
βαθύτερο μὲς στὴν παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι’ ἀποχτᾶς τὴ σημασία
ποὺ δίνουν στὰ ἐρείπια οἱ ἄνθρωποι. Ἐδῶ ποὺ ὅλα
σκουπίζονται, τὰ μάρμαρα κι’ οἱ πέτρες κι’ ἡ ἱστορία
μένεις ἐσὺ μὲ τὴν πυρακτωμένη σου πνοὴ γιὰ νὰ θυμίζεις
τὸ πέρασμα ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιά, τὴ μνήμη
ἐκείνου ποὺ ἐσίγησε ἀνεπαίσθητα ἐντός μου
σφαδάζοντας στὴν ἴδια του κατάρρευση κι’ ἀκόμα
τοὺς ἄλλους ποὺ ἀνύποπτοι μὲς σὲ βαθὺν ὕπνο διαρρέουν.
Ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς καὶ προχωρῶ βαθύτερα
στὸ ἀκίνητο φθινόπωρο ποὺ μαλακώνει πλένοντας
μὲ φῶς τὰ πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στὴ χρυσωμένη δωρεὰ τοῦ ἥλιου μιὰ ἐγκατάλειψη
γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα, γιὰ ὅσα
μοῦ ζήτησαν κι’ ἀρνήθηκα μὴ ἔχοντας, γιὰ ὅσα
μοιράστηκα ἀπερίσκεπτα καὶ μένω
ξένος καὶ κουρελιάρης τώρα.
Μὰ ὅταν μὲς στὴ θρυμματισμένη θύμηση ἀναδεύω
ἐρείπια, βρίσκω ἀπόκριση βαθιὰ γιατί τὰ μάρμαρα
κι’ οἱ πέτρες κι’ ἡ ἱστορία μένουν γιὰ νὰ θυμίζουν
τὸ πέρασμά σου ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιὰ – ἀπόκριση κρυφὴ
γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα.
Από την συλλογή «O θάνατος του Μύρωνα» του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, εκδ. Διαγώνιος
Τα ερείπια της Παλμύρας αποτελούν κατ’ ουσία ένα ποίημα για τη σημασία που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι, για τα ερείπια της ζωής μας. Η Παλμύρα υπήρξε κατά την αρχαιότητα σημαντική πόλη της κεντρικής Συρίας. Για αιώνες ήταν ζωτικός σταθμός για τα καραβάνια που διέσχιζαν τη Συριακή έρημο και ήταν γνωστή ως η «Νύμφη της Ερήμου». Για την μυθολογία υπήρξε τόπος που φιλοξενούσε μια από τις εισόδους Του Άδη.
Ο Ασλάνογλου ατενίζει τη ζωή του ήρωα του και τώρα που προχώρησε ο καιρός και νιώθει να έχει κάνει βήμα βαθύτερο μες στην παραδοχή του επικείμενου θανάτου, τον καιρό που όλα σκουπίζονται, βλέπει αυτή την αγαπημένη του Πόλη, το αλλοτινό πλούσιο κέντρο των καραβανιών να έχει μετατραπεί σε ερείπιο. Ερείπιο, αλλά ταυτόχρονα αγαπημένο θυμητάρι των καιρών που ήταν, εξαιτίας της, ευτυχισμένος. Αυτός κρατά ό,τι οι άλλοι αδυνατούν να δουν.
Αφήνει στους άλλους τους ανύποπτους επισκέπτες των λίγων στιγμών και των ανεπαίσθητων εντυπώσεων τα μάρμαρα τις πέτρες και την ιστορία και κρατά για τον εαυτό του την πυρακτωμένη της πνοὴ για να του θυμίζει το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός του σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση. Αυτό που χάθηκε δεν είναι, δεν μπορεί να είναι το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Η απώλεια όπως και η ευτυχία δεν μετριέται για όλους το ίδιο. Ο άλλος αφήνει ερείπια, ο άλλος τη ζωή του.
Ο ήρωας συνεχίζει τη ζωή του προχωρώντας βαθύτερα, γερνώντας, στο ακίνητο φθινόπωρο βλέπει στη δωρεά του ήλιου την εγκατάλειψη. Την εγκατάλειψη αυτή που έκανε την πλούσια Παλμύρα ερείπια στα μάτια ανύποπτων επισκεπτών. Αυτό που ο ίδιος κάποτε λάτρευε έγινε τώρα από αντικείμενο λατρείας, φτηνό μπακίρι στα παζάρια των ξένων αναγκών, έγινε κάτι πεπαλαιωμένο, δίχως ομορφιά, δίχως χρήση, δίχως αγάπη.
Ο Ασλάνογλου βάζει την εγκατάλειψη του ήρωα του σαν ένα μαχαίρι που κόβει τον καιρό στα δύο. Βάζει την εγκατάλειψη σαν ένα μεγάλο ερωτηματικό, ένα τεράστιο ανανταπόδοτο παράπονο, μια πλησμονή ανεκπλήρωτη, που άλλαξε τη μοίρα του και τον ίδιο. Η περιγραφή του ποιητή είναι συγκλονιστική. «Μια εγκατάλειψη για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα μου ζήτησαν κι’ αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω ξένος και κουρελιάρης τώρα». Για όλα όσα έγινε χωρίς την Παλμύρα, ζώντας ως ξένος και κουρελιάρης σε πόλεις που δεν αγάπησε ποτέ βαθιά όπως αγάπησε εκείνη. Ζώντας σε αυτήν ήταν κάποιος, ζώντας έξω από αυτή δεν ήταν κανείς. Τώρα που η Παλμύρα κατήντησε ερείπια αυτό που του θυμίζει το πρόσωπό του ήταν οι μέρες που έζησε στην ακμή της. Πριν την εγκαταλείψει και πριν τον εγκαταλείψει. Όλα έξω από αυτή τη σχέση έγιναν ερείπια.
Άλλην ελπίδα, άλλο τίποτε να τον κρατά στη ζωή δεν έχει παρά τη θύμησή της. Έτσι λοιπόν αναδεύοντας ο ίδιος μες στη θρυμματισμένη θύμηση μέσα από τα ερείπια των πολλών, αυτός ακούει τη βαθιά απόκριση, αυτό το ανεξάλειπτο, αυτό το κάτι μεταξύ των ανθρώπων που δεν χάνεται ποτέ και μένει πάντα για «να θυμίζουν το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά – απόκριση κρυφή για όσα περιμένω και δεν πήρα».
Την επόμενη φορά που ως επισκέπτες με το εισιτήριο στο χέρι επισκεφτούμε κάποια Παλμύρα, ας αναλογιστούμε πως κάτω από τα ερείπια και τα μάρμαρα υπάρχει ένα μεγαλείο αλλοτινό που μεταμόρφωνε τους ανθρώπους. Υπάρχει η μεταμορφωτική σχέση που χωράει σε δυο ζωές ή αν προτιμάτε χωρούν τόσα μάρμαρα και τόσα ερείπια σε δυο ζωές. Υπάρχει, ανύποπτε κοιμισμένε μου επισκέπτη, «τὸ πέρασμά ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιὰ – ἀπόκριση κρυφὴ γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα». Μα εσύ τη σημασία αυτή δεν θα τη βρεις ποτέ. Για σένα η Παλμύρα θα είναι μόνο μάρμαρα κι ερείπια.
Ολόκληρη η ανάρτηση...