να γίνουν πραγματικότητα τα όνειρα των άλλων, να αξιοποιείς την κάθε στιγμή (γιατί «ο χρόνος είναι το μόνο που έχουμε. Και ίσως μια μέρα ανακαλύψουμε ότι έχουμε λιγότερο απ' όσο νομίζουμε»).

Αυτό που, νομίζω, θα ενθουσιάσει τον καθένα είναι η πρακτική θεώρηση των καθημερινών καταστάσεων, η ευθύνη και η τομή των συναισθημάτων που επιχειρεί ο συγγραφέας για όσους και ό,τι αγαπά. Διαβάζεται μάλιστα τόσο εύκολα που θα είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα στις καθημερινές φυγές μας από τη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Το βιβλίο "Η τελευταία διάλεξη" κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη

Ολόκληρη η Τελευταία Διάλεξη υπάρχει διαθέσιμη στα:

http://www.TheLastLecture.com

http://download.srv.cs.cmu.edu/~pausch/Randy/pauschlastlecturetranscript.pdf

http://www.youtube.com/watch?v=ji5_MqicxSo

http://video.google.com/videoplay?docid=-5700431505846055184#
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Πεθαίνοντας στη Βενετία

Περπάτησα αργά τη μεγάλη πλατεία του αγ. Μάρκου. Στάθηκα ως το μέσο της έρημης πλατείας κι έκλεισα για λίγο τα μάτια. Ήταν ήδη ξημερώματα και η ομίχλη είχε απλώσει τη σιωπή της θαλάσσιας πόλης. Επιτέλους μόνος. Επιτέλους τόσο μόνος σκέφτηκα Επιτέλους τόσο αδέσμευτος απ’ όλους από όσους έχω ανάγκη από όσους με χρειάζονται. Δε ξέρω ως που θα μπορούσα να τραβήξω τούτη τη μόνωση. Ως που φτάνουν τα σύνορα της ερημιάς του καθενός μας. Το σημαντικό είναι να κρατάς την ελπίδα σου ακόμη κι όταν όλα σου φαίνονται ερημιά. Μα επιτέλους γιατί ήρθα ως εδώ; Τι θέλω να αποφύγω, τι να γλιτώσω ποιον να ξεχάσω και ποιος να με ξεχάσει; Άνοιξα τα μάτια αργά. Η ομίχλη με είχε αγκαλιάσει και τα έκανε όλα θολά. Θολά στον προορισμό μας, θολά στις διακινδυνεύσεις, θολά στην προοπτική. Το μόνο που φώτιζε ήταν τα φώτα της πλατείας του αγ. Μάρκου κι η φυλαγμένη κάπου μέσα μου ελπίδα. Ήρθα ως εδώ για να αλλάξω τον τρόπο, όχι τον τόπο. Κι ήμουν μόνος. Αλλά με ελπίδα, κι αυτό ήταν αρκετό.

Ο «Ιωάννης Άγγελος» του Οδυσσέα Γιακαλή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έσοπτρον

Ο Ιωάννης Άγγελος, ο ήρωας του βιβλίου, παίρνει όταν περνά πια τα πενήντα του χρόνια, μια σημαντική απόφαση για τη ζωή του. Εγκαταλείπει τη περιοχή της Βάρνας που έμενε, κάπου στην Θράκη , κι αποφασίζει να μετοικήσει στη κοσμοπολίτική Βενετία. Το ταξίδι ως αλλαγή τρόπου κι όχι ως αλλαγή τόπου. Το μοναδικό που τον κρατά όρθιο είναι το μοναδικό του απόθεμα στον ταξιδιωτικό του σάκο. Η ελπίδα. Ούτε χάρτες, ούτε γνώση της γλώσσας, ούτε γνωριμίες, ούτε οικονομικές εγγυήσεις. Μόνο η ελπίδα.

Παλιότερα δεν μπορούσα να αντιληφθώ μια τέτοια κίνηση. Τον Ιωάννη Άγγελο όμως τον ωθεί η απελπισία κι είναι βέβαιος για το βήμα του. Εκεί που πάει, άγνωστος εν μέσω αγνώστων ελπίζει πως θα αλλάξει τι; Πολλές φορές οι συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνουμε και ζούμε δεν είναι αυτές που θα θέλαμε. Η έξοδος, η φυγή προς κάπου αλλού φαντάζει ως η μόνη διέξοδος. Αυτό κάνει κι ο ήρωας του βιβλίου. Απελπισμένος για όσα δεν μπορεί να αλλάξει γυρεύει σε ένα περιβάλλον ξένο μια νέα αφετηρία. Είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ζήσει με τα λάθη του, που του φαίνονται δυσβάσταχτα και γι’ αυτό εγκαταλείπει τον αγώνα ή είναι αυτός που γυρεύει μια νέα σημαντική ευκαιρία να δώσει στη ζωή του την προοπτική που θέλει; Οι απαντήσεις είναι όσες και τα πιστεύω μας και σίγουρα κανείς μας δε μπορεί να αξιολογήσει την απόφαση του ήρωα μπαίνοντας στο μυαλό του.

Το σημαντικό δεν είναι ο τρόπος που αλλάζει την καθημερινότητά του. Το πιο σημαντικό είναι η διατήρηση της ελπίδας του. Ακόμη και στη Βενετία είναι πολύ πιθανόν να δοκιμάσει πάλι απογοητεύσεις, να μετανιώσει κάποτε για την απόφασή του, να νιώσει απομονωμένος να συντριβεί ψυχικά. Όλα τούτα όμως είναι δεύτερα. Ακόμη και η κόλαση δεν θα ήταν κόλαση αν υπήρχε σε αυτήν η ελπίδα. Αφού την έχει ο ήρωας μπορεί μόνον αισιόδοξος να είναι. Αυτήν που κάποτε έχασε στη πατρίδα του, τη βρήκε σε έναν νέο τόπο κάτω από άλλες προϋποθέσεις, σαν μια νέα σελίδα στο ίδιο βιβλίο της ζωής.

Τον ήρωα πολύ σύντομα τον πείραξε η υπερβολική υγρασία της πόλης. Η υγεία του εξασθένησε πολύ γρήγορα και λίγα χρόνια μετά στέκονταν στο κρεβάτι του περιμένοντας το θάνατο. Μονολογώντας λέει πως χρωστά στη Βενετία την καινούρια αγάπη που δεν πίστευε πως υπάρχει, τις μεγάλες γιορτές και τους μοναχικούς περιπάτους στα γεμάτα ομίχλη σοκάκια της, τη βόλτα στα κανάλια και στις αμέτρητες γέφυρές της. Πάνω απ’ όλα όμως. Της χρωστά το ανεκτίμητο δώρο που δεν έχασε την ελπίδα του τότε που όλα γύρω του, του φαίνονταν χαμένα. Στον τάφο του έγραψαν πως δεν αναρωτήθηκε ποτέ αν έπρεπε να μετανιώσει για το ότι δε γύρισε στη πατρίδα του.

Για όλους υπάρχει πάντα μια μεταμφιεσμένη πρόκληση που ονομάζεται σαν τόπος, πρόσωπο, επάγγελμα, ενασχόληση ή άλλο. Το μοιραίο για καθέναν είναι να την εμπιστευτεί με ελπίδα και να μη γυρίσει πίσω. Κάπως έτσι ζουν και πεθαίνουν οι άνθρωποι που πιστεύουν στην ευτυχία τους.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Αν ήμασταν ζώα...

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Για να περιπλεύσεις τη ζωή

Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης.
Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου.
Νὰ ζεῖς,
στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Από το «Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων» του Χρήστου Γιανναρά, εκδόσεις Δόμος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Παραμύθι για μεγάλα παιδιά, σε δυο μέρη
Μέρος Β

Το γύρισμα του κύκλου

Εδώ και μέρες ο καιρός έχει βαρύνει πολύ. Χιονίζει κάθε μέρα και το κρύο είναι ιδιαίτερα τσουχτερό. Σε τούτο εδώ το μικρό χωριό της Κεντρικής Ευρώπης ο χειμώνας είναι πιο έντονος. Η Νεφέλη, γριά πια, νιώθει την καρδιά της πιο παγωμένη από ποτέ. Οι εποχές που το μαγαζί της έσφυζε από κόσμο, ανήκει πια στο μακρινό παρελθόν. Πάνε λίγα μόλις χρόνια που η ίδια έχασε την ικανότητά της να φτιάχνει όμορφες κούκλες. Μοιραία η πελατεία της μειώθηκε, οι βιτρίνες σιγά σιγά άδειασαν, τα γέλια σώπασαν, οι γονείς δεν αγόραζαν πια ξύλινες κούκλες για να ευχαριστήσουν τα παιδιά τους. Η ερημιά φαινόταν αβάσταχτη για την Νεφέλη.

Τον περασμένο μήνα την είχε επισκεφτεί κάποιος εργολάβος για να της ζητήσει το μαγαζάκι της προκειμένου να ανεγερθεί δίπλα κάποιο μεγάλο εμπορικό κέντρο. Είχε αρνηθεί μα ήξερε πως αργή ή γρήγορα θα επέστρεφε. Είχε αρνηθεί να χάσει το χώρο που τόσα χρόνια είχε φιλοξενήσει τόσα βλέμματα, τέτοια λαχτάρα και τέτοια ένταση στην ιστορία της ομορφιάς. Όχι. Αυτό δεν θα το επέτρεπε ποτέ. Δεν ήθελε. Δεν είχε το δικαίωμα να το κάνει. Θα πρόδιδε τα παιδιά, τις κούκλες της, τα αισθήματά της.

Για να υπερασπιστεί όμως αυτή της την απόφαση έπρεπε να την πληρώνει με ατέλειωτες ώρες μοναξιάς, ανανταπόδοτης αγάπης, ατέλειωτες στιγμές νοσταλγίας και ερημιάς, που θα ήθελε να είναι με κάποιον, να ακούει, να μιλά, να νιώθει, να ανήκει κάπου. Τίποτα. Μόνη με τα χιονισμένα μαλλιά της, σε ένα χιονισμένο μικρό χωριό της Κεντρικής Ευρώπης.

Είχε ήδη πια φτάσει το βράδυ. Ο κόσμος είχε αραιώσει πολύ. Η χαρά είχε μεταφερθεί στα κοσμικά σαλόνια με τα τζάκια που μοιράζονταν τη ζέστη της καρδιάς των κατοίκων του μικρού χωριού. Η Νεφέλη σηκώθηκε αργά από την καρέκλα της και πήγε να κλείσει την πόρτα. Ούτε άνθρωπος και σήμερα. Τι να έρθει να δει κανείς σε ένα χώρο που κάποτε υπήρξε μαγαζί;

Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Μια μεσόκοπη κυρία μπήκε μέσα.

- Καλησπέρα!

- Καλησπέρα απάντησε έκπληκτη η Νεφέλη.

- Δε φτιάχνετε πια κούκλες ε; Κρίμα. Παλιά είχατε το πιο ωραίο και το πιο αγαπητό μαγαζί με κούκλες σε όλη τη περιοχή

- Τις έφτιαχνα η ίδια ξέρετε. Κι ήταν όλες πανέμορφες.

- Το ξέρω. Υπήρχε όμως και μια διαφορετική κούκλα, πιο όμορφη από τις άλλες. Ένας μικρός παλιάτσος που κάποτε σαν σε όνειρο κάποια κυρία σαν εσάς μου είχε χαρίσει, έξω από αυτό το μαγαζί.

Η μεσόκοπη κυρία άνοιξε τη τσάντα της και με μεγάλη προσοχή έβγαλε τον άσχημο ξύλινο παλιάτσο που πριν πολλά πολλά χρόνια είχε φτιάξει η Νεφέλη,

- Ώστε εσύ είσαι... εκείνη η μικρή που συνάντησα εκείνο το βράδυ έξω από το μαγαζί μου. Ήσουν τόσο φτωχή και τόσο αδύνατη.

- Κι εσύ άλλαξες. Σου έφερα όμως κάτι που με τα χρόνια δεν άλλαξε και σου ανήκει.

- Την κούκλα μου; Ρώτησε η Νεφέλη και τα μάτια της δάκρυσαν.

- Την αγάπη σου, της απάντησε η κυρία δίνοντάς την τον άσχημο παλιάτσο. Ξέρεις οι άνθρωποι μετά από καιρό ξεχνάμε ό,τι κάποτε μας έκανε ευτυχισμένους. Για μένα αυτή η κούκλα δεν είναι ο θησαυρός που μου έδωσες τότε που σαν παιδί είχα ανάγκη την αγάπη. Μεγάλωσα, έκανα οικογένεια, δεν παίζω πια, τα παιδιά μου δεν ασχολούνται με ξύλινες κούκλες. Είναι άσχημο όμως να ξεχνώ. Και δεν το θέλω. Όπως δε θέλω να πετάξω αυτόν το παλιάτσο που έκανε τα παιδικά μου χρόνια να μοιάζουν με παραμύθι. Σε ευχαριστώ και σου τον επιστρέφω. Εσύ μάλλον τώρα θα τον έχεις περισσότερη ανάγκη. Ίσως κάποτε να χρειαστεί να τον ξαναδώσεις εκεί που κάποιος άλλος θα τον έχει ανάγκη και δεν θα του περισσεύει. Μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου σε ευχαριστώ για την αγάπη και τη προσφορά σου. Σου χρωστώ τα παιδικά μου χρόνια...

Η Νεφέλη δε μπορούσε να απαντήσει τίποτε. Κρατούσε στις χούφτες της τον άσχημο παλιάτσο και έκλαιγε. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν κι έμειναν έτσι για κάμποση ώρα. Έπειτα η μεσόκοπη κυρία άνοιξε τη πόρτα και γύρισε στο χιονισμένο δρόμο.

- Γύρισα γιατί κάποτε με έδωσες, είπε ο παλιάτσος στη Νεφέλη

- Γύρισες τώρα που σε έχω ανάγκη. Μόνο που άλλαξες πολύ. Εγώ θυμάμαι σε είχα φτιάξει πρόχειρα με λίγο ξύλο και σπασμένη μύτη. Εσύ όμως είσαι πραγματικά η πιο όμορφη κούκλα απ’ όσες είχα ποτέ φτιάξει.

- Νεφέλη... μ’ αγαπάς γιατί με έδωσες. Τις άλλες κούκλες τις πούλησες γι’ αυτό κι η ομορφιά τους κάποτε χάθηκε. Σ’ ευχαριστώ.

- Σ’ ευχαριστώ εγώ που γύρισες.

- Μην το ξαναπείς... γύρισα γιατί κάποτε με έδωσες. Δεν υπάρχει μοναξιά Νεφέλη για
αυτούς που απ’ αγάπη μοιράζουν και μοιράζονται. Δεν υπάρχει...

Κι έτσι το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει ακόμη πιο δυνατό σε εκείνο το απομακρυσμένο χωριό της Κεντρικής Ευρώπης. Η Νεφέλη έκλεισε το μαγαζάκι της με συγκίνηση και χαρά μεγάλη. Όλο το βράδυ έλεγαν ο ένας ιστορίες στον άλλον. Ιστορίες που κράτησαν ακόμη χρόνια πολλά και σταμάτησαν όταν τα μάτια και των δυο έκλεισαν.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς ... καλύτερα...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Όσοι νομίζουν κι όσοι αγαπούν

Δυὸ ἄνθρωποι, ἦλθον μίαν φορᾶν καὶ εξωμολογήθησαν εἰς εμέ, Πέτρος καὶ Παύλος, καὶ νὰ ἴδητε πὼς τοὺς ἔδιωρθωσα, καλὰ ἢ κακά. Ἔγώ σας φανερώνω τὴν καρδίαν μου.

Μοῦ λέγει δ Πέτρος: Εγώ, πνευματικέ μου, ἀπὸ τὸν καιρὸν ὅπου ἐγεννήθηκα ἕως τώρα, ενήστευσα, επροσευχόμην πάντοτε, ἔκαμνα ἔλεημοσυνας εἷς τους πτωχούς, ἔκτισα μοναστήρια, ἐκκλησίας καὶ ἄλλα καλὰ ἔκαμα. Τὸν εχθρόν μου δὲν τὸν συγχωρῶ. Εγώ τὸν ἀποφάσισα διὰ τὴν κόλασιν.

Ἔρχεται δ Παῦλος καὶ μοῦ λέγει: Εγώ ἀπὸ τὸν καιρὸν ὅπου ἐγεννήθηκα τίποτε, κανένα καλὸν δὲν ἔκαμα, αλλά μάλιστα ἔχω κάμει τόσα φονικά, ἔπόρνευσα, ἔκλεψα, ἔκαψα εκκλησίας, μοναστήρια' ὅλα τὰ κακὰ τὰ ἔκαμα, μὰ τὸν εχθρόν μου τὸν συγχωρῶ. Νὰ ἴδητε τί ἔκαμα εγώ εἷς αυτόν. Εὐθὺς τὸν ἀγκάλιασα καὶ τὸν εφίλησα του ἔδωσα τὴν ἄδειαν νὰ μεταλάβη.

Καλά τους εδιόρθωσα ἢ κακά; Φυσικὰ θέλετε νὰ μὲ κατηγορήσετε καὶ νὰ μοῦ ἐΐπητε: Ὃ Πέτρος ὅπου ἔκαμε τόσα καλά, καὶ διότι δὲν ἔσυγχώρησε τὸν ἔχθρόν του, διὰ τόσον ολίγον πράγμα τὸν απεφάσισες διὰ τὴν κόλασιν; Καὶ τὸν Παύλον ὅπου ἒκαμε τόσα κακά, καὶ διότι εσυγχωρεί τους ἔχθρούς του, τὸν εσυγχώρησες καὶ τοῦ ἔδωκες τὴν ἄδειαν νὰ μεταλλάβει; Ναί, αδελφοί μου, ἔτσι ἔκαμα. θέλετε νὰ καταλάβετε μὲ τί ὁμοιάζει δ Πέτρος; Καθὼς μέσα εἷς 100 οκάδας αλεύρι βάνεις ὀλίγον προζύμι καὶ ἔχει τόσην δύναμιν τὸ προζύμι εκείνο, νὰ γυρίσει καὶ τας 100 ὄκαδες τὸ ζυμάρι καὶ νὰ τὸ κουφίζη δλο, έτσι εἶναι καὶ όλα τὰ καλὰ εκείνα ὅπου έκαμεν δ Πέτρος• μὲ εκείνην τὴν ὄλιγην ἔχθραν, ὅπου δὲν ἔσυγχώρησε τὸν ἔχθρόν του, τὰ ἔγυρισε καὶ τὰ ἒ'κᾶμε φάρμακι τοΰ διαβόλου, καὶ ἔτσι τὸν ἀπεφάσισα διὰ τὴν κόλασιν.

Ὃ Παΰλος πάλιν μὲ τι ὁμοιάζει; ΕΙναι ἕνας σωρὸς λιανόξυλα και βάνεις ἕνα μικρὸ κερὶ ἀναμμένον καὶ καίει δλὸν τὸν σωρὸν ἔκεινη ἢ ὄλιγη φλόγα. Ἔτσι ἐΐναι όλα τὰ ἁμαρτήματα τοῦ Παύλου, ὡσὰν τὸν σωρὸν τὰ λιανόξυλα• και ἢ συγχώρησις ὅπου ἔκαμε τοῦ εχθρού του ἐΐνε ὡσὰν τὸ κερί, ὅπου ἔκαψε δλὰ τα λιανόξυλα, ἤγουν τᾶς ἁμαρτίας, καὶ τὸν ἀπεφάσισα διὰ τὸν παράδεισον.

Από τις «Διδαχές» του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού
Ολόκληρη η ανάρτηση...