Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Το τελευταίο αντίο

Σ' αυτό το πολύ βιαστικό πέρασμά μας από τη γη καθένας μας αφήνει και μιαν ανάσα μια πνοή. Και όλα μετά τα σβήνει. Μη ζητάς να μάθεις πιο βαθειά τα μυστικά, δεν υπάρχουνε. Μα κι αν υπήρχαν δεν τα ξέρουμε κι αυτά, δεν τα ξέρουμε.

Από το «Τελευταίο αντίο» του Βασίλη Βασιλικού, εκδόσεις Διόπτρα
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Τα λόγια σου σαν μέλι

Δεν μπορώ να βρω πολλούς λόγους για να συστήσω σε κάποιον αυτό το βιβλίο. Τα «λόγια σου σαν μέλι» είναι ένα απάνθισμα προσωπικών βιωματικών λόγων διακεκριμένων συγγραφέων αναφορικά με τους Ψαλμούς του Δαυίδ. Είναι σαν να μιλάς για το μέλι αντί να το γεύεσαι. Άντε τώρα να θες να γράψεις εντυπώσεις ή να πείσεις για την εμπειρία της ανάγνωσης αυτού του βιβλίου. Η αλήθεια λοιπόν είναι πως ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την αίσθηση από το κείμενο της Μάρως Βαμβουνάκη, σε αυτό το έργο, ένα από τα ομορφότερα κείμενα του έργου, βιωματικό όπως πάντα και αποκαλυπτικό όπως κάθε κείμενο της ίδιας. Για να είμαι δίκαιος απέναντι στη συλλογικότηατ του έργου, αφού επισημάνω πως την επιμέλεια της έκδοσης είχε ο π. Βασίλειος Θερμός, χρειάζεται να προσθέσω και τα ονόματα των άλλων συγγραφέων, κάποιοι από τους οποίους πλαισίωσαν με εξαιρετικά κείμενα το βιβλίο:Δημήτρης Καραγιάννης, Σωτήρης Γουνελᾶς, Ἀλέξανδρος Κακαβούλης, Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, π. Σωφρόνιος Γκουτζίνης, Ἑλένη Καραγιάννη, Ἀναστασία Γκίτση, π. Θεμιστοκλῆς Μουρτζανός, Νατάσα Κεσμέτη, π. Δημήτριος Θεοφίλου, Πανωραία Κουφογιάννη, π. Χρυσόστομος Τύμπας, Πανωραία Κανελλοπούλου, π. Σπυρίδων Βασιλάκος, π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, π. Ἀθανάσιος Παραβάντσος, Κωνσταντῖνος Ἐμμανουηλίδης, Στῆβεν Μιούζ. Αντί πολλών λόγων λοιπόν μοιράζομαι μαζί σας το απόσπασμα από το κείμενο της Βαμβουνάκη που μιλά για την παρουσία και την απουσία Θεού κι ανθρώπων.

Ἡ ἔλαφος ψυχή (απόσπασμα από το κείμενο της Μάρως Βαμβουνάκη)

Εἶναι ἡ πρώτη φορά πού τό προσέχω καί παραξενεύομαι.
Τόσες φορές, τόσα καλοκαίρια, τόσες ἐπιστροφές ὁ Αὔγουστος, τόσες
Μεταμορφώσεις! Κι ὅμως τό προσέχω γιά πρώτη μου φορά.
Πρίν δύο τρία χρόνια, ἑορτή τοῦ Σωτῆρος, ἡ πιό φοβερή, μυστική ἑορτή. Ὁ Χριστός ξανά στό ὄρος Θαβώρ θά ἐμφανίσει στούς τρεῖς τους τόν θεϊκό ἑαυτό Του τυλιγμένο σέ ἱμάτια ἀπό λευκότατο φῶς. Νεφέλη θά κατέβει νά τόν σκεπάσει κι ἀπό μέσα ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ θά ἀκουστεῖ νά τόν ὀνομάσει πάλι, Γιό Του!
Οἱ τρεῖς μαθητές θά τρομάξουν, θά μεθύσουν ἀπό ἁγία μέθη, θά πέσουν κατάχαμα, θά τά χάσουν, θά παραληροῦν, θά ζητήσουν πράγματα πού δέν γίνονται... Καί τό ἀπολυτίκιο πού ψάλλουν οἱ ψάλτες σέ ἦχο βαρύ λέει:
Μετεμορφώθεις ἐν τῷ ὄρει, Χριστέ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου, τήν δόξαν σου καθώς ἠδύναντο!...

Καθώς ἠδύναντο!
Πρώτη φορά προσέχω τοῦτες τίς δυό λέξεις. Στόν βαθμό πού μποροῦσαν! Οὔτε λιγότερο, οὔτε περισσότερο, ἡ ἑτοιμότητά σου, ἡ ἐποχή σου, καθορίζουν τήν ποσότητα καί τήν ποιότητα τῆς ἀντίληψής σου.
Ὅταν ἡ ἀλήθεια σοῦ ἀποκαλύπτεται, ἐσύ θά τήν κατανοήσεις στόν βαθμό πού ἀντέχεις. Ἀποσπασματικά, μερικῶς, ἐφόσον δέν τήν ἀντέχεις νά τή σηκώσεις, νά ἀνταποκριθεῖς, θά τήν παραμορφώσεις. Ἡ Μεταμόρφωση πού θά σοῦ χαρισθεῖ θά γίνει στήν ἀνάγκη παραμόρφωση. Ὅσο καί ὅπως ἀντέχεις...
Τά πιό σημαντικά κείμενα ἐπιδέχονται τίς περισσότερες ἑρμηνεῖες, χτίζονται ἐπιστῆμες ἀπό τά πλήθη τῶν ἑρμηνειῶν, ἀκολουθοῦν ἄλλες ἑρμηνεῖες γιά τίς προηγούμενες ἑρμηνεῖες. Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κομματιασμένος, ποτέ ὁλάκερος.
Οἱ πιστοί ὅταν ὑποφέρουν ἀπό προσωπικά προβλήματα, δίλημμα, σύγχυση, ἀνοίγουν τή Βίβλο στήν τύχη, ἤ μετά ἀπό ἐπίμονη προσευχή, γιά νά ἁλιεύσουν μιά φράση γιά νά εἶναι χρησμός στήν ἀγωνία τους. Χρειάζονται ἕναν ὁδηγό, μιά βακτηρία κατά τόν τρόπο πού οἱ ἴδιοι τό ἐννοοῦν. Γιά νά τά βγάλουν πέρα, ὁ Θεός πρέπει νά μεταβληθεῖ σέ ἕναν φανταστικό Θεό κατά τίς ἀπαιτήσεις τους. Θά διαβάσουν μιά ἁγία φράση, θά τήν ἐφαρμόσουν στήν περίπτωσή τους, θά τήν προσαρμόσουν μέ τό δικό τους αἴτημα, τό ἄγχος τους, τήν ἀπελπισία τους, τήν πεισματωμένη προσδοκία, τήν ἀνασφάλειά τους. Θά λάβουν ἐκεῖνο πού, εἴτε ἐπιθυμοῦν, εἴτε ἀντέχουν. Ὅσο σημαντικότερη ἡ φράση, τόσο πιό ἐλαστική γιά τίς ψυχοπαθολογικές ἀνάγκες μας.
Θά λειτουργήσουν γιά τό συμπέρασμα οἱ προβολές, οἱ στερήσεις, τά τραύματα, οἱ ἀπωθήσεις, οἱ μεταφορές, οἱ μεταβιβάσεις, οἱ μετουσιώσεις, ὅλα ἐκεῖνα τά ψυχολογικά ὅπλα ἔκτακτης ἀνάγκης πού ἡ ψυχολογία ὀνομάζει, ἀμυντικούς μηχανισμούς. Καί πάνω ἀπό ὅλα, ὁ μεγαλύτερος καταλύτης, ὁ δυνάστης ἐγωισμός θά ἔχει πάντα τόν τελευταῖο λόγο. Συνδέονται αὐτά.

Ἤμουν στό τέλος Λυκείου καί ὁ καθηγητής τῶν θρησκευτικῶν, ὁ ἐξαιρετικός καί φλογερός κύριος Ἰωάννης Ματιάτος, μᾶς διάβαζε μέ τό πάθος πού πάντα μᾶς διάβαζε ἱερά κείμενα, τόν Ψαλμό ΡΛΗ´ τοῦ Δαβίδ.
Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός σου καί ἀπό τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; Ἐάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν, σύ ἐκεῖ εἶ, ἐάν καταβῶ εἰς τόν ἅδην, πάρει• ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ᾽ ὄρθρον καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καί γάρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με καί καθέξει με ἡ δεξιά σου.

Ἔχουν περάσει τόσες καί τόσες δεκαετίες καί θυμᾶμαι ἀκόμα τό δέος, ἀλλά καί ἕνα εἶδος πνιγμοῦ πού αἰσθάνθηκα ὅταν τόν ἄκουσα. Τόν διάβαζα καί τόν ξαναδιάβαζα μόνη μου μετά κι ἀναρωτιόμουν γιατί μέ γοητεύει ἀλλά καί μέ στενοχωρεῖ ἔτσι; Μέ τήν ἔννοια τοῦ στενοῦ χώρου πού σέ περιστοιχίζει γύρω γύρω, σάν τί;
Σάν τί;
Ὁ ποιητής βασιλέας, ὁ σπαραχτικότατος Δαβίδ, γράφει ἀσφαλῶς τόν ὑπέροχο Ψαλμό γιά νά θαυμάσει τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ του. Ὅμως ἐμένα μέ καταπνίγει τό ἀναπόδραστο. Νομίζω πώς τό εἶπα καί στόν καθηγητή μας τότε.
«Δέν μπορεῖς νά τοῦ κρυφτεῖς λοιπόν! Δέν μπορεῖς νά γλυτώσεις καί νά μείνεις ἥσυχος καί μόνος...».
Αἰσθάνθηκα πώς τά τείχη τῆς τότε οἰκογενειακῆς φυλακῆς μου ὑψώνονταν καί ἄλλο. Βρίσκομαι μέσα στήν ἐφηβεία πού διψάει ἀπελευθέρωση, εἶναι οἱ ἐποχές πού οἱ γονεῖς εἶναι ὑπερβολικά αὐστηροί, δέν δέχονται νά ξεφύγεις ἀπό τό παιδικό σου δωμάτιο πού ἐλέγχουν καί ἠρεμοῦν τή νύχτα, ἀκριβῶς ὅπως ἀργότερα ἐπιθυμοῦσα γιά τόν γιό μου κι ἐγώ.
Εἶμαι στήν ἐφηβεία ὅμως ἀκόμα. Τούς κρύβουμε ὅτι βλέπουμε κάποιες ταινίες πού θεωροῦνται ἀκατάλληλες, τούς κρύβουμε ὅτι καπνίζουμε πότε πότε στίς παρέες, τούς κρύβουμε ὅτι συναντοῦμε κάποιο ἀγόρι, πώς κάνουμε παρέα μέ τή συμμαθήτρια πού δέν ἐγκρίνει ὁ πατέρας. Ἐκεῖνα τά χρόνια, ἡ ζωή μας πού λαχταράει νά ξεφύγει πρός τόν κόσμο, καταντάει ἕνα παιχνίδι ὅπως «κλέφτες καί ἀστυνόμοι» πού μικρή μοῦ ἄρεσε νά παίζω μέ τά ξαδέλφια μου.
Πρέπει ὅμως νά ὁρμήσεις στή νιότη, δέν σοῦ ἐπιτρέπεται πάντα, τήν κερδίζεις μέ μάχες, προσπαθεῖς νά μειώσεις στά μάτια σου τόν πατέρα καί τή μαμά σου, νά κερδίσεις αὐτοπεποίθηση, συνήθως δέν σοῦ ἐπιτρέπονται οὔτε οἱ πιό φυσικές ἐπιθυμίες σου, ξυπνοῦν τά δικαιώματά σου.
Οἱ γονεῖς εἶναι τόσο τρομαγμένοι κοινωνικά, προτιμοῦν νά ἀσφαλιστεῖς παρά νά ἀναπτυχθεῖς, φοβοῦνται μήν τούς ἐγκατείψεις καί τούς φύγεις ἄν μεγαλώσεις τόσο γρήγορα. Τρέμουν τήν ἀνεξαρτησία σου. Ἡ σύγκρουση, ὁ πόλεμος πού ἀρχίζει ἀπό τήν προεφηβεία εἶναι σκληρός. Ἐσύ τείνεις νά γίνεις μεγάλος, οἱ γονεῖς τείνουν νά σέ κρατήσουν παιδί, δέν ἀντέχουν νά ὀρφανέψουν ἀπό τά παιδιά τους, τά παιδιά τους εἶναι συνήθως τό μόνο ἐνδιαφέρον τους.
Καί στόν πόλεμο ἐπιτρέπονται ὅλα! Βρίσκεις καί λές δικαιολογίες, προφάσεις, ψέματα, προκειμένου νά ἐνηλικιωθεῖς. Οἱ ἐνοχές πού ἀκολουθοῦν γίνονται κάποτε ἀνυπόφορες, ὅμως μέ θυμό καί μελαγχολία θά συνεχίζεις. Ἐσύ πρέπει νά μεγαλώσεις, οἱ γονεῖς θέλουν νά μείνεις μικρό. Οἱ λαχτάρες μας καί οἱ φόβοι μας συγκρούονται, ἀνάμεσα οἱ ἐνοχές καί τῶν δύο ἀντιπάλων, νικάει πάντα ἡ δίψα τῆς ζωῆς, ἡ δίψα τοῦ ἔρωτα, ἡ πείνα νά μάθεις.
Ἕνας Θεός τοῦ Δαβίδ πού ὅπου καί νά πᾶς ἔχει ἤδη πάει καί σέ περιμένει, περίπου σαρκαστικά, θυμίζει τόν πατέρα σου, τό μάτι τῆς μητέρας. Ὁ ΡΛΗ´ Ψαλμός τήν ἐποχή ἐκείνη ἔμοιαζε μέ τή χειρότερή μου ἀπειλή. Ὁ ἐγκλωβισμός!

Θά περάσουν καί θά περνοῦν τά χρόνια, θά ἐλευθερωθεῖς δῆθεν. Θά γίνεις ἀνεξάρτητος δῆθεν. Θά φύγεις μακριά ἀπό τούς γονεῖς, μακριά ἀπό τό πατρικό καταφύγιο πού ἔγινε καί φυλακή. Θά πᾶς πιό πέρα ἀλλά θά τούς μεταφέρεις στό μυαλό σου. Ὁ Φρόιντ γράφει πώς μέσα στό κεφάλι σου κάθονται ἰσόβια πατέρας καί μητέρα σάν δικαστές.
Ὅμως δέν εἶναι τό ἴδιο ὅπως τότε πού κατοικούσατε στό ἴδιο σπίτι καί νυχθημερόν σέ νοιάζονταν καί ἐπειδή σέ νοιάζονταν σέ κατασκόπευαν. Μεγαλώνεις, παριστάνεις τόν ὥριμο, παριστάνεις τόν δυνατό, ἐπιλέγεις πολλά.
Μιά μέρα ἐκεῖνοι πεθαίνουν καί δέν σέ παρακολουθοῦν πιά, δέν σέ ἀγχώνουν, δέν τούς ἀπολογεῖσαι. Ἀδειάζεις τό σπίτι τους γιά νά τό νοικιάσεις σέ ξένους, διαλέγεις ποιά ἀπ᾽ τά πράγματά τους θά κρατήσεις, τούς θρηνεῖς σάν ὀρφανό μωρό ἀλλά καί κάτι λυτρώνεται.
Μέ τόν καιρό σοῦ λείπουν πιό πολύ ἀπό τή μέρα τῆς κηδείας. Δέν ἔχεις πιά μέ ποιούς νά πολεμᾶς, ποῦ νά δικαιολογεῖς τίς ἁμαρτίες σου, πολεμᾶς περισσότερο μέ τήν ψυχή σου. Δέν τούς ἔχεις μπροστά σου νά φωνάζεις «ἐσύ φταῖς», γιά τή δυστυχία, γιά τίς ἀποτυχίες φταῖς ἐσύ μόνο. Οἱ ἀναμνήσεις ἐξιδανικεύονται, οἱ ἐνοχές μεγαλώνουν, φανερώνονται λάθη σου. Ἐλευθερώνεσαι θές δέν θές, καί συχνά ἀνακαλύπτεις πώς δέν θές.
Οἱ ψυχολόγοι μιλοῦν ἀτελείωτα καί σχολαστικά γιά τή δύσκολη παρουσία τῶν γονέων, σπάνια ἀναφέρονται στή δύσκολη ἀπουσία τους.
Ἡ ζωή γεμίζει ἐλευθερίες πού θυμίζουν μοναξιά καί μοναξιές πού θυμίζουν ἐλευθερία. Ἡ ὑπαρξιακή μοναξιά, τό κενό, ὁ φόβος θανάτου.
Κι ἔτσι οἱ Ψαλμοί τοῦ Δαβίδ ἀλλάζουν πνεῦμα στήν καρδιά σου.
Ὄχι μονάχα μέ ἀνακουφίζει ὁ ψαλμός ΡΛΗ´ πού μέ ἔπνιγε, ἀλλά παρακαλῶ νά εἶναι ἔτσι...

Το συλλογικό έργο «Τα λόγια σου σαν μέλι» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εν πλω
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Σα να μην υπάρχουν μεσάνυχτα

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Μόνο αυτοί

Μόνο αὐτοί πού προσπάθησαν πολύ ἔχουν δικαίωμα στό παράπονο.

Από τα «Ποιήματα» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Ρήμα το σκοτεινόν

Ἄχ… Δέν ὑποψιαστήκαμε ποτέ πόσο ὑπονομευμένη ἀπό θεότητα εἶναι
η γῆ• τί χρυσός ρόδου ἀέναού της χρειάζεται ν' ἀντισταθμίζει
τό κενό πού ἀφήνουμε, ὅμηροι ὅλοι ἐμεῖς μίας ἄλλης διάρκειας
ποῦ ἡ σκιά τοῦ νοῦ μας ἀποκρύπτει. Ἄς εἶναι…
Φίλε σύ πού ἀκοῦς, ἀκοῦς τῆς εὐωδιᾶς τῶν κίτρων
τίς μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τίς γωνιές τοῦ κήπου ὅπου
Ἐναποθέτει τά νεογνά τοῦ δειλινός ὁ ἀέρας; Ὀνειρεύτηκες
ποτέ σου ἕνα καλοκαίρι ἀπέραντο πού νά τό τρέχεις
μή γνωρίζοντας πιά Ἐρινύες; Ὄχι. Νά γιατί καταρκυθμεύω
Ποῦ οἱ βαριές ὑποχωροῦν ἀμπάρες τρίζοντας κι οἱ μεγάλες θύρες
Ανοίγονται
Στό φῶς τοῦ Ἥλιου τοῦ Κρυπτοῦ μία στιγμούλα, ἡ φύση μας ἡ
τρίτη νά φανερωθεῖ
Ἔχει συνέχεια. Δέ θά τήν πῶ. Κανείς δέν παίρνει τά δωρεάν.
Στόν κακόν ἀγέρα ἤ πού χάνεσαι ἤ πού ἐπακολουθεῖ γαλήνη.
Αὐτά στή γλώσσα τή δική μου. Κι ἄλλοι ἄλλα σ' ἄλλες.
Ἀλλ' η ἀλήθεια μόνον ἕναντι θανάτου δίδεται.

Από τα «Ελεγεία της Οξώπετρας» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Πριν τους αλλάξει ο χρόνος

Λυπήθηκαν μεγάλως στόν ἀποχωρισμό τῶν.
Δέν τόθελαν αὐτοί• ἦταν ἡ περιστάσεις.
Βιοτικές ἀνάγκες ἐκάμνανε τόν ἕνα
νά φύγει μακρυά — Νέα Ὑόρκη ἤ Καναδά.
Ἡ ἀγάπη τῶν βεβαίως δέν ἦταν ἴδια ὡς πρίν•
εἶχεν ἐλαττωθεῖ ἡ ἕλξις βαθμηδόν,
εἶχεν ἐλαττωθεῖ ἡ ἕλξις τῆς πολύ.
Ὅμως νά χωρισθοῦν, δέν τόθελαν αὐτοί.
Ἦταν ἡ περιστάσεις.— Ἤ μήπως καλλιτέχνις
ἐφάνηκεν ἡ Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
πρίν σβύσει τό αἴσθημα τῶν, πρίν τούς ἀλλάξει ὁ Χρόνος•
ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον θά εἶναι ὡς νά μένει πάντα
τῶν εἴκοσι τεσσάρων ἐτῶν τ’ ὡραῖο παιδί.

Από τα «Ποιήματα» του Κωνσταντίνου Καβάφη, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Ο ουρανός

Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.
Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.

Από τα «Ποιήματα» του Μανώλη Αναγνωστάκη, εκδόσεις Νεφέλη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Ψυχαναγκασμοί πανικού και μωρίας

του Χρήστου Γιανναρά
Προέλευση:Καθημερινή

Στο πολιτικό αλφαβητάρι της ελληνικότητας που μάς άφησε κληρονομιά, ατίμητη και αγνοημένη, ο Οδυσσέας Ελύτης («Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά», Ικαρος 1990), αποτυπώνει και το βασανιστικό δίλημμα όσων πολιτών ομοφρονούν (ακόμα) με τον ποιητή και θα βρεθούν μπροστά στην κάλπη την ερχόμενη Κυριακή:

«Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να “κάνεις πορεία” μ’ ένα συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους. Ετσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατούμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της αλκής και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα “κοινά” και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη».

Σήμερα η σύγχυση και παραφθορά των «αξιών» (δηλαδή των εκτιμήσεων της ποιότητας και των ιεραρχήσεων της ανάγκης) έχει οδηγήσει την ελλαδική κοινωνία σε τέτοια ασυναρτησία και παραλογισμό, που ακόμα και οι σταθερές των εννοιών έχουν αποσυντεθεί. Ο «πατριωτισμός» είναι καραμέλα στα χείλη καιροσκόπων καραγκιόζηδων ή περιθωριακών τραμπούκων. Για «κοινωνική δικαιοσύνη» μιλάνε οι βασανιστές της φτωχολογιάς και των ανήμπορων: τα συνδικαλισμένα «ρετιρέ», οι άσσοι των «απεργιών κοινωνικού κόστους», τα βλαστάρια των «καλών οικογενειών» που εκδικούνται την ανία τους καίγοντας ή καταστρέφοντας με λύσσα κάθε ίχνος κοινωνικής περιουσίας.

«Φιλολαϊκή πολιτική» επαγγέλλονται οι προστάτες των πενηντάρηδων (και κάτω) συνταξιούχων, οι φανατισμένοι αρνητές κάθε αξιοκρατίας και κάθε ελέγχου της ποιότητας και της συμπεριφοράς των λειτουργών του κράτους, οι υπερασπιστές της ασύδοτης «πελατειακής» δημοσιοϋπαλληλίας, του ολοκληρωτικού καθεστώτος της διαπλοκής κομμάτων και «νταβατζήδων». Μιλάνε για «προτεραιότητα της παιδείας» αυτοί που παρέδωσαν τα πανεπιστήμια και τα σχολειά στον κρετινισμό των «κομματικών νεολαιών», αυτοί που ετσιθελικά, με αναίσχυντη φασιστική αυθαιρεσία, επέβαλαν τη μονοτονική γραφή, δηλαδή το βίαιο τέλος της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, γλωσσικής συνέχειας, με μπαϊράκι την καφρική «ιδεολογία της ευκολίας».

Οι νοσταλγοί του σοβιετικού «παραδείσου» συνεχίζουν να «μάχονται» δήθεν για «ελευθερίες» και «δικαιώματα», με τη νοσταλγία τους να παρακάμπτει ψυχαναγκαστικά τη φρικώδη κακουργία των Γκουλάγκ και της Κολιμά, τα εκατομμύρια των σφαγιασμένων στον βωμό του τρόμου, τη θηριωδία της πιο εφιαλτικής απανθρωπίας που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης μας. Ναι, έχουν ακόμα κόμμα στην Ελλάδα οι νοσταλγοί του ολοκληρωτισμού της παράνοιας και οπαδοί της δικτατορίας (δήθεν του προλεταριάτου), κόμμα νομιμοποιημένο από τον «εθνάρχη» Καραμανλή – ωσάν να είναι ποτέ δυνατό να νομιμοποιηθεί σε μια συντεταγμένη κοινωνία η κατάλυση των νόμων, να υποκατασταθεί το κράτος Δικαίου από το «δίκιο του εργάτη», όπως φαντάζεται αυτό το «δίκιο» το κάθε γκρουπούσκουλο μανιακών της βίας και της καταστροφής.

Αλλά το πολίτευμα στο Ελλαδιστάν είναι η απολυταρχική κομματοκρατία, γι’ αυτό δεν υπάρχει και Σύνταγμα: χάρτης που να οριοθετεί κοινωνικούς στόχους κοινά συμφωνημένους και τη διαφορά των θεσμικών τρόπων για την επιδίωξη των στόχων. Οι κυβερνήσεις κατηγορούνται από τις αντιπολιτεύσεις ότι «έχουν κάνει το Σύνταγμα κουρελόχαρτο» και ο καταλογισμός είναι τεκμηριωμένος, όχι ρητορικός. Κουρελόχαρτο, επειδή κάθε αναθεώρηση του Συντάγματος θωρακίζει πληρέστερα την απολυταρχική κομματοκρατία και κάθε αντιπολίτευση, όταν γίνεται κυβέρνηση, επιτείνει την εκδοχή του «κουρελόχαρτου» για να στήσει το δικό της πελατειακό κράτος.

Συμπληρώνει ο Σεφέρης το κληροδότημα πολιτικής αγωγής του Ελύτη, με ακόμα μεγαλύτερη πίκρα: «Βρίσκω, λέει, πως είναι θλιβερό και βαρύ, καθώς προχωρούν τα χρόνια, να καταλήγω στο συμπέρασμα πως δεν έχουμε προκόψει ούτε μια γραμμή σε αυτά τα ζητήματα (τα πολιτικά). Κι όταν ένας τόπος δε δείχνει προκοπή μέσα σε σαράντα χρόνια, αυτό σημαίνει πως πέφτει κατακόρυφα».

Σαράντα εννέα επιπλέον χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Σεφέρης κατέθετε αυτή την πικρή πιστοποίηση (1966). Και η κατρακύλα του τόπου επιτάθηκε ακατάσχετη, πήρε την ταχύτητα χιονοστιβάδας. Φτάσαμε σήμερα σε τέτοιες επιδόσεις θρασύτητας, ώστε να δημιουργεί «καινούργιο» κόμμα διεκδικώντας και πάλι ρόλο στη διαχείριση των κοινών, ποιος; Ο ολίγιστος των Παπανδρέου, από τους κατεξοχήν υπόδικους στις συνειδήσεις για την ολοκληρωτική καταστροφή που ζει η χώρα σήμερα, πρόσωπο - σύμβολο της ανικανότητας και της διεθνούς γελοιοποίησης του ελληνικού ονόματος.

Τι θα έλεγαν άραγε σήμερα ο Σεφέρης, ο Ελύτης για το πολιτικό μας σκηνικό, τις μακάβριες φιγούρες των αμετανόητων κομματανθρώπων που οδήγησαν, τα τελευταία τρία χρόνια, την Ελλάδα στη διάλυση και στην ατίμωση. Τουλάχιστον δεν τολμούν να ζητήσουν την ψήφο μας όσοι κακούργησαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας για να γιγαντώσουν το πελατειακό τους κράτος. Τη ζητούν όμως αυτοί που για να συντηρήσουν άθικτη τη χλιδή των «νταβατζήδων» και των πραιτωριανών, λήστεψαν τον αποταμιευμένο στα ασφαλιστικά ταμεία και στα ελληνικά «ομόλογα» μόχθο των πολιτών, οδήγησαν τη χώρα στον εφιάλτη της χρεοκοπίας: στις δέκα επιχειρήσεις να έχουν κλείσει οι οχτώ, η αποβιομηχάνιση να είναι σχεδόν ολοκληρωτική, η ανεργία σωστή κόλαση και ψυχολογικό μαρτύριο για τις μισές (τουλάχιστον) οικογένειες στην Ελλάδα. Η νεολαία να ξενιτεύεται, η εθνική ανεξαρτησία χαμένη, το ελληνικό όνομα ταυτισμένο διεθνικά με τον εξευτελισμό και την ντροπή.

Ρητορεύουν έξαλλοι σαν νευρόσπαστα οι ένοχοι, πανικόβλητοι μήπως χάσουν τις καρέκλες και βρεθούν στο εδώλιο, αθύρματα μιας αντιπολίτευσης που οι ίδιοι με την παραφροσύνη τους την εξέθρεψαν και τη γιγάντωσαν: μετέτρεψαν ένα συνονθύλευμα από ιδεολογικές θρησκοληψίες σε κόμμα εξουσίας με σαρωτική των πάντων δυναμική.

Οι εξελίξεις δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Το Δεσποινάκι κι ο Κεμάλ

Είχα τυλίξει πολύ σφιχτά το κασκόλ μου βγαίνοντας από την κινηματογραφική αίθουσα. Εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ στη νυχτερινή Αθήνα ήταν από τα πιο παγωμένα των τελευταίων χρόνων. Από εκείνα που κρίνουν επιτακτική την ανάγκη να σφίξεις περισσότερο το κασκόλ σου, να κουλουριαστείς στο χοντρό σου παλτό, να βρεις μια γλυκιά σκέψη να ζεστάνει το μυαλό σου προτού το σκεπάσεις κι αυτό με το απαραίτητο για τέτοιες καταστάσεις σκουφί. Δεν θα είχα περπατήσει πάνω από δέκα βήματα από την έξοδο της κινηματογραφικής αίθουσας όταν ένιωσα ένα ελαφρύ χέρι να μου πιάνει τον ώμο. Γύρισα κάπως απότομα με κίνδυνο να ταρακουνήσω τις εικόνες από την ταινία που ήδη ταξίδευαν στη σκέψη μου. Πίσω από την παλάμη που φιλοξενούνταν σε ένα κατάμαυρο γάντι διέκρινα ένα γνώριμο πρόσωπο. Όταν το χέρι κατέβηκε αντίκρισα ξεκάθαρα το πρόσωπο ˙ τα μάτια μου μίκρυναν στη προσπάθειά τους να ταξιδέψουν γρήγορα στις χώρες των μακρινών αναμνήσεων. Τότε μου χαμογέλασε.

-Δεσποινάκι! Το μεγάλο χαμόγελο πίσω από το παιδικό πρόσωπο άνηκε σε ένα παιδί που πριν από οκτώ περίπου χρόνια είχε υποσχεθεί πως θα άλλαζε τον κόσμο! Ήταν η εποχή που συζητούσαμε μεθυσμένοι από στίχους, ανάμεσα σε λόγια θαυμασμού κι απορίας, για τα ποιήματα του Τσέζαρε Παβέζε και τα νυχτερινά οράματα των ασμάτων του Τζουζέπε Ουνγκαρέττι. Οι νέοι, όσο είναι ακόμη μαθητές, έχουν μια ασύλληπτης ευφυΐας ικανότητα να αντιλαμβάνονται το νόημα των σπουδαίων πραγμάτων διαφορετικά. Τι κουβέντες είχαμε κάνει τότε με τους συμμαθητές της Δέσποινας! Τι λόγια, τι υποσχέσεις τι ερωτήματα και τι απαντήσεις έβρεξαν ελπίδες εκείνες τις ώρες που στους τέσσερις τοίχους της παλιάς αίθουσας ακούγονταν τα δρομολόγια του θανάτου που θα έρθει αλλά θα έχει τα μάτια της ικανοποίησης, του έρωτα, του χωρισμού, της γεμάτης ζωής. Μιλούσαμε για ώρες για όσα αξίζει να ζει κανείς, τι είναι άραγε αυτό που σε πάει από την κόλαση στον Παράδεισο και το αντίστροφο, τι είναι τέλος πάντων αυτό που κάνει το σύμπαν ολόκληρο όμορφο.

Στο τελευταίο μάθημα κάποιος είχε φέρει κι ακούσαμε τον Κεμάλ, τον ήρωα των στίχων του Γκάτσου και της μουσικής του Χατζιδάκι, τα τελευταία λόγια χαιρετισμού προς τον γενναίο ήρωα που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο όλο, πως «αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ». Στο τέλος εκείνης της μέρας θυμάμαι πως το Δεσποινάκι είχε σηκωθεί, τελευταία αυτή ανάμεσα σε όλους, είχε πλημμυρίσει το χώρο με το φωτεινό χαμόγελό της και είχε δώσει στους παρευρισκόμενους μια μεγάλη υπόσχεση.

– Ο Κεμάλ έκανε λάθος. Ξεκίνησε από τον εαυτό του, ήθελε να τα αλλάξει όλα, αλλά δεν άλλαξε ο ίδιος. Ήταν ήρωας αλλά έμεινε ήρωας. Ως εκεί. Τίποτα πιο ουσιαστικό! Γι’ αυτό απέτυχε. Μόνο μεγάλα λόγια! Χορτάσαμε από ήρωες που δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο επειδή δεν μπορούν να αλλάξουν πρώτα τον εαυτό τους. Δε ξέρω πού θα σταματήσετε εσείς, αλλά αν κουραστείτε ή φοβηθείτε και σταματήσετε μη νιώσετε απελπισία. Αν δεν μπορείτε εσείς, τον κόσμο θα τον αλλάξω όλον εγώ!

Στο νου μου χωράνε ακόμη τα χειροκροτήματα των παιδιών, η αγκαλιά που της έδωσα με όλη την περηφάνια και την βαθιά ελπίδα συμπυκνωμένη σε αυτήν κι η αντανάκλαση της σιγουριάς, της βαθιάς πίστης πως ο κόσμος αυτός θα γίνει καλύτερος, αξίζει και πρέπει να γίνει καλύτερος γιατί τη στιγμή που όλοι θα κουραστούμε θα υπάρχει ένας μικρός αγωνιστής με μεγάλη καρδιά και ακόμη μεγαλύτερα όνειρα κι ελπίδες, ένα πλάσμα με το όνομα Δεσποινάκι που θα συνεχίζει να διορθώνει τα στραβά της ιστορίας και τα λάθη όλων μας.

Μέσα στο έντονο κρύο του χειμώνα τα δυο χαμόγελά μας ταξίδεψαν όλο γλυκύτητα πίσω από τις αγκαλιασμένες μας πλάτες. Έπειτα κοιταχτήκαμε κατά πρόσωπο και αφού της έπιασα τα χέρια δεν μπορούσα να μην την ρωτήσω: -Τον άλλαξες τον κόσμο Δεσποινάκι;

Δίχως να αλλάξει καθόλου το σχήμα του προσώπου της το χαμόγελό της έγινε ακόμη πιο φωτεινό. Με ένα της νεύμα μού έκανε νόημα να γυρίσω τη θέα μου στο παράθυρο του διπλανού αυτοκινήτου που με αναμμένα τα φώτα είχε σταθμεύσει σχεδόν δίπλα μας. Πίσω από τα χνωτισμένα του τζάμια, στα πίσω καθίσματα δυο προσωπάκια δυο μικρών αγγέλων μας κοιτούσαν απορημένα με τα χέρια ακουμπισμένα στο παράθυρο. Δεν πρέπει να ήταν και τα δυο πάνω από τριών ετών. Στο μπροστινό κάθισμα ένας νέος άντρας, ο πατέρας των παιδιών μάλλον, μού χαμογέλασε ζεστά υψώνοντας ελαφρά το χέρι σαν σε χαιρετισμό προς κάποιον άγνωστο κι όμως από κάπου γνωστό. Ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό με χαιρετισμό και τα περίεργα παιδικά βλέμματα με ένα χαμόγελο σαν αγκαλιά γύρισα το πρόσωπό μου στο Δεσποινάκι.

- Μαμά λοιπόν.
– Ναι, μαμά. Πριν λίγα χρόνια Δεσποινάκι, εδώ και δυόμιση χρόνια μαμά. Θυμάστε ποιο είχαμε πει πως είναι το μυστικό που θα αλλάξει τον κόσμο;

Η ερώτησή της βρήκε μια κοινή απάντηση από τα χείλη και των δυο μας. -Η αγάπη που δεν θα κουραστεί! Χαμογελάσαμε μαζί. Έπειτα εκείνη μου έσφιξε τις παλάμες και συνέχισε.

– Κάποτε είχα κουραστεί κι ήμουν πολύ κοντά στην απελπισία. Έλεγα πως ο κόσμος αυτός δεν αλλάζει, δεν θα αλλάξει ποτέ, είναι πολύ μεγάλος και πολύ δυνατός για να αλλάξει από εμένα. Και τότε θυμήθηκα αυτά που λέγαμε. Πως ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει παρά μόνο με την αγάπη. Θα αλλάξει από την αγάπη που δεν θα κουραστεί να δίνεται, από την αγάπη που θα εξακολουθεί να υπάρχει και να προσφέρεται εξαιτίας μας ακόμη κι όταν εμείς θα έχουμε φύγει. Αλήθεια πέστε μου, υπάρχει πιο σίγουρος τρόπος να αγαπάς τον κόσμο όλον επειδή μέσα του κατοικούν τα πρόσωπα που αγαπάς πάνω από όλα; Υπάρχει πιο μεγάλη λαχτάρα να θες να γίνει ο κόσμος καλύτερος επειδή σε αυτόν θα ζουν τα παιδιά σου; Δε θα πάψω πια να αγωνίζομαι. Δε μπορώ, δεν έχω πια το δικαίωμα να μην αγωνίζομαι.

Την αγκάλιασα ξανά δυνατά κι εκείνη ψιθύρισε με μια αίσθηση συγκίνησης: Σημασία δεν έχει να αγαπάς αλλά το πόσο αγαπάς, σωστά θυμάμαι;

-Σωστά Δεσποινάκι, σωστά θυμάσαι. Ανάμεσα στα τόσα παιδιά που υπήρξατε άριστοι μαθητές των σπουδαίων κατορθωμάτων, θυμάσαι κι εσύ μαζί τους πως η ευτυχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια άθληση αγάπης. Μιας αγάπης που πρέπει να σχετιστεί με οτιδήποτε άλλο έξω από τον εαυτό σου, με οτιδήποτε κι οποιονδήποτε μπορεί κι αξίζει να σου δείξει τον Παράδεισο επί γης, τον Θεό στα πρόσωπα των μικρών παιδιών, των ανθρώπων αυτών που αγαπάς πολύ κι αυτών που αγαπάς πιο λίγο. Όλα είναι στην ποσότητα. Για την αγάπη ισχύει ευτυχώς πως εν τω πολλώ το ευ. Έτσι κατακτιέται και το πάντα και το όλα. Και στην ποσότητα και στον χρόνο και στον τρόπο. Εκεί είναι το μυστικό. Κι όποιος έμαθε καλά, έμαθε για πάντα.

Το Δεσποινάκι μπήκε στο αυτοκίνητο που την περίμενε κι αφού με χαιρέτησαν οικογενειακώς μού χάρισαν την πιο τρυφερή και ζεστή εικόνα εκείνης της παγωμένης χειμωνιάτικης νυχτιάς στο κέντρο της πόλης. Τέσσερις άνθρωποι που ζουν την αγάπη, που θα ζουν για την αγάπη, που θα ζουν από την αγάπη. Τέσσερις άνθρωποι που έγιναν αγάπη. Δίχως μεγάλες διακηρύξεις, μεγάλα λόγια και βαρύγδουπες προκηρύξεις. Έτσι απλά, αγαπώντας!

Σκέπασα τα λευκά μου μαλλιά με το κατάμαυρο σκουφί μου, τους ξανάφερα στο νου μου και χαμογέλασα με μια γλυκύτητα που πλημμύρισε τις αισθήσεις. Οι πρώτες νιφάδες του χιονιού άρχισαν να στροβιλίζονται γύρω μου. Άνοιξα το βήμα και εξακολουθούσα, πίσω από το σφιχτό μου κασκόλ να χαμογελώ. Καληνύχτα Κεμάλ. Σου είπαν ψέματα. Αυτός ο κόσμος έχει αλλάξει κι αλλάζει όσο υπάρχουν ακόμη Δεσποινάκια που αγαπούν αληθινά. Καληνύχτα Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος αλλάζει!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Άνοιξη μεσ' στον χειμώνα

Οι βαθιές ρίζες ποτέ δεν αμφισβητούν ότι η Άνοιξη θα έρθει.

Μάρτυ Ρούμπιν Ολόκληρη η ανάρτηση...