Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Γράμμα σε ένα κορίτσι που θα αποτύχει στις Πανελλαδικές

του Χρήστου Χωμενίδη
Προέλευση:www.protagon.gr

Το χειρότερο, όταν θα βγουν τα αποτελέσματα, δεν θα είναι η προσωπική, η δική σου τσαντίλα. Εσύ, από προχθές, που έγραψες άλλα αντ’ άλλων στην Ιστορία, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις. Το χειρότερο τότε θα ’ναι η απογοήτευση των γονιών σου. Το ελαφρώς αφ’ υψηλού βλέμμα του πατέρα σου - εκείνος, βλέπεις, είχε πετύχει με την πρώτη το 1980 στην ΑΣΟΕΕ κι ας μεγάλωσε στο χωριό, και ας μάζευε ελιές αντί να κάνει φροντιστήριο. Το παρηγορητικό χάδι της μάνας σου και οι κουβέντες της με συγγενείς και φίλους: «Το παιδί είχε μιαν ατυχία… Ναι, εννοείται πως θα ξαναδώσει…». Κι ο θείος Στέλιος να δικαιώνεται που πάντα πίστευε πως είσαι ηλίθια. Και η κολλητή της μάνας σου να ρωτάει -μες στην αδιακρισία- μήπως τυχόν είχες περίοδο εκείνη τη μοιραία μέρα και οι πόνοι δεν σε άφησαν να συγκεντρωθείς.

Το χειρότερο θα είναι οι νοεροί τους υπολογισμοί πόσα ξοδέψανε σε ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια και πόσα έχουν να πληρώνουν ακόμα. Και η πίκα τους με τον φιλόλογο που τους είχε διαβεβαιώσει πως θα πετύχαινες, ο κόσμος να χαλάσει. Νιώθουν -κι ας μην το ομολογούν ούτε στους εαυτούς τους- σαν να ποντάρανε σε λάθος άλογο. Τα ρίχνουν στον προπονητή, τα ρίχνουνε στο στάβλο -δηλαδή στο σχολείο- τα ρίχνουν στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε μες στο σπίτι αφότου η μαμά έπιασε τον μπαμπά σχεδόν στα πράσα με εκείνη τη συνάδελφό του, στους συνεχείς καβγάδες τους οι οποίοι σε αποσπούσαν απ’ το διάβασμα. Τα ρίχνουνε σε εκείνους κι εν τέλει σε εσένα…

Πώς να τους εξηγήσεις ότι και καθαρόαιμο του ιπποδρόμου να ήσουν, οι Πανελλαδικές δεν μοιάζουν με κανονική κούρσα; Έχουν τόσο παράλογους κανόνες, ώστε το μόνο που μετράει ουσιαστικά είναι να φοράς χοντρές παρωπίδες, να βάζεις το κεφάλι κάτω και να τρέχεις δίχως να σκέφτεσαι τίποτα απολύτως. Στο μάθημα της Ιστορίας, φερ’ ειπείν, οφείλεις να αποστηθίσεις καμιά τριακοσαριά σελίδες, με τα «και» και με τα κόμματα τους, ώστε το γραπτό που θα παραδώσεις να μοιάζει με φωτοτυπία του διδακτικού βιβλίου. Στην Έκθεση, πρέπει να μάθεις να υποστηρίζεις τις πιο ανόητες απόψεις, ότι το διαδίκτυο απομονώνει δήθεν τους ανθρώπους, πως τα παιδιά νιώθουν βαριά στους ώμους τους την ευθύνη για τη σωτηρία του περιβάλλοντος… Πού τους κατέβηκαν όλα ετούτα του Υπουργείου Παιδείας και των καθηγητών; Τα έχουν δει ποτέ τα παιδιά; Ή καθρεφτίζουν απλώς στα μάτια των μαθητών τη δική τους αλαζονεία; Τα είχες πει μια μέρα έξαλλη στον πατέρα σου. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», σου είχε απαντήσει εκείνος, με ένα ηττημένο μάλλον ύφος. «Μακάρι όταν εσύ μεγαλώσεις να καταφέρεις να τους αλλάξεις. Για αυτό, για να έχεις δύναμη κι επιρροή, πρέπει να μπεις στο Πανεπιστήμιο…».

Και τώρα που τα σκάτωσες στις εξετάσεις; Που τον Σεπτέμβριο ο γιος των κουμπάρων θα μετακομίσει στην Ξάνθη -έκτος, παρακαλώ, επιτυχών στο Πολυτεχνείο!- και η κόρη των Αλβανών του ισογείου θα γραφτεί, άκουσον άκουσον, στην Παιδαγωγική; Εσύ, μικρή μου αποτυχία, τι σκοπεύεις να κάνεις; Να πας στο παρακατιανό ΤΕΙ που σε έριξε η κακιά ώρα και δεν (θες να) θυμάσαι ούτε καν το όνομά του; Όχι ασφαλώς! Θα στρώσεις κάτω κώλο και θα ξαναδοκιμάσεις! Τον Μάιο του 2014, θα βγάλεις από πάνω σου το στίγμα. Θα απαλλάξεις τους καλούς γονείς σου από το μαράζι. Σε λίγα χρόνια δε, όταν θα αριστεύεις στη Σχολή και θα ετοιμάζεσαι για μεταπτυχιακά, κανείς δεν θα θυμάται πως είχες μπει με τη δεύτερη.

Τόσο καλά… Έλα όμως που και μόνο η θέα των σχολικών βιβλίων σού φέρνει πλέον αναγούλα; Που η προοπτική να ξαναμπείς απ’ το φθινόπωρο στο ίδιο μαγγανοπήγαδο -γνωστό κείμενο, άγνωστο κείμενο, γραμματικά φαινόμενα, συνώνυμα και αντώνυμα- σου φαίνεται εφιάλτης; Και έχεις από πάνω κι εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν νόημα όλα αυτά καθότι η ανεργία των νέων -και ειδικά των πτυχιούχων- καλπάζει. Εκείνους που σε προειδοποιούν ότι σε λίγα χρόνια οι μισθοί θα έχουν πέσει σε επίπεδα Βουλγαρίας -τι Βουλγαρίας; Κίνας!- κι ότι οι Έλληνες θα δουλεύουν μέχρι τα ογδόντα. «Αντί να ασχολείσαι με τις πανελλαδικές, πάλεψε για να ανατραπεί το σύστημα!», σε είχε προτρέψει ένας συμμαθητής σου με μπλουζάκι Τσε Γκεβάρα. Ο ίδιος, βέβαια, ευχόταν να απεργήσουν οι καθηγητές για να έχει στη διάθεσή του περισσότερες μέρες για διάβασμα. Πρώτος στα μαθήματα, πρώτος και στον αγώνα…

Ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, μα στην πραγματικότητα δεν χολοσκάς για τον μελλοντικό μισθό ούτε βεβαίως για τη σύνταξή σου. Είσαι δεκαοχτώ χρονών! -ότι βρίσκεται σε ορίζοντα μακρύτερο από λίγους μήνες, σου φαίνεται εξαιρετικά αβέβαιο και άρα αδιάφορο. Έλα όμως που όλοι, ακόμα και το αγόρι σου, σε καλούν να σχεδιάσεις τη ζωή σου; Να σοβαρέψεις. Να θέσεις τις βάσεις…

Θέλεις τη γνώμη μου; Μην τους ακούς! Μοναδικός λόγος να δώσεις δεύτερη φορά, στο καπάκι, Πανελλαδικές είναι να λαχταράς να μπεις σε μια συγκεκριμένη σχολή. Να ονειρεύεσαι μέσα από την καρδιά σου να γίνεις αρχιτέκτονας ή δικηγόρος ή οπτικός. Άμα κάτι τέτοιο δεν σου συμβαίνει, τότε απλώς χαλάρωσε. Εάν κατά βάθος θα ’θελες να φτιάχνεις μαλλιά ή νύχια ή ακόμα και κοκτέiλ πίσω απ’ τον πάγκο ενός μπαρ, ακολούθησε την κλίση σου. Χίλιες φορές μία ευτυχισμένη -και άρα επιτυχημένη- κομμώτρια, παρά μία γιατρός με το στανιό.

Σε πολλές χώρες του λεγόμενου «ανεπτυγμένου κόσμου», σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, θεωρείται αυτονόητο σχεδόν πως τα παιδιά -τελειώνοντας το σχολείο- θα πάρουν έναν χρόνο off, για να ταξιδέψουν, για να απασχοληθούν από εδώ κι από εκεί, για να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους και μέσα τους. Μονάχα στην Ελλάδα τα ταξίδια θεωρούνται αναψυχή πολυτελείας και οι ευκαιριακές δουλειές παρηγοριά -και ταπείνωση παράλληλα- για τον άνεργο.

Καλά, μην τρομάζεις! Δεν σου προτείνω να πας στον πατέρα σου, που του ’χουν κόψει τον μισό μισθό, και να του ζητήσεις λεφτά για να γυρίσεις τον κόσμο. Σε πληροφορώ απλώς πως όταν εγώ, το 1985, βαθμολογήθηκα με 12 στην Έκθεση κι έμεινα έξω για ένα μόριο από τη Νομική, κατέβηκα με τον τότε κολλητό μου στον Πειραιά και εκδώσαμε ναυτικά φυλλάδια. Το ότι δεν μπάρκαρα τελικά το θεωρώ προσωπική μου αποτυχία. Κι αν η δουλειά του μούτσου ή του καμαρότου παραμένει καθαρά ανδρική, σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχες ευκαιρίες για κορίτσια που δεν κωλώνουν να βγουν απ’ την πεπατημένη, να αγνοήσουν τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.

Δεν σε καλώ ντε και καλά να επαναστατήσεις. Δεν σε προτρέπω να εκβιάσεις την περιπέτεια. Σου ενημερώνω απλώς (με το δικαίωμα της πείρας που εγώ έχω, ενώ εσύ στερείσαι) πως η ζωή είναι αδιανόητα μεγάλη και εξαιρετικά απρόβλεπτη. Η τράπουλα θα μοιραστεί πολλές-πολλές φορές, οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και θα ξαναγίνουν έσχατοι. Ασφαλή σχέδια, σίγουρες επενδύσεις δεν υπάρχουν - το απέδειξε άλλωστε περίτρανα και η κρίση, η οποία μας πήρε και μας σήκωσε, από το 2009. Η μόνη, συνεπώς, πυξίδα που έχει νόημα να συμβουλεύεσαι, βρίσκεται μέσα σου. Όσοι την ακολούθησαν, ακόμα και αν έχασαν, δεν χάθηκαν. Όσοι την αγνόησαν, καταδίκασαν τους εαυτούς τους σε «επιτυχημένες» ίσως πλην σκυφτές ζωές.

Ο Ξενοφών -ο αρχαίος εκείνος συγγραφέας- μας παραδίδει την ιστορία ενός ανθρώπου που όταν τον καταδίκασαν να πιει το κώνειο, το κατέβασε άσπρο πάτο και γλείφοντας τα μουστάκια του, είπε «γεια στα χέρια σου!» στον δήμιό του. «Εκείνο γαρ κρίνω του ανδρός αγαστόν, το -του θανάτου παρεστηκότος- μήτε το φρόνιμον μήτε το παιγνιώδες απολίπειν εκ της ψυχής…». Υποκλίνεται, δηλαδή, μπροστά στον άνδρα που στην πιο δεινή του ώρα διατηρεί τόσο την ψυχραιμία, όσο και το χιούμορ του. Μια αποτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις απέχει -στο ορκίζομαι- έτη φωτός από τις δυσκολίες που σου είναι, που είναι σε όλους μας, γραφτές. Κράτα λοιπόν το κέφι σου, φίλα το σαν τα μάτια σου! Μην το ανταλλάξεις με καμία -ενήλικη δήθεν- σοβαρότητα.

Να σε κεράσω ένα παγωτό;
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς

Ἔλα λοιπὸν νὰ στρώσουμε τὸ φῶς
Νὰ κοιμηθοῦμε τὸ γαλάζιο φῶς στὰ πέτρινα σκαλιὰ τοῦ Αὐγούστου.
Ξέρεις, κάθε ταξίδι ἀνοίγεται στὰ περιστέρια
Ὅλος ὁ κόσμος ἀκουμπάει στὴ θάλασσα καὶ τὴ στεριά
Θὰ πιάσουμε τὸ σύννεφο θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ συμφορά τοῦ χρόνου
Ἀπὸ τὴν ἄλλην ὄψη τῆς κακοτυχιᾶς
Θὰ παίξουμε τὸν ἥλιο μας στὰ δάχτυλα
Στὶς ἐξοχές τῆς ἀνοιχτῆς καρδιᾶς
Θὰ δοῦμε νὰ ξαναγεννιέται ὁ κόσμος!

Από τους «Προσανατολισμούς» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Η κιβωτός του Αντρέα

Τέλη Αυγούστου πάνω από τον ουρανό της Αττικής, όσο και να πεις είναι περίεργο να εμφανίζονται σύννεφα. Κι όχι αραιά σύννεφα που διαλύονται σε λίγα λεπτά, κάθε άλλο! Σύννεφα γκρίζα και μεγάλα, έτοιμα για δυνατή βροχή. Ο Αντρέας σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του στον ουρανό. Όλα λοιπόν γίνονταν όπως του είχε πει ο ίδιος ο Θεός. Όλα ήταν έτοιμα για τον μεγάλο κατακλυσμό. Τον κατακλυσμό αυτόν τον τόσο υποχρεωτικό για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους που ωστόσο όποτε τον ανέφερε σε γνωστούς και φίλους τον έπαιρναν για τρελό. Να όμως τώρα που στα τέλη του καλοκαιριού τα σύννεφα ήταν έτοιμα να εκπληρώσουν την θεία υπόσχεση. Η κιβωτός του ήταν πια έτοιμη, οι πρώτες στάλες δεν θα αργούσαν να εμφανιστούν. Ναι, ήταν έτοιμος, ο Αντρέας ήταν ο μόνος που είχε προετοιμάσει την κιβωτό, για το καλό της ανθρωπότητας κι ήταν έτοιμος να ζήσει και μετά τον κατακλυσμό. Πριν προλάβει να ξεσπάσει η θεομηνία έσκυψε το κεφάλι στο μέρος της καρδιάς έκλεισε τα μάτια και ταξίδεψε με τη ταχύτητα της σκέψης.

«Για να δω… τα πήρα όλα; Το αγαπημένο μου παιχνίδι, το πρώτο μου φιλί, τα γέλια από τις παιδικές καλοκαιρινές μου διακοπές, τα μακροβούτια μου στη Σέριφο, η νύχτα με τα βεγγαλικά στον Πόρο, το σχίσιμο της καρδιάς τη στιγμή που έκλεισε για πάντα τα μάτια ο πατέρας, την αγωνία για τα αποτελέσματα των εξετάσεων, το πρώτο μου βαλς μαζί της, η ορκωμοσία μου, το ώτο στοπ από την κατασκήνωση στη πόλη, το εφηβικό μου ημερολόγιο, οι όρκοι που μοιράστηκα με την Κλαίρη, η αγάπη της, η αγάπη μου, το πρώτο μου ξύπνημα δίπλα της, οι έρωτές μας, το θαύμα στα δεκατρία μου, ο πρώτος μου μισθός, ο Μικρός Πρίγκηπας, τα δάκρυα που έχυσα σαν πέθανε ο δάσκαλός μου ο κύριος Μάνος, το πρωινό στην Αμοργό, την αγαπημένη μουσική από τον Χατζιδάκι, τον περίπατο από την Καμαριανή στον άγιο Παντελεήμονα, την ανοιξιάτικη βροχή στον λόφο της Ελισσώς, με τι την σκέπασα τότε; Με τίποτα, απλά την αγκάλιασα και γίναμε κι οι δυο μούσκεμα, κι οι δυο αλλά αυτή μέσα στην αγκαλιά μου…»

Οι πρώτες στάλες της βροχής άρχισαν να ραίνουν το κατεβασμένο κεφάλι του Αντρέα. Δίχως να ανοίξει τα μάτια ο ίδιος συνέχισε να μετρά όλα εκείνα που έπρεπε να έχει φυλαγμένα στην κιβωτό, για το καλό της ανθρωπότητας, για να σωθεί η ανθρωπότητα όπως του υποσχέθηκε ο Θεός… δεν έπρεπε να ξεχάσει τίποτα έξω, εάν τα άφηνε τώρα, αυτά θα χανόταν για πάντα, η ανθρωπότητα θα χανόταν για πάντα!

«Τα ευχαριστώ που πήρα και τα ευχαριστώ που έδωσα, οι συγγνώμες, οι πληγές, το γέλιο του μικρού Παναγιώτη όταν τον πήγα λούνα παρκ, το παγωτό που μοιραστήκαμε, η έκπληξη από τους συναδέλφους στο γραφείο, οι πλάκες στο στρατό, τα πρωτοβρόχια, η εκδρομή στη Βουδαπέστη, το εκμέκ της Λουκίας, τα μια για πάντα ειπωμένα μυστικά, η μοναξιά μου, η αγκαλιά της μάνας μου, η διάρκεια στη χαρά, οι πρώτες φορές που ανακαλύπταμε τους νέους δρόμους, ο κύριος Στέλιος κι η κυρία Μάρθα, η εκδρομή στα Γιάννενα, το κορίτσι που ορκίστηκε πως δε θα με ξεχάσει ποτέ, ο πίνακας του Νίκου, το όνειρο που έζησα, οι αγαπημένες μου ταινίες που τις έβλεπα ξανά και ξανά δίπλα της για να τις δει κι αυτή για πρώτη φορά, το πλοίο για τις Σπέτσες που χάσαμε, τα δάχτυλά μου στα δάχτυλά της, η μουσική από το σιωπητήριο, τα ξενύχτια στη Σκιάθο, η επέμβαση στο πόδι, η βάφτιση της Νικολέτας, η τελευταία εξεταστική, η έκπληξη απ’ την αγάπη της Μυρτώς, το απόγευμα στη Μήλο…»

Ο Αντρέας με μια απότομη κίνηση άνοιξε τα βλέφαρά του και σήκωσε την προσοχή του από το μέρος της καρδιάς. Κι αν είχε ξεχάσει κάτι; Μέρες τώρα μέτραγε όλα όσα έπρεπε να χωρέσει στην κιβωτό που θα έσωζε την ανθρωπότητα. Μέρες τώρα μέτραγε νέες αναμνήσεις και τις στοίβαζε στην κιβωτό που είχε τόσο λίγο χώρο για μια τόσο μεγάλη ζωή. Κι αν έχανε κάτι; Αν ξέχναγε κάτι έξω από την κιβωτό; Αυτό δεν θα πλημμύριζε, δεν θα βυθίζονταν για πάντα από την καταιγίδα της λησμονιάς που συντρίβει άσπλαχνα ανθρώπινες ζωές; Έπρεπε να είναι πιο προσεχτικός! Σε λίγο έπρεπε να κλείσει την θύρα κι η κιβωτός να ξεκινήσει το ταξίδι της για τη σωτηρία του κόσμου, οι τελευταίες στιγμές από το παρελθόν μια ζωής που θα εξασφάλιζε τη συνέχιση της ανθρώπινης ιστορίας έπρεπε να μαζευτούν.

«… Όλες, νομίζω τις μάζεψα όλες, κάθε λεπτομέρεια αυτές τις μέρες την έχω βάλει μέσα σε τούτη τη κιβωτό». Ο Αντρέας ξανάκλεισε τα μάτια κι έσκυψε το κεφάλι, οι τελευταίες αναμνήσεις έρχονταν βιαστικά να διεκδικήσουν το χώρο τους την ώρα που η θύρα στην κιβωτό έκλεινε για να υποδεχτεί τον κατακλυσμό. «Η ομίχλη στην Αβινιόν, τα ποιήματα, η ανθοδέσμη στη πλατεία Δροσιάς, το χαμόγελο του Φάνη, η βόλτα στις κούνιες με την Ανθή και τη Γωγώ… το φως…».

Η θύρα της κιβωτού έκλεισε με δύναμη την ώρα που ο Αντρέας άνοιγε τα μάτια και σήκωνε το πρόσωπο από το μέρος της καρδιάς. Εκείνη την ώρα ένας κατάμαυρος ουρανός φορτωμένος βαριά σύννεφα είχε αγγίξει τη γη και γέμιζε κάθε βλέμμα της όρασης με απειράριθμες ελάχιστες λεπτομέρειες σε μορφή σταγόνων βροχής. Μια βροχή που γινόταν ολοένα πιο δυνατή, πιο έντονη, ώσπου ξέσπασε ο κατακλυσμός. Ένας κατακλυσμός που κράτησε χρόνια και κατέστρεψε κάθε τι που έπρεπε να καταστραφεί σε τούτον τον κόσμο. Πόσες μέρες πέρασαν χρωματισμένες στα κάτοπτρα άπειρων σταγόνων βροχής, πόσες μέρες δύσκολες, μέρες που η ζωή όλη βρίσκονταν κλεισμένη μέσα στη κιβωτό, μέρες που ο Αντρέας δεν μπορούσε να πατήσει τα πόδια του στη γη, γιατί τότε, όπως τον είχε προειδοποιήσει ο Θεός, δεν υπήρχε γη, στέρεο έδαφος, μόνο παντού νερό πολύ, νερό από δάκρυα ή βροχή, και το μόνο στέρεο σε τούτη την ατέλειωτη θάλασσα, αυτή η μικρή κιβωτός.

Η ιστορία του κόσμου άλλαξε την μέρα που ο Αντρέας είδε από το παράθυρο της καμπίνας του στη κιβωτό ένα πανέμορφο ουράνιο τόξο. Οι παλιοί έλεγαν πως αυτό είναι η συμφωνία του Θεού προς τον άνθρωπο, η διαβεβαίωση πως όλα τα άσχημα τελείωσαν, ο κατακλυσμός έπαψε και πια ο ουρανός θα ξαναποκτήσει χρώματα κι οι μέρες θα ξαναγίνουν από αριθμοί, ζωή. Κοίταζε σαν χαμένος την αλλαγή, την ομορφιά, αχ γιατί να μην έχει κλείσει ένα ουράνιο τόξο στην κιβωτό του; Άραγε ο κόσμος θα έχει ουράνιο τόξο όταν η θύρα της κιβωτού ανοίξει; Το ερώτημα δεν τον απασχόλησε πολύ γιατί κάθε φορά που ρωτούσε του απαντούσε σαν θαύμα το μέγεθος της ομορφιάς που είχε εμπρός του να θαυμάζει. Κι έτσι σώπαινε. Απλά κοιτούσε, και σώπαινε.

Ο Αντρέας όμως επειδή δεν θυμόταν καλά την ιστορία του Νώε δεν ήξερε ποια μορφή έχει αυτή η υπόσχεση με το ουράνιο τόξο. Με τι τρόπο ο Θεός δίνει τη σωτηρία που έχει υποσχεθεί στους ανθρώπους. Είναι ένα γεγονός, ένας άνθρωπος, ένας τόπος, μια συγκυρία, ποιος μπορούσε να του πει με ασφάλεια; Κάπως έτσι έχασε άλλον έναν μήνα περιμένοντας να βρει μιαν απάντηση και σαν είδε πως ήταν αδύνατον να τη βρει αποφάσισε να εμπιστευτεί τον Θεό. Αυτός στέλνει τους κατακλυσμούς αυτός θα στέλνει και τα ουράνια τόξα! Έτσι λοιπόν μια μέρα μιας ξεχασμένης άνοιξης, άφησε από την κιβωτό κάτι για να δει εάν θα επιστρέψει, κάτι για να τον βεβαιώσει με ασφάλεια πως ο κατακλυσμός τελείωσε και μπορεί η ανθρωπότητα να συνεχίσει την ιστορία της. Κοίταξε για αρκετή ώρα στην κιβωτό του, άνοιξε ένα μικρό παράθυρο κι άφησε να φτερουγίσει η ελπίδα που ένιωθε όταν ήταν παιδί. Ήξερε πως αυτή θα του μαρτυρούσε με σιγουριά αν υπήρχε ζωή όταν όλα γύρω του θα ήταν ερημιά. Εξαιτίας της δεν θα μπορούσε να υπάρχει κόλαση˙ και την έστειλε. Δυο μέρες μετά η ελπίδα των παιδικών χρόνων του Αντρέα επέστρεψε. Το ταξίδι είχε πια τελειώσει! Ο κατακλυσμός κράτησε στη ζωή ό,τι άξιζε να κρατηθεί, ό,τι ήταν αληθινή ζωή, ό,τι εν τέλει θα ήταν πια δικό του για πάντα.

Το δικό του Αραράτ ο Αντρέας το βρήκε στην οδό Αγίου Νικολάου 23 στον Χολαργό. Στο διαμέρισμα που άραξε η κιβωτός με όσα κατάφερε να χωρέσει μέσα την ώρα που ξεκίναγε ο κατακλυσμός. Ο Θεός απέδειξε για άλλη μια φορά τη σοφία του σώζοντας στο πρόσωπο του την ιστορία της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας που δεν είναι ποτέ πια η ίδια δίχως τον έναν που χάνεται, μιας ανθρωπότητας που αν δεν περιλαμβάνει την ιστορία όλων δεν αξίζει να περιλαμβάνει την ιστορία κανενός. Τα μαθηματικά των τρελών, του Θεού και των σοφών το λένε ξεκάθαρα: ή όλοι ή κανένας. Ο Αντρέας έζησε τον δικό του κατακλυσμό, έχτισε τη δική του κιβωτό και εκεί μέσα κατάφερε να σώσει τη ζωή του. Μια ζωή που σαν βγήκε ζωντανός μετά τον κατακλυσμό την πρόσφερε ατόφια μέχρι την τελευταία της ικμάδα στην ανθρωπότητα που δίχως αυτόν δεν θα υπήρχε ακέραια. Μια ανθρωπότητα που εξαιτίας του έμεινε ολόκληρη αφήνοντας όσα κι όσους βυθίστηκαν στον κατακλυσμό για πάντα χαμένα. «Ο καθένας κι ο κατακλυσμός του, ο καθένας κι η κιβωτός του» μονολόγησε κι ο Αντρέας από το όμορφο καθιστικό του στην οδό Αγίου Νικολάου 23 στον Χολαργό. Έσφιξε στην αγκαλιά του τη σύζυγό του, έκλεισε τα μάτια και συνέχισε να γράφει την όμορφη συνέχεια στην ιστορία της ανθρωπότητας!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Από τους «Προσανατολισμούς» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Οι διακοπές της Αννούλας

Νωρίς το πρωί στο τριάρι της οδού Κυκλάδων στον Κορυδαλλό η Αννούλα, ετοιμάζει τις βαλίτσες της για τις διακοπές του τριακοστού τρίτου καλοκαιριού της ζωής της. «Σαν έτοιμη από καιρό» έχει μαζέψει τα πράγματά της κοντά στην πόρτα της εξόδου κι ετοιμάζεται να ρίξει μια τελευταία ματιά πριν φύγει. Το πλοίο για τα Χανιά φεύγει στις 11 ακριβώς από το λιμάνι του Πειραιά. Εκεί θα την περιμένει ο Μάνος, ο σύντροφος αυτού του καλοκαιριού που γνώρισε πριν πέντε μήνες σε κάποιο μπαράκι στο Γκάζι και εξασφαλίζει στη δημόσια γνώμη πως είναι η σχέση της. Οι τελευταίες σκέψεις της την βρίσκουν με τα γυαλιά ηλίου στο χέρι να πλησιάζει αργά ερευνώντας τον γύρω χώρο, την πόρτα της εξόδου.

To tablet το πήρα ε; Μην πάω χωρίς tablet φέτος… πάλι με το smartphone θα βγάζω φωτογραφίες; Όχι δα… από το tablet θα τις ανεβάζω αμέσως στο facebook, καλά θα σκάσουν οι άλλες με τις φωτογραφίες μου… Αχ, ναι, φωτογραφίες, όσο γίνεται περισσότερες φωτογραφίες…

Βέβαια πολλές φωτογραφίες είχα βγάλει και πέρσι για να δείχνω στους φίλους το χειμώνα, αλλά με πόση αδιαφορία τις κοιτούσαν κάθε φορά που τις πρότεινα. Βέβαια κι εγώ όταν μου έδειχναν τις δικές τους το ίδιο αδιάφορη ήμουν. Τι τα θες; Μάλλον ζηλεύουν γιατί οι δικές μου ήταν πιο καλλιτεχνικές, ήταν όλες σε απίθανα μέρη σε ξεχωριστές στιγμές, έδειχναν την ευτυχία μου. Αλήθεια είναι δυνατόν να έμειναν ασυγκίνητοι με εκείνες τις πόζες μου στα νυχτερινά μπαρ της Μυκόνου που στροβιλιζόμουν ανάμεσα σε εντυπωσιακά άγνωστα σώματα; Είναι δυνατόν να έμειναν ασυγκίνητοι μπροστά σε εκείνη την όλο νοσταλγία πόζα μου με το γαλάζιο αραχνοΰφαντο φορεματάκι μου, με θέα το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη; Αυτό είναι το must των διακοπών εκεί! Εκατομμύρια επισκέπτες, στην ίδια θέση, την ίδια ώρα, μια σαν όλους κι εγώ! Αλήθεια πάλι είναι δυνατόν να μην ζήλεψαν με τη φωτογραφία μου στον Λούσιο που έκανα καγιάκ; Μα τι τα σκέφτομαι; Σίγουρα πέρσι τους έπεισα όλους πως υπήρξα ευτυχισμένη, πως οι δικές μου διακοπές ήταν οι στιγμές που θα ήθελε να ζήσει ο καθένας, αλήθεια τα κατάφερα; Κρύφτηκα…ε, τους έπεισα όλους; Σίγουρα…

Φέτος οι φωτογραφίες μου θα προσέξω να με δείχνουν πιο ευτυχισμένη, πιο δυναμική, πιο σίγουρη για τον εαυτό μου, πιο sexy, τζάμπα έλιωσα στο γυμναστήριο εννέα μήνες; Θα πρέπει να ακτινοβολώ περισσότερη ευτυχία, περισσότερη σιγουριά, περισσότερη θηλυκότητα. Τι κι αν μέσα μου τα έχω χαμένα; Με ένα όμορφο μαγιό, ένα τέλειο μαύρισμα, το καλό μου κίτρινο καπέλο και μια ανέμελη όλο νάζι πόζα με θέα τη θάλασσα θα τους πείσω όλους πως είμαι πιο ευτυχισμένη από πέρσι. Το χαμόγελό μου είναι πια μόνιμο σε κάθε μου φωτογραφία. Αντανακλαστικά με το πάτημα του κουμπιού εμφανίζεται κι αυτό. Να δείχνω χαρούμενη, ικανοποιημένη, πως ανήκω κι εγώ κάπου, πως αξιοποιώ σωστά το χρόνο μου, πως πλουταίνω σε όμορφες εμπειρίες, πως επιτέλους κατάφερα να δώσω διάρκεια στην ευτυχία μου. Θα το καταλάβουν οι άλλοι; Μα έχω προπονηθεί σκληρά, ναι θα το καταλάβουν!

Όταν πάλι θα με ρωτούν τον Σεπτέμβρη δεν θα τους λέω μόνο πως πήγα στο χωριό μου. Θα τους πω πως πήγα στα πιο απίθανα μέρη. Τα Χανιά τα ξέρουν όλοι. Ε, εγώ θα τους μιλάω για το Ελαφονήσι, το Καστέλι, θα τους πω για το Μάλεμε και τη Λισσό, θα εκθειάζω τις παραλίες στα Φαλάσαρνα και στο Φραγκοκάστελλο, θα λέω ιστορίες για ξενύχτια στον Πλατανιά και βέβαια θα μεταφέρω και τις αθλητικές μου εμπειρίες από το φαράγγι της Σαμαριάς! Όλοι θα ζηλεύουν, όλοι θα κρέμονται από τα χείλη μου και τον ενθουσιασμό μου. Κι αν υπάρχει κανείς δύσπιστος θα φροντίσω να τον πείσω με τις φωτογραφίες μου. Το καλοκαίρι αυτό μου ανήκει! Ανήκει στην εικόνα μου, στον εαυτό που θέλω να δείχνω, ανήκει στην κρυμμένη ευτυχία που χρόνια ψάχνω αλλά νιώθω να τη χρωστώ στους άλλους και πρέπει να τους τη δείχνω. Μια εικόνα, μια ευτυχισμένη εικόνα, αυτός είναι ο σκοπός του καλοκαιριού!

Κι ύστερα πώς το λένε κι οι φίλοι μου; Να γεμίσεις τις μπαταρίες, να ξεκουραστείς, να αλλάξεις παραστάσεις… Παραστάσεις! Μα αλήθεια τι ζωή είναι αυτή όταν τη ζεις όπως θες μόνο για δυο βδομάδες το χρόνο; Τι νόημα κουβαλά σαν υπομένεις τόσα και τόσα για να ζήσεις όπως θα ήθελες να ζεις μόνο για δυο βδομάδες; Κι ύστερα αυτό είναι διακοπές; Γιατί να μην είναι η ρουτίνα διακοπές και αυτές οι δυο βδομάδες το νόημα της ζωής; Τι μπερδέματα είναι αυτά τέτοιαν ώρα στο μυαλό μου; Όλος ο κόσμος έτσι δεν περνά τις διακοπές του; Διακοπές από μια δύσκολη καθημερινότητα, μια επίπονη ρουτίνα που σε στύβει για έντεκα μήνες, χαρίζοντάς σου, σαν τους φυλακισμένους, την άδεια του ενός μήνα το χρόνο για διακοπές. Διακοπές αλήθεια από τι; Από τη ζωή μου; Από τη δύσκολη ζωή μου; Από μια ζωή που δεν θέλω να ζω αλλά τη ζω όπως θέλω μόνο στις διακοπές; Ειρωνικό μού ακούγεται! Διακοπές από την καθημερινότητα... Μάλλον δεν ζω την καθημερινότητα που ονειρευόμουνα…

Τώρα βέβαια που το θυμάμαι ο παππούς κι η γιαγιά ποτέ δεν πήγαιναν διακοπές. Είχανε πάντα δουλειές, έτσι έλεγαν. Τουλάχιστον αυτό πρόβαλλαν σαν δικαιολογία που δεν είχαν φύγει από το χωριό σε όλη τους τη ζωή παρά μόνο σπάνιες φορές για κοντινούς προορισμούς. Αλήθεια πάντα δούλευαν αυτοί οι άνθρωποι; Πάντα ήταν τόσο ξεκούραστοι που δεν ένιωθαν την ανάγκη για διακοπές; Έστω και για δυο βδομάδες; Και φωτογραφίες; Δεν έδειχναν σε κανέναν φωτογραφίες; Και πώς τους έπειθαν όλους πως ήταν ευτυχισμένοι; Γίνεται κανείς σημαντικός χωρίς να αποδεικνύει την ευτυχία του με φωτογραφίες;

Εγώ πάλι επειδή είμαι προνοητική κι αρκετά έξυπνη θα χρειαστεί να βρίσκομαι δίπλα σε εμφανίσιμους ανθρώπους, καλογυμνασμένα αγόρια και ηλιοκαμένα κορίτσια. Ο Μάνος θα βοηθήσει σε αυτό. Κάθε χρόνο στα γυμναστήρια τρέχει. Θα είμαστε η τέλεια εικόνα ευτυχισμένων παραθεριστών! Θα προσέχω επιμελώς να δείχνω άνετη όταν πίνω το ποτό μου στο μπαρ και πίσω μου όλοι να διασκεδάζουν, να φαίνομαι ικανοποιημένη από την μοναδική εύνοια της μοίρας να μου χαρίσει το πλεονέκτημα της μοναδικής επί γης απόλυτα ικανοποιημένης τουρίστριας. Μη φανεί πουθενά η αίσθηση του ξένου, αλίμονο. Όλα δίπλα μου πρέπει να φαίνονται οικεία, οι άνθρωποι, τα μέρη, τα συναισθήματα. Πρέπει να φαίνομαι ευτυχισμένη!

Τώρα βέβαια που το ξανασκέφτομαι όλο σε νησιά πάω τα τελευταία χρόνια. Εκεί δε μαζεύεται όλη η κάθε ηλικίας νεολαία κι όσοι θέλουν να φωτογραφήσουν την ευτυχία τους; Τι περίεργο! Να τελειώνεις το σχολείο στα 18, να νιώθεις τον κόσμο δικό σου και τη ζωή όλη μπροστά σου, να θες να τον γυρίσεις όλον αυτό τον κόσμο, να ξεκινάς από τα μπαράκια των Κυκλάδων με κανέναν γκόμενο που θέλει να ξεχαρμανιάσει κι εσύ να αισθανθείς την αυτοεκτίμηση για την οποία δεν αγωνίστηκες ποτέ και στα 30 σου να καταλήγεις να περιφέρεσαι πάλι στα ίδια μπαράκια, ανάμεσα στους ίδιους αγνώστους, στα ίδια νησιά, αλλαγμένη από τα χρόνια μέσα στο ίδιο φόντο νέων φωτογραφιών. Πού πήγαν τα όνειρα; Η διάθεση να αλλάξω τον κόσμο; Να τον γυρίσω όλον, να τον χαρώ; Ο Καβάφης ήταν αυτός που το χε πει; Η πόλις θα σε ακολουθεί… Ποτέ δεν ήμουν καλή στη Λογοτεχνία…

Θα πρέπει να τηλεφωνήσω στον Μάνο. Το καράβι φεύγει σε μια ώρα, άργησα. Αλήθεια αυτός γιατί δεν με κάλεσε ακόμη; Λες να έχει ήδη φτάσει στον Πειραιά; Σιγά μην τον ενδιαφέρει. Παρέα ψάχνει κι αυτός για να ψαχτεί. Κι αυτός τον δικό του καλοκαιρινό αγώνα φωτογραφίας ετοιμάζει όπως κι εγώ. Αγώνας να πείσεις όλους και τον εαυτό σου ότι είσαι κάπου, με κάποιον, κάπως, να κρύψεις επιμελώς αυτά που είναι μόνο για σένα. Πρέπει να τους ενδιαφέρει όλους η ευτυχία σου κι η καλοπέραση αλλιώς τι στο καλό ευτυχία είναι; Τα ζευγάρια εξασφαλίζουν πάντα σίγουρα αποτελέσματα ευτυχίας στη γνώμη των άλλων! Πόσα like θα μαζέψω στις φωτογραφίες που θα ανεβάσω στο facebook, αλήθεια θα τρελαθούν όλοι με τα νούμερα που θα μετράνε την ευτυχία μου.

Τα έκλεισα όλα, καιρός να φεύγω λοιπόν! Ας πάω να καλοπεράσω! Καλές διακοπές να έχω και φέτος! Καλό καλοκαίρι και κυρίως καλές φωτογραφίες να βγάλω! Αλλά για μια στιγμή, η μάνα μου είπε να μη ξεχάσω να διαβάσω το σημείωμα με τις ευχές της προτού φύγω. Τι κουτό, λες κι είμαι παιδί, να μου τα γράφει για να μη με ξυπνάει το πρωί! Πού το έχει; Α.. να το !

Η Αννούλα κάνοντας ένα απότομο βήμα προς τα πίσω, πλησιάζει το τραπέζι της κουζίνας και βρίσκει το διπλωμένο σημείωμα της μητέρας της. Αφήνει τα γυαλιά ηλίου στο τραπέζι κι ανοίγει το τσαλακωμένο χαρτί με βιασύνη. «Κάθε ταξίδι παιδί μου είναι τρόπος, όχι τόπος. Εάν γυρίσεις η ίδια τότε γιατί να πας; Τρόπος να ζεις, όχι τόπος να δεις το ακούς Αννούλα; Τρόπος… Καλό ταξίδι! ». Η Αννούλα των τριάντα τριών καλοκαιριών τσαλάκωσε γρήγορα το σημείωμα και το έβαλε στη τσέπη της. Κανείς δεν έμαθε ποτέ εάν συναντήθηκε αργότερα με τον Μάνο στο λιμάνι για το ταξίδι στα Χανιά. Ο χρόνος ως διακοπές άρχισε να μετρά…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Η σωτηρία από την κόλαση

Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που θα υπάρξει• αν υπάρχει μία, είναι αυτή που βρίσκεται ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε κάθε μέρα, που φτιάχνουμε με το να ζούμε μαζί. Δύο τρόποι υπάρχουν για να γλιτώσεις από το μαρτύριό της. Ο πρώτος είναι εύκολος σε πολλούς: δέξου την κόλαση και γίνε μέρος της, έτσι που να μην τη βλέπεις πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και γνώση: ψάξε και μάθε ν' αναγνωρίζεις ποιος και τι, στη μέση της κόλασης, δεν είναι κόλαση, κι αυτά κάνε να διαρκέσουν, δώσ' τους χώρο.

Από τις «Αόρατες πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο, εκδόσεις Καστανιώτης
Ολόκληρη η ανάρτηση...