Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Η σίγουρη επανάσταση

Την σκέψη την έκανα πριν από λίγες μέρες όταν βλέποντας μια ομάδα νέων στη στάση του Μετρό παρατήρησα πως όλοι στέκονταν με ένα κινητό στο χέρι, δίχως να ανταλλάσσουν ούτε βλέμμα μεταξύ τους. Ποιος ξέρει αναρωτήθηκα, μπορεί ο ένας να στέλνει μήνυμα στον άλλον και έτσι να επικοινωνούν. Η εικόνα ασφαλώς και δεν είναι πρωτόγνωρη. Νέοι στο σχολείο, στα πανεπιστήμια, στον περίπατο, στην καφετέρια, σε μικρές και μεγάλες παρέες, στο κρεβάτι, ακόμη και στην δουλειά με ένα κινητό στο χέρι. Μα καλά αυτή είναι η ελπίδα; Αυτή ακόμη παραμυθιαζόμαστε πως είναι η ελπίδα; Πώς αλλιώς; ή αυτοί ή κανείς. Με αυτά τα ερωτηματικά έκανα ένα βήμα πιο πέρα και δεν άργησα να βρω τη λύση. Ναι, οι νέοι είναι οι μόνοι που μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Ο κόσμος όμως αλλάζει όταν αλλάζει πρώτα ο εαυτός μας και έπειτα διαδοχικά κι άλλος κι άλλος ώσπου στο τέλος γινόμαστε πολλοί.

Οι νέοι πρέπει να βγουν στους δρόμους! Να τολμήσουν και να κάνουν μια μεγάλη επανάσταση, μια επανάσταση που τους αξίζει και θα αξίζει και στα δικά τους παιδιά. Πώς όμως; Πώς αλλάζει πρώτα με σιγουριά ο νεοέλληνας νέος και πώς μετά κι ο άλλος κι ο άλλος ώσπου η αλλαγή να γίνει επανάσταση; Η πρότασή μου είναι σύντομη και απλή: Πάρτε από τους νέους τα κινητά για μια μέρα και θα έχετε μια μεγάλη επανάσταση μιας μέρας. Πάρτε τους τα κινητά για δυο μέρες και θα έχετε μια ακόμη μεγαλύτερη επανάσταση δυο ημερών και ούτω καθ’ εξής. Για να μην παρεξηγιέμαι, όχι μόνο τα κινητά, οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή από κινητό ως tablets κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, που τους εγκλωβίζει στον δικό τους κόσμο, στη δική τους ανυπαρξία και στο δικό τους δήθεν. Εάν αυτό δεν είναι η πιο σκληρή φυλακή, τότε τύφλα να’ χει το Αλκατράζ.

Οι νέοι δεν θα βγουν στους δρόμους και δεν θα μείνουν εκεί για να διεκδικήσουν την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα, ούτε θα επαναστατήσουν για να έχουν ένα ποιοτικό εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν θα βγουν ούτε για την Μακεδονία και σίγουρα δεν θα βγουν για τη γλώσσα μας, την παράδοση αλλά ούτε ακόμη για την ντροπή των εγχώριων ΜΜΕ. Θα βγουν όμως σίγουρα για να ζητήσουν με πάθος τον εγκλωβισμένο στα κινητά εαυτό τους. Θα βγουν να αναζητήσουν το ασφαλές ψέμα τους γιατί στη δύσκολη πραγματικότητα των πραγματικών σχέσεων και της αληθινής ζωής δεν τους έμαθε κανείς να ζουν. Θα επαναστατήσουν γιατί ο χρόνος και η ζωή τους, η ποιότητα καλύτερα της ζωής τους, βρίσκεται στην μικρή οθόνη που καθρεφτίζει τον εαυτό τους, που τους μαθαίνει πως ένας ολόκληρος κόσμος υπάρχει και περιστρέφεται γύρω από αυτούς. Είναι η μόνη πραγματικότητα που ξέρουν καλά. Η ζωή είναι εκεί, ο τρόπος να την ζεις είναι εκεί.

Αναρωτιέμαι τι φρικτή δοκιμασία θα ζουν οι νέοι εκείνοι που για κάποιο λόγο το κινητό τους χαλάει για μια δυο μέρες. Το βλέπεις στα πρόσωπά τους, καταλαβαίνεις την ανησυχία και το δράμα τους από την αγωνία στην έκφραση των προσώπων τους. Πώς είναι η ζωή χωρίς κινητό; Χωρίς φυλακή; Υπάρχει σχέση με ανθρώπους; Μιλάνε οι άνθρωποι; Νιώθουν; Ζουν; Ας βγει αύριο πρωί αυτή η απόφαση (ας την πούμε κατ’ ευφημισμόν) κρατική για να ζήσουν οι νέοι μια μέρα χωρίς κινητό και ετοιμαστείτε να δούμε τους δρόμους και τις πλατείες να πλημμυρίζουν με την επαναστατική ορμή των νέων. Κάθε είδους αντάρτικα, επαναστατικές προκηρύξεις, όρκοι ιερού αγώνα και αλληλεγγύης, θα ξεπηδήσουν από ένα χρονοντούλαπο που θα μας ξαφνιάσει όλους. Οι νέοι θα βγουν στους δρόμους, να είστε σίγουροι. Θα κάνουν την μεγάλη επανάστασή τους. Ο σκοπός τους μόνο θα είναι διαφορετικός μα τουλάχιστον είναι κι αυτό ένα πρώτο μάθημα επανάστασης. Ίσως τη μόνη που μπορούν.

Ας μην είμαστε απέλπιδες. Ίσως οι νέοι να μπορούν να μας εκπλήξουν διαφορετικά. Ίσως να μπορούν να κάνουν επανάσταση όχι μόνο χάνοντας το κινητό τους και τον κόσμο κάτω από τα πόδια τους αλλά διεκδικώντας την ζωή όπως αξίζει να τη ζει κανείς, όπως πρέπει να μάθει ότι αξίζει να τη ζει κανείς. Ως τότε ρωτήστε τους μαθητές που φέτος τελειώνουν το σχολείο να σας πουν πότε έγινε η ναυμαχία της Σαλαμίνας, η μάχη του Μαραθώνα, η πτώση της Κωνσταντινούπολης, ζητήστε τους να σας πουν δυο στίχους του Κάλβου ή του Σεφέρη. Αν σας απαντήσουν δίχως να ανατρέξουν ψάχνοντας στο κινητό, τότε υπάρχει ελπίδα. Ειδάλλως η επανάσταση αργεί πολύ…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Ὁμιλία πρός τούς Γυμνασιόπαιδες στήν Πνύκα

Παιδιά μου!
Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ διὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποία δόξα καὶ τιμὴν ἔχαιραν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, διὰ ταῦτα σᾶς λέγουν καθ᾿ ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των.

Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ διέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὲς πέτρες καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιό του, καὶ ἔπαυσαν νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῆρε μαζί του οὔτε σοφοὺς οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾿ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, χωρικοὺς καὶ ψαράδες, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλες τὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι ὅπου καὶ ἂν ἔβρισκαν ἐναντιότητες καὶ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τοὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τοὺς κάμῃ τίποτα. Αὐτοὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν.

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ῥωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἐστάθη ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν. Τὸν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸ σταυρό του ἔκαμε. Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτάνος, διόρισε ἕνα βιτσερὲ [ἀντιβασιλέα], ἕναν πατριάρχη, καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸς καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τοὺς ἔλεγε ὁ σουλτάνος. Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες [προεστοὶ] εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ προκομμένοι, τὸ καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέρνοντες τὸν ζυγὸν ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καὶ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των, καὶ ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάσταση, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθηση, τὸν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του, ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καὶ βλέποντας τὲς δόξες καὶ τὲς ἡδονὲς ὁποὺ ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τὴν πίστη τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέρα ὁ λαὸς ἐλίγνευε καὶ ἐπτώχαινε.

Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα βιβλία, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμε εὐγνωμοσύνη, διότι εὐθὺς ὁποὺ κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λαὸ ἐμάνθανε τὰ κοινὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμε καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα τότε. Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ νοῦ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε εὐτυχέστεροι. Καὶ ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.

Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.

Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μίαν ἁρμάδα. Ἀλλὰ δὲν ἐβάσταξεν. Ἦλθαν μερικοὶ καὶ ἠθέλησαν νὰ γένουν μπαρμπέρηδες εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι. Μᾶς πονοῦσε τὸ μπαρμπέρισμά τους. Μὰ τί νὰ κάμωμε; Εἴχαμε καὶ αὐτουνῶν τὴν ἀνάγκη. Ἀπὸ τότε ἤρχισεν ἡ διχόνοια, καὶ ἐχάθη ἡ πρώτη προθυμία καὶ ὁμόνοια. Καὶ ὅταν ἔλεγες τὸν Κώστα νὰ δώσῃ χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἢ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν πόλεμο, τοῦτος ἐπρόβαλλε τὸν Γιάννη. Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο κανεὶς δὲν ἤθελε οὔτε νὰ συνδράμῃ οὔτε νὰ πολεμήσῃ. Καὶ τοῦτο ἐγίνετο, ἐπειδὴ δὲν εἴχαμε ἕναν ἀρχηγὸ καὶ μία κεφαλή. Ἀλλὰ ἕνας ἔμπαινε πρόεδρος ἕξη μῆνες, ἐσηκώνετο ὁ ἄλλος καὶ τὸν ἔριχνε, καὶ ἐκάθετο αὐτὸς ἄλλους τόσους, καὶ ἔτσι ὁ ἕνας ἤθελε τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο. Ἴσως ὅλοι ἠθέλαμε τὸ καλό, πλὴν καθένας κατὰ τὴν γνώμη του. Ὅταν προστάζουνε πολλοί, ποτὲ τὸ σπίτι δεν χτίζεται οὔτε τελειώνει. Ὁ ἕνας λέγει ὅτι ἡ πόρτα πρέπει να βλέπῃ εἰς τὸ ἀνατολικὸ μέρος, ὁ ἄλλος εἰς τὸ ἀντικρινὸ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸν Βορέα, σὰν να ἦτον τὸ σπίτι εἰς τὸν ἀραμπᾶ, καὶ να γυρίζει, καθὼς λέγει ὁ καθένας. Μὲ τοῦτο τὸν τρόπο δεν κτίζεται ποτὲ τὸ σπίτι, ἀλλὰ πρέπει να εἶναι ἔνας ἀρχιτέκτων, ὁποῦ νὰ προστάζῃ πῶς θὰ γενῇ. Παρομοίως καὶ ἡμεῖς ἐχρειαζόμεθα ἕναν ἀρχηγὸ καὶ ἔναν ἀρχιτέκτονα, ὅστις νὰ προστάζῃ καὶ οἱ ἄλλοι να ὑπακούουν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τέτοια κατάστασιν, ἐξ αἰτίας τῆς διχονοίας, μᾶς ἔπεσε ἡ Τουρκιὰ ἐπάνω μας καὶ κοντέψαμε να χαθοῦμε, καὶ εἰς τοὺς στερνοὺς ἑπτὰ χρόνους δὲν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εἰς αὐτὴ τὴν κατάστασιν ἔρχεται ὁ βασιλεύς, τὰ πράγματα ἡσυχάζουν, καὶ τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ γεωργία καὶ οἱ τέχνες ἀρχίζουν νὰ προοδεύουν καὶ μάλιστα ἡ παιδεία. Αὐτὴ ἡ μάθησις θὰ μᾶς αὐξήσῃ καὶ θὰ μᾶς εὐτυχήσῃ. Ἀλλὰ διὰ νὰ αὐξήσομεν, χρειάζεται καὶ ἡ στερέωσις τῆς πολιτείας μας, ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴν καλλιέργεια καὶ μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Θρόνου. Ὁ βασιλεύς μας εἶναι νέος καὶ συμμορφώνεται μὲ τὸν τόπο μας, δεν εἶναι προσωρινός, ἀλλ᾿ ἡ βασιλεία του εἶναι διαδοχικὴ καὶ θὰ περάσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν του, καὶ μὲ αὐτὸν κι ἐσεῖς καὶ τὰ παιδιά σας θὰ ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος. Ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ φυλάττουν μία Θρησκεία. Καὶ αὐτοί, οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι κατατρέχοντο καὶ μισοῦντο καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, μένουν σταθεροὶ εἰς τὴν πίστη τους.

Νὰ μὴν ἔχετε πολυτέλεια, να μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς καφενέδες καὶ τὰ μπιλιάρδα. Νὰ δοθεῖτε εἰς τὰς σπουδάς σας καὶ καλύτερα νὰ κοπιάσετε ὀλίγον, δύο καὶ τρεῖς χρόνους καὶ νὰ ζήσετε ἐλεύθεροι εἰς τὸ ἐπίλοιπο τῆς ζωῆς σας, παρὰ νὰ περάσετε τέσσαρους - πέντε χρόνους τὴ νεότητά σας, καὶ να μείνετε ἀγράμματοι. Νὰ σκλαβωθεῖτε εἰς τὰ γράμματά σας. Νὰ ἀκούετε τὰς συμβουλὰς τῶν διδασκάλων καὶ γεροντοτέρων, καὶ κατὰ τὴν παροιμία, «μύρια ἤξευρε καὶ χίλια μάθαινε». Ἡ προκοπή σας καὶ ἡ μάθησή σας νὰ μὴν γίνῃ σκεπάρνι μόνο διὰ τὸ ἄτομό σας, ἀλλὰ να κοιτάζῃ τὸ καλὸ τῆς κοινότητος, καὶ μέσα εἰς τὸ καλὸ αὐτὸ εὑρίσκεται καὶ τὸ δικό σας.

Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον. Τὸ ἔργο μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε τὸ δρόμο, θέλουν μετ᾿ ὀλίγον περάσει. Τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα. Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὁποὺ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε· καί, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια της πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία, τὴν καλλιέργεια τοῦ θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία.

Τελειώνω τὸ λόγο μου. Ζήτω ὁ βασιλεύς μας Ὄθων! Ζήτω οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!

ἐξεφωνήθη ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ τῇ 8ῃ Ὀκτωβρίου 1838 καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδαν ΑΙΩΝ τῇ 13ῃ Νοεμβρίου 1838.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

Άνθρωπος των άκρων

Ὄχι σάν τούς ἄλλους. Μοναδικός ἀκόμη καί στόν τρόπο πού μοίραζε ἀγάπες κι ἐχθρότητες στόν ἴδιο ὑπερθετικό. Ἀπό εὐγενές κοίτασμα ὁ ἴδιος, οὔτε πού τοῦ πέρασε ποτέ ἀπ' τό νοῦ πώς ἕνας διαφορετικός τρόπος ζωῆς μποροῦσε νά ὑπάρξει. Στίς δύσκολες στιγμές πού συνέπεσε νά περάσουμε τοῦ ἐστάθηκα μία φορᾶ καί μοῦ ἐστάθηκε δέκα. Τέτοιας καρδιᾶς μόνον οἱ ἄνθρωποι τῶν ἄκρων γίνονται, καί ἦταν τῶν ἄκρων.

Γι' αὐτό καί, πάνω στή φόρα πού ἔπαιρνε γιά νά κυριαρχήσει στά πράγματα, κόπηκε πολλές φορές μέχρις αἵματος, καί πάνω στό μέταλλο, καί πάνω στό κρύσταλλο, πού ἐνίοτε καί κατά καιρούς ἤμασταν ἐμεῖς οἱ ἄλλοι. Πολλές φορές ἔδειχνε πώς ἤξερε νά φιλιώνει μέ τόν ἐχθρό καί ν' ἀντιμάχεται τό φίλο του, νά χάνει γενναιόδωρα, καί ἄς εἶναι καλά ἡ ζημία. Τό θέμα γι' αὐτόν ἦταν νά διευθετεῖ σωστά τόν κίνδυνο καί νά ἀδιαφορεῖ γιά τίς ἑκάστοτε προκλήσεις τῶν καιρῶν.

Στό βάθος δέν βρισκόταν ἕνας ἄνθρωπος πού νά τοῦ μοιάζει. Καί σ' αὐτό μοιάζαμε.

Από Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...