Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Τα Χριστούγεννα ως έκπληξη

Τέλη Οκτώβρη, τα πρώτα Χριστουγεννιάτικα δέντρα κάνουν δειλά την εμφάνισή τους, οι διαφημίσεις βομβαρδίζουν τις τηλεοράσεις και τις βιτρίνες, τα μικρά παιδιά αρχίζουν και ονειρεύονται παιχνίδια από νονούς σε μεγαλοκαταστήματα . Η 28η Οκτωβρίου μπερδεύεται σκηνικά και αντί για φαντάρους στη χιονισμένη Πίνδο βλέπουμε Άι Βασίληδες να γλιστράνε από χιονισμένες πλαγιές με έλκηθρα. Το ίδιο και στην επέτειο του Πολυτεχνείου μόνο που στη θέση των φοιτητών παρουσιάζονται αλλόφρονες μπόμπιρες που σπάνε βιτρίνες καταστημάτων για να διεκδικήσουν το παιχνίδι που με τόση επιμέλεια τους έδειχνε η τηλεόραση.

Ο Δεκέμβρης είναι κατεξοχήν γιορτινός μήνας. Τα ψώνια στα μαγαζιά δίνουν και παίρνουν, οι στολισμοί των δρόμων, των σπιτιών και των καταστημάτων συναγωνίζονται σε επίδειξη, σε φαντασία, σε λάμψη. Όλα πουλάνε, όλα πουλιούνται, όλα μεγεθύνονται, όλα τραβάνε τη προσοχή μας, όλα που είναι όμορφα βρίσκονται κάπου έξω από εμάς. Κι ανάμεσα στα τόσα ψώνια, στις τόσες διαφημίσεις, στα τόσα προσποιητά χαμόγελα και τις τυποποιημένες ευχές, στις προσφορές των καταστημάτων και στην εμπορευματοποίηση των συναισθημάτων μας, γεννιέται ο Χριστός.

Τόσους μήνες, τόσες μέρες προετοιμαζόμασταν να ζήσουμε τι; Να υποδεχθούμε ποιον; Στολίσαμε το σπίτι, ο δήμαρχος έκανε το ίδιο και στην πόλη, αγοράσαμε παιχνίδια και ρούχα, δώσαμε 20 ευρώ στον τηλεοπτικό τηλεμαραθώνιο αγάπης, στείλαμε ευχετήριες κάρτες, δουλέψαμε ημιαργία, κανονίσαμε ταξιδάκι στη χιονισμένη Αράχωβα (ελέω οικονομικής κρίσης γιατί θα πηγαίναμε Πράγα), τα ετοιμάσαμε όλα, είμαστε όλοι χαρούμενοι, πολύ χαρούμενοι, επιφανειακά πλαστά χαρούμενοι... μα τι στο καλό; Γεννήθηκε ο Χριστός.

Ε και; Άλλαξε κανείς; Βελτιώθηκε η ζωή κάποιου; Τι κι αν γεννήθηκε ο Χριστός; Προσέξτε καλά! Εάν τόσο καιρό προετοιμαζόμασταν απλά για να γιορτάσουμε μια περίοδο εορταστική σαν όλες τις άλλες τότε κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Αν η λάμψη των Χριστουγέννων φώτισε μόνο τα ηλεκτρικά λαμπιόνια του δέντρου μας, αν η ενανθρώπηση του Θεού δεν έφερε καμία προσωπική θεογέννεση στην καρδιά του καθενός μας, τότε η ιστορία είναι χαμένη. Βρέχει αθανασία, βρέχει πλούτο, βρέχει πληρότητα, βρέχει θέωση κι εμείς μέσα σε όλη αυτή την πλημμύρα των θείων δωρημάτων κρατάμε ομπρέλα.

Στεκόμαστε ασφαλισμένοι στην γλυκύτητα των μελομακάρονων, στις τυποποιημένες ευχές για καλές γιορτές βουτηγμένες στους φαντασμαγορικούς στολισμούς και στα επιδεικτικά νέα εμπορεύματά μας. Το ρεβεγιόν ορίζεται μεγαλοπρεπές. Κανείς μας δεν επιτρέπεται, δεν έχει δικαίωμα να είναι μόνος του αυτές τις μέρες. Είναι Χριστούγεννα. Όποιος δεν γιορτάζει όπως του χτυπάνε το ταμπούρλο, δεν ξέρει να χορεύει γιορτινά.

Η γέννηση του Χριστού αποτελεί μια αρχή. Εμείς την κάναμε ένα τέρμα. Κοιτάξτε τι γίνεται στα μαιευτήρια. Οι άνθρωποι μήνες πριν προετοιμάζονται για τη γέννηση του παιδιού τους. Η χαρά τους όμως ιδρύεται όταν αυτό γεννιέται. Οι προετοιμασίες αποκτούν ελάχιστη σημασία μπρος στο θαύμα της γέννησης ενός παιδιού που πλέον αλλάζει την ιστορία των γονιών του. Εμείς πολύ καιρό πριν περιμένουμε με ανυπόμονη χαρά τα Χριστούγεννα μα μόλις γεννηθεί ο Χριστός η χαρά μας παύει. Δεν έχει κίνητρα για άλλες αγορές, για άλλη επίδειξη και φυγή. Κάναμε τη γέννηση του Χριστού ένα τέρμα γιατί αντίθετα με τους γονείς στα μαιευτήρια , δεν νιώσαμε ποτέ τον Χριστό δικό μας παιδί. Μας αρκούσε η προσμονή...

Η Εκκλησία κάθε χρόνο μας θυμίζει το ξεχείλισμα της θείας αγάπης μέσω της ενανθρώπησης, την πρόσκληση να οικειωθούμε αυτή την πραγματικότητα όλοι μας μέσα από μια μυστηριακή ζωή, να διδαχτούμε τι σημαίνει ταπείνωση, υπακοή, αγάπη, έρωτας κι εμπιστοσύνη. Εμείς από τη πλευρά μας θεωρούμε μύθευμα να γίνει ένας άνθρωπος σκουλήκι όπως ένας Θεός άνθρωπος. Στην πράξη δε γίνεται, είναι μύθος. Κλείστε τα αυτιά σας. Άνθρωποι σκουλήκια δεν υπάρχουν, δε θα υπάρξουν ποτέ. Γελάμε με όρους όπως ταπείνωση ή θυσία κι εμπιστοσύνη. Δεν είναι για εμάς αυτά. Να τα ζήσουν όσοι βαριούνται τη ζωή τους, εμείς την αγαπάμε πολύ για να υπακούμε σε κάθε κερατά, να εμπιστευόμαστε τον διπλανό μας, να δίνουμε λίγο από το είναι μας. Όχι, αυτά είναι για παιδάκια. Για μικρά ανόητα παιδάκια. Κι εμείς είμαστε Θεοί, όχι ανθρωπάκια. Όχι, ένας Θεός δε γίνεται άνθρωπος, είναι μύθος. Άνθρωποι θεοί υπάρχουν, όχι Θεοί που γίνονται άνθρωποι. Ανοησίες, ψέμματα , κλείστε τα αυτιά σας...

Και κάπως έτσι όταν χαμηλώσουν τα λαμπερά φώτα και οι αδιάφορες εορταστικές μας εκδηλώσεις γυροφέρουν τη ματαιόδοξη ανησυχία μας σε παρουσίες ή λόγια ανθρώπων που δεν θυσιάστηκαν ποτέ για εμάς, αυτό είναι φυσιολογικό... ανοίξτε τα αυτιά σας, ο μικρός Χριστός θα υπάρχει μέσα από μια Γέννηση ως ιστορική παρουσία. Μια ιστορική παρουσία έτοιμη να ανατινάξει με τη χωρητικότητα των δωρεών της όλη τη βολεμένη απάτη της εμπορευματοποιημένα χαρούμενης ζωούλας μας.

Εδώ γεννήθηκε ο Χριστός κι εμείς τρέχουμε να στολιστούμε στα Marks & Spenser, να αγοράσουμε παιχνίδια από τα Jumbo, να ψωνίσουμε στολίδια από το Mall και να αγοράσουμε ταξιδιωτικά εισιτήρια. Θέλουμε πολλά για να είμαστε χαρούμενοι. Ο μικρός όμως που σήμερα γεννήθηκε για εμάς, θέλει μόνο ένα πράγμα όχι για τον εαυτό του, μα για να κάνει εμάς χαρούμενους. Κι όμως σ’ αυτή την καρδιά λίγος χώρος, αληθινός χώρος φάτνης δε θα βρεθεί και φέτος. Είναι βλέπεις που η καρδιά μας από συνήθεια χρόνων και φέτος θα διασκεδάσει με τα αποφάγια της τηλεοπτικής εμπορικής ευτυχίας.

Ο Χριστός γεννήθηκε για να αλλάξει την ιστορία του κόσμου όλου. Άλλαξες; Άλλαξα; Αλλάξαμε; Τι όμορφα που θα ήταν αντί για αυτό τον προγραμματισμένο εμπορικό σχεδιασμό μιας φαντασμαγορικής φιέστας στις 25 Δεκέμβρη να ζούσαμε κάθε χρόνο όλοι μας τα Χριστούγεννα ως μια όμορφη, συγκλονιστική και μοιραία έκπληξη!

Το Υπουργείο ονείρων εύχεται χαρούμενα κι αληθινά Χριστούγεννα σε όλους! Στην καρδιά μας...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Μοιρολόι για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας

Ποίηση Φ.Γ. Λόρκα, Μουσική Μ. Ξαρχάκος, Αφήγηση Μ. Κατράκης Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Οι τοίχοι της θέλησης

Οι ψηλοί τοίχοι που ορθώνονται μπροστά μας υπάρχουν μόνο για να μας δείχνουν πόσο πολύ θέλουμε κάτι.

Από το βιβλίο "Η τελευταία διάλεξη" του Ράντυ Πάους, μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Κούνα το κόσκινο

Στη ζωή του καθενός έρχονται κάποιες στιγμές που ο Θεός επιτρέπει ένα μικρό, ανεπαίσθητο φύσημα στις σχέσεις των ανθρώπων. Άλλοι βλέπουν τις φιλίες, τους έρωτες, τις σχέσεις που χρόνια τώρα είχαν θεμελιώσει να γκρεμίζονται σαν τραπουλόχαρτα. Στεναχωριούνται, πενθούν, λυπούνται που με τόσο άδικο τρόπο οι άνθρωποι που κάποτε τους ενέπνευσαν, οι άνθρωποι που τους υπόσχονταν αιώνιο δέσιμο, με ένα απλό, ανεπαίσθητο φύσημα, μια ασήμαντη αφορμή χάθηκαν από τη ζωή τους.

Ο Θεός όμως είναι σοφός και έτσι δρα. Η σχέση που θα χαθεί στο ελάχιστο φύσημα των εκάστοτε συνθηκών, δεν θα άντεχε σε μεγαλύτερους κλυδωνισμούς, ίσως πιο σοβαρούς και πιο καθοριστικούς για τις ζωές των ανθρώπων. Αν λοιπόν ο σεισμός ήταν μεγαλύτερος στα αλλοτινά παλάτια των ανθρώπινων δεσμών δεν θα βρίσκονταν τώρα παρά μόνο ερείπια.

Γιατί οι άνθρωποι έχουμε συνηθίσει να λυπούμαστε με τις ευλογίες; Γιατί δηλαδή να μη δούμε σαν θείο δώρο αυτή τη στροφή της προσωπικής μας ιστορίας που φανερώνει την αλήθεια και την ποιότητα των μεταξύ μας σχέσεων; Ποιος είναι αυτός που μένει, ποιος φεύγει, πώς και γιατί από δίπλα σου; Ο δρόμος είναι ούτως ή άλλος δύσβατος και στενός. Πρέπει λοιπόν να γνωρίζεις ποιους έχεις αληθινά συνοδοιπόρους. Το κοινό μέλλον είναι αυτό που ενώνει. Το παρελθόν, όσο καλό κι αν ήταν δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ανάμνηση, ένα όνομα, λίγη γλύκα ή κάμποση πίκρα κι ως εκεί.

Οι άνθρωποι όμως που εξακολουθούν να είναι δίπλα μας, να ματώνουν και να χαίρονται μαζί μας είναι οι άνθρωποι που γίνονται παρουσία. Μας αλλάζουν, τους αλλάζουμε, συνάπτουμε αληθινές σχέσεις μαζί τους, διαμορφώνουμε τη προσωπικότητά μας και στο μέτρο που συνάπτουμε σχέση μαζί τους πιστοποιούμε το γεγονός της ζωής.

Είναι λοιπόν καλύτερο, στο Φθινόπωρο της ζωής μας, να μη θλιβόμαστε που τα δέντρα των σχέσεών μας φυλλορροούν. Αν δεν γίνει αυτό τον Χειμώνα δεν θα έχουμε κανέναν να χρειαστούμε τη ζέστη του, το Καλοκαίρι κανέναν να χαρούμε τις ολόφωτες μέρες και την Άνοιξη κανέναν να ανθίσει στη ζωή μας.

Ίσως όλη η αποτυχία των ανθρώπινων σχέσεων να μην είναι τίποτε άλλο παρά η αδυναμία μας να αντιληφθούμε έγκαιρα και να ορίσουμε τα αναντικατάστατα για τη ζωή μας πρόσωπα. Σκεφτείτε το καλά: Ποιον αν χάνατε από τη ζωή σας, αυτή θα φτώχαινε επειδή με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσατε να αναπληρώσετε την ιδιαίτερη του παρουσία; Όχι κάτι σαν κι αυτόν. Αν χάνατε αυτόν και μόνο. Γονιός; Παιδί; Σύντροφος ή φίλος; Σίγουρα όλοι θα βρούμε έναν ή πολλούς, τέτοιους αναντικατάστατους, πολύτιμους ανθρώπους που ως τώρα φωτίζουν τη ζωή μας ή που η απουσία τους τη κάνει πιο σκοτεινή.

Για όλους τους άλλους χρειάζεται μια αλήθεια που να τους επιστρέφει το συναίσθημα που δίνουν ή δεν δίνουν. Και νομίζω δεν υπάρχει μεγαλύτερο κολαστήριο από αυτό. Άνθρωποι δηλαδή που δεν ξέρουν να αγαπάνε παρά μόνο ως την ασφάλεια της ματαιόδοξης εγωκεντρικότητάς τους δεν θα ερωτευτούν, δε θα συντριβούν από αγάπη ή απώλεια, δεν θα ολοκληρωθούν στην αμοιβαιότητα καμιάς σχέσης, δεν θα μάθουν ποτέ να εμπιστεύονται και να χτίζουν τον κόσμο από την αρχή.

Τα πράγματα ευτυχώς είναι πολύ απλά. Όσοι αγαπάτε τον εαυτό σας και όλους τους ανθρώπους που έχετε δίπλα σας πάρτε το κόσκινο της αλήθειας και κουνήστε το. Έτσι θα ξεχωρίσει το χρυσάφι απ’ το μπακίρι. Όσοι μείνουν θα είναι για εσάς αναντικατάστατοι κι αυτό σημαίνει για τον καθένα πολλά. Όσοι χαθούν, είναι καλό γιατί και το δικό τους δρόμο θα ακολουθήσουν με μεγαλύτερη συνέπεια κι εσάς θα πάψουν να κοροϊδεύουν. Να εύχεσαι μόνο σε τούτο το κούνημα να μη χάσεις τη καρδιά σου στα χέρια ανθρώπων που τους την πρόσφερες ολάκερη. Όλα τα άλλα είναι ευλογία...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

Για επετείους και καταστροφές

Η δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται, διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητος. Διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν: την αυθάδεια σαν δικαίωμα, την παρανομία ως Ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα, και την αναρχία ως Ευδαιμονία.

Απόδοση στα Νέα Ελληνικά από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Το ρολόι

Τὸ ρολόι πού μᾶς ἀφορᾶ δὲ εἶναι αὐτὸ ποὺ καταμετρᾶ τὶς ὦρες ἀλλὰ ποὺ κατανέμει τὸ μέρος τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἀφθαρσίας τῶν πραγμάτων ὅπου, ἔτσι κι ἀλλιῶς, μετέχουμε, ὅπως μετέχουμε στὴ νεότητα ἢ στὸ γῆρας. Ἴσως γι’ αὐτὸ ἐμένα ὁ θάνατος μὲ τρόμαζε ἀνέκαθεν λιγότερο ἀπὸ τὴν ἀρρώστια˙ κι ἕνα τρυφερὸ σῶμα μὲ θάμπωνε περισσότερο ἀπὸ τὸ πιὸ τρυφερὸ συναίσθημα.

Από τον «Μικρό Ναυτίλο» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής
Ένας «Βέβηλος» Άγιος


του Δημήτρη Αρκάδα

Ο όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής, κατοικούσε για δεκαπέντε περίπου χρόνια, σε μια σπηλιά, έξω από την πόλη Πορφυριανή. Ήταν τέτοια η άσκηση και ο αγώνας του, ώστε αξιώθηκε σε θαυματουργά έργα από την χάρη του Χριστού: εξεδίωκε δαίμονες, γιάτρευε αρρώστιες και θεράπευε ανίατα πάθη. Γι’ αυτό και η φήμη του ανάμεσα στους ευσεβείς χριστιανούς της περιοχής του, αλλά και σε αλλόθρησκους, μεγάλωνε όλο και περισσότερο.

Φοβούμενος, όμως, τους πειρασμούς της καλής γνώμης των ανθρώπων, αλλά και της κενοδοξίας, ο όσιος Ιάκωβος ενέτεινε τον ήδη σκληρό ασκητικό του αγώνα. Μπήκε ακόμα πιο βαθιά στην έρημο, τρώγοντας μόνον άγρια χόρτα, για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Όλοι πλέον τον θεωρούσαν ένα ζωντανό υπόδειγμα του Χριστού. Ήταν ένας άγιος πατέρας, τόσο για τους λαϊκούς που κατάφερναν να τον πλησιάσουν, όσο και για τους μοναχούς, των πενήντα περίπου μοναστηριών τα οποία τρέφονταν πνευματικά από αυτόν.

Ο όσιος πλησίαζε τα εξήντα πέντε χρόνια του. Κι ενώ θα περίμενε κανείς ένα ήσυχο και ειρηνικό τέλος γι’ αυτόν τον άνθρωπο του Θεού, αυτός έζησε κατά παραχώρηση του Χριστού μια τέτοια πειρασμική εμπειρία, η οποία τον έφερε στο χείλος της αβύσσου.

Είχε θεραπεύσει μια ακόμη κοπέλα, η οποία υπέφερε από την παρουσία ενός ακαθάρτου πνεύματος. Οι γονείς της, προκειμένου να αποθεραπευτεί, παρακάλεσαν τον όσιο Ιάκωβο να την κρατήσει λίγες μέρες στο κελί του. Και τότε ήταν που ο διάβολος εξαπέλυσε την τρομερότερη επίθεσή του στον ταλαίπωρο γέροντα, βασανίζοντας και αιχμαλωτίζοντας τόσο τον λογισμό του, ώστε βίασε την κοπέλα εκείνη και για να μην το μάθει κανείς, την δολοφόνησε και πέταξε την σωρό της στο διπλανό ποτάμι.

Όταν συνειδητοποίησε το τριπλό έγκλημα που είχε διαπράξει (βιασμό, δολοφονία και βεβήλωση νεκρού), γεμάτος απόγνωση εγκατέλειψε την έρημο και άρχισε να περιφέρει το σαρκίο του με ακατάπαυστο θρήνο, με χτυπήματα πένθους στο στήθος του και πτώσεις πάνω στην ξερή γη.

Η χάρις, όμως, του Χριστού δεν τον είχε εγκαταλείψει εντελώς. Έφερε στον δρόμο του έναν φωτισμένο ηγούμενο, ο οποίος, βλέποντας την άθλια κατάστασή του και μαθαίνοντας τι είχε συμβεί, του υπενθύμισε αυτό που ο ίδιος είχε λησμονήσει, μπροστά στο ένταση των εγκλημάτων του: ότι η πτώση του έγινε εξ αιτίας της υπερηφανείας του και ότι ο Θεός περίμενε ακόμη την βαθιά του μετάνοια. Κι ο όσιος Ιάκωβος έδειξε έμπρακτα την μετάνοιά του. Βρήκε έναν τάφο, συνέλεξε τα οστά σε μια γωνιά και έκανε το μέρος αυτό κατοικία του, ζητώντας ακατάπαυστα το μέγα έλεος του Θεού. Έγινε ένας θαμμένος ζωντανός, για δέκα ολόκληρα χρόνια, τρώγοντας μόνον τα χόρτα που φύτρωναν γύρω από τον τάφο-κατοικία του.

Και ήλθε η μέρα που ο Θεός έδειξε με έργα την αποκατάσταση του βασανισμένου παιδιού του. Ο επίσκοπος της περιοχής, καθώς προσευχόταν μαζί με όλους τους κατοίκους για να βρέξει και να λήξει η ανομβρία που έπληττε τον τόπο, έλαβε πληροφορία από τον Θεό, ότι το αίτημά τους θα πραγματοποιηθεί, μόνο αν προσευχόταν γι’ αυτό ο όσιος Ιάκωβος. Όλος ο λαός κινητοποιήθηκε, πήγε και παρακάλεσε τον άγιο να τους βοηθήσει. Και όχι μόνο η βροχή ήλθε, αλλά ο άγιος ξαναβρήκε τα ιαματικά του χαρίσματα, βοηθώντας ξανά τους αναγκεμένους συνανθρώπους του.

Έναν χρόνο μετά, ο όσιος Ιάκωβος ο Ασκητής, ο βιαστής και δολοφόνος άγιος, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών. Ήταν η 28η ημέρα του Γενάρη, η μέρα που έκτοτε η Εκκλησία τον θυμάται και τον μνημονεύει, για να μην λησμονήσουμε ποτέ, εμείς οι μικρότεροι ή μεγαλύτεροι εγκληματίες χριστιανοί, την «κραταιά ως θάνατον» αγάπη του Τριαδικού Θεού. Αλλά και για να υπονομεύεται διαρκώς η λογική του «κόσμου τούτου», να μωραίνεται εκ θεμελίων η σοφία της καθημερινότητάς μας, να αντιληφθούμε, όσοι θέλουμε να φέρουμε το όνομα των φίλων του Χριστού, την μέχρις εσχάτων αναμέτρηση στην οποία μας καλεί να ματώσουμε η Θεία Αυθαιρεσία.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Όχι μ' αυτούς

Κύριε, ὄχι μ' αὐτούς. Γνώρισα
τὴ φωνὴ τῶν παιδιῶν τὴν αὐγὴ
πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας
χαρούμενα σὰ μέλισσες καὶ σὰν
τὶς πεταλοῦδες μὲ τόσα χρώματα.
Κύριε ὄχι μ' αὐτούς, ἡ φωνή τους
δὲ βγαίνει
κἂν ἀπὸ τὸ στόμα τους.
Στέκεται κεῖ κολλημένα σὲ κίτρινα δόντια.

Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ ἀγέρας
μ' ἕνα ἄστρο κρεμασμένο στὸ στερέωμα,
Κύριε, δὲ ξέρουνε πῶς εἴμαστε
ὅ,τι μποροῦμε νὰ εἴμαστε
γιατρεύοντας τὶς πληγές μας μὲ τὰ βότανα
ποῦ βρίσκουμε πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς
ὄχι ἄλλες, τοῦτες τὶς πλαγιὲς κοντά μας,
πῶς ἀνασαίνουμε ὅπως μποροῦμε ν' ἀνασαίνουμε
μὲ μιὰ μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ
ποῦ βρίσκει τ' ἀκρογιάλι ταξιδεύοντας
στὰ χάσματα τῆς μνήμης.

Κύριε, ὄχι μ' αὐτούς.
Ἂς γίνει ἀλλιῶς τὸ θέλημά Σου.

Τα «Ποιήματα» του Γιώργου Σεφέρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Ο δρόμος για την αγάπη

Δεν φτάνουμε στην αγάπη
βρίσκοντας ένα τέλειο άνθρωπο,
αλλά μαθαίνοντας να βλέπουμε
ένα ατελή άνθρωπο τέλεια.

Από το «Να αγαπάς και να αγαπιέσαι» του Sam Keane, εκδόσεις Γλάρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Η φυγή

Στό χυδαῖο αὑτό καρναβάλι, ἐφόρεσα ἀληθινή πορφύρα, στέμμα ἀπό καθαρό, ἀτόφιο χρυσάφι, Ὕψωσα ένα σκῆπτρο πάνω ἀπό τά πλήθη, κ' ἐπήγαινα ἀκολουθώντας τήν ἐσωτερική μου φωνή. Ἔχανα τη συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ ἐπήγαινα, σάν ὑπνοβάτης, ἀκολουθώντας τήν ἐσωτερική μου φωνή. Οἱ παλιάτσοι ἔτρεχαν μπροστά μου ή ἐχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Ἐφώναζαν, ἐχτυποῦσαν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπήγαινα βλέποντας τα σύννεφα> κι ἀκολουθώντας τήν ἐσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα ἐπροχωροῦσα. Μέ τούς ἀγκῶνες ἄνοιγα τόπο, ἀφήνοντας πίσω μου ράκη. Ἀποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στὸν ἥλιο ἔσπαζαν οἱ καγχασμοί τῶν ἄλλων. Κι ήμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σάν τσακισμένο δέντρο, ἄκουσα γιά τελευταία φορᾶ τήν ἐσωτερική μου φωνή.

Τα «Πεζά» του Κώστα Καρυωτάκη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νεφέλη

Ο Κώστας Καρυωτάκης γράφει το συγκεκριμένο απόσπασμα από τη Φυγή του, στην Πάτρα μετά το Καρναβάλι του 1928, δηλαδή τέλη Φεβρουαρίου ή αρχές Μαρτίου του ίδιου χρόνου.

Αυτή του την εμπειρία, μια από τις αγαπημένες του διασκεδάσεις τη μεταφέρει στο χαρτί με τη προσωπική του ιδιαιτερότητα. Είναι από τα πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα της ιδιοσυγκρασίας του ποιητή. Το χυδαίο καρναβάλι είναι η ίδια η ζωή. Όλοι ντύνονται μάσκες, κυκλοφορούν ως άγνωστοι, με προσωπείο μεταξύ τους και σχετίζονται με τους λοιπούς θιασώτες σε μια επιφάνεια εφήμερων, δίχως νόημα διασκεδαστικών στιγμών.

Ο ίδιος όμως έχει βαθειά συναίσθηση της ιδιαιτερότητάς του. Δε ντύνεται τα ρούχα της Αποκριάς ούτε βάζει φτηνές μάσκες για να κρυφτεί. Βάζει αληθινή πορφύρα και στέμμα από ατόφιο χρυσάφι. Δεν τον αναγνωρίζει κανείς πως είναι βασιλιάς γιατί μέσα σε ένα καρναβάλι κανείς δεν παίρνει σοβαρά κανέναν. Κι αυτό είναι που το κάνει, για τον ποιητή, χυδαίο. Σαν βασιλιάς ο Καρυωτάκης υψώνει πάνω από τα πλήθη ένα σκήπτρο. Δεν το προσέχει κανείς. Ο ίδιος ακολουθεί την εσωτερική του φωνή ενώ όλοι οι άλλοι, όλους τους άλλους. Αυτός ξέρει που πηγαίνει, οι άλλοι απλά ακολουθούν. Ο ίδιος είναι βασιλιάς και δεν κρύβεται, οι άλλοι είναι μόνο θιασώτες και δεν είναι σε θέση να ακολουθήσουν παρά μόνο το ρεύμα.

Μόνος αυτός λοιπόν, εγκαταλείπει τη συνείδηση του πανηγυριού και περπατά στα βήματα που σαν υπνοβάτης τον καθοδηγεί η εσωτερική του φωνή. Στο κόσμο του καρναβαλιού όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η εσωτερική φωνή αγνοείται. Ενδιαφέρει αποκλειστικά ο εξωτερικός κόσμος. Μετριέσαι από την εικόνα του ευτυχισμένου που δίνεις, από το πόσο καλά κρύβεσαι πίσω από τη μάσκα, κατά πόσον συγκινείς τα κριτήρια αυτών που θέλουν οι άλλοι να δουν σε σένα. Σε σένα τον τυχαίο, τον αδιάφορα περαστικό, τον ίδιο σαν όλους, τον καλά κρυμμένο κι όμως ανενδοίαστα τολμηρό. Δε σε ξέρει κανείς. Ο εαυτός σου που σε ξέρει καλύτερα από τον καθένα εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει, είσαι σε καρναβάλι, πρέπει να διασκεδάσεις, κινήσου ζωηρά, διασκέδασε, δείξε πως χαίρεσαι, κρύψου καλά.

Δίπλα σου περνά ένας αληθινός βασιλιάς αλλά ποιος ενδιαφέρεται; Γιατί να ξεχωρίσεις κάποιον σε έναν κόσμο που θέλει να βλέπει τους ήρωες ή τους βασιλιάδες μόνο σαν φιγούρες καρναβαλιού; Κι όμως η πορφύρα του ποιητή είναι αληθινή, το στέμμα από ατόφιο χρυσάφι. Οι παλιάτσοι (τι έξυπνη γενικολογία!) τρέχουν δίπλα του, χορεύουν δαιμονισμένα, φωνάζουν, χτυπούν. Αυτή η σκηνή του είναι αδιάφορη. Γι’ αυτό σηκώνει το βλέμμα μακριά τους, στον ουρανό. Κοιτά ψηλά τα σύννεφα κι ακούει μόνο την εσωτερική του φωνή. Προχωρά με δυσκολία. Ανάμεσα σε αδιάφορους, βαρετούς και ξένους ανθρώπους, ανοίγει δρόμο με τους αγκώνες γιατί θέλει να προχωρήσει, ξέρει που θέλει να πάει, αφήνει πίσω του ράκη, ανθρώπους που ακολουθούν το ρεύμα που πάνε όλοι μαζί κάπου με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια ανυπαρξία προσανατολισμού.

Όμως σπρώχνοντας και ανοίγοντας δρόμο με τους αγκώνες, στο τέλος ματώνει, κουράζεται, οι άλλοι τον τσαλαπατούν γιατί είναι πολλοί κι αυτός ένας που βαδίζει με διαφορετικό τρόπο και ενδυμασία σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτούς. Και στο τέλος μένει γυμνός, ακούγοντας τους καγχασμούς των άλλων και γέρνει εξαντλημένος από την κούραση σαν τσακισμένο δέντρο. Μόνος ανάμεσα σε πολλούς, ένας απογυμνωμένος βασιλιάς που του ξέσκισαν τα ρούχα αδιάφοροι και άγνωστοι παλιάτσοι.

Το σπουδαίο όμως για τον Καρυωτάκη είναι αυτό ακριβώς που ειρωνεύεται στην ανικανότητα των άλλων. Ο ίδιος είναι γυμνός, εξαντλημένος σαν ετοιμοθάνατος, μέρος κι αυτός του χυδαίου καρναβαλιού αλλά ακούει ακόμη, για τελευταία φορά πριν φύγει, την εσωτερική του φωνή. Αυτή δεν εγκατέλειψε, γι’ αυτή δεν έγινε ένας παλιάτσος για χάρη των άλλων, δε πρόδωσε τη βασιλική του ιδιότητα στα μάτια περαστικών που ήξεραν μόνο να διασκεδάζουν σαν θιασώτες καρναβαλιού. Αυτοί παραμένουν άγνωστα ενωμένοι, πίσω από τις μάσκες τους και γι’ αυτό συνεχίζουν, διασκεδάζοντας σαν όλους, να ματώνουν βασιλιάδες που βαδίζουν με άλλο τρόπο αντίθετα από τη κατεύθυνσή τους. Ο Καρυωτάκης πλέον είναι γυμνός, τα πλήθη δεν αναγνωρίζουν βασιλιάδες, αλλά παραμένει ιδιαίτερος και με πλήρη επίγνωση της αξίας και του προσανατολισμού του.

Το καρναβάλι δεν τον χωρά πια. Αυτό συνεχίζεται μα ο ίδιος δεν ακούει τίποτε από την οχλαγωγία παρά την εσωτερική του φωνή. Ο γυμνός βασιλιάς θα βρεθεί τον Απρίλη του 1928 από κάποιους παλιάτσους περαστικούς στη λίμνη της Πρέβεζας. Και θα φορά μόνο την αιμάτινη πορφύρα του σαν στέμμα από ατόφιο χρυσάφι.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Η τελευταία διάλεξη
του Ράντυ Πάους

Κατά καιρούς έχουν γραφεί πολλά βιβλία για ανθρώπους που μπροστά στον επικείμενο θάνατό τους αναπτύσσουν διάφορες περί ζωής θεωρίες. Το ύφος είναι συνήθως τετριμμένο και σίγουρα οι περισσότεροι θα νιώθουμε πως τα περισσότερα τα έχουμε ξανακούσει. Η πρόταση του Υπουργείου ονείρων διαφέρει. Το σημαντικό με τούτο το βιβλίο είναι η ιδιαιτερότητα του συγγραφέα και ο συνδυασμός απλότητας και πρακτικής των γραφομένων.

Ο Ράντυ Πάους έχασε τη μάχη με τον καρκίνο στις 25 Ιουλίου 2008. Ζούσε στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους. Ήταν καθηγητής Επιστήμης Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Carnegie Mellon. Από το 1988 ως το 1997 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια. Υπήρξε διακεκριμένος επιστήμονας και ερευνητής με σπουδαία επαγγελματική δράση και συνεργασία με τους μεγαλύτερους οργανισμούς Πληροφορικής.

Ο θεσμός της «Τελευταίας διάλεξης», διαδεδομένος στις ΗΠΑ, απευθύνεται σε προσωπικότητες της επιστήμης και της τέχνης, που καλούνται να αναλογιστούν γύρω από τα σημαντικά γεγονότα της ζωής καθώς και σε ό,τι αποκόμισαν, σε ό,τι έμαθαν από την πείρα τους. Όταν ζητήθηκε από το Ράντυ Πάους να δώσει μια τέτοια διάλεξη, δε χρειάστηκε να φανταστεί ότι θα ήταν η τελευταία του, καθώς λίγο καιρό πριν του είχε διαγνωστεί ανίατος καρκίνος. Όμως η διάλεξη που έδωσε («Πραγματοποιώντας τα παιδικά σου όνειρα») δεν αφορούσε στο θάνατο.

Σε αυτή τη διάλεξη ο Πάους πραγματεύεται τις προτεραιότητες και τις αξίες, συνδυάζει τη σοφία, την έμπνευση και το χιούμορ, δίνοντας ένα σπουδαίο μάθημα ζωής γραμμένο με ανεξίτηλο μελάνι.

Ενθαρρύνει τον αναγνώστη να ζει γενναιόδωρα και να μεγιστοποιεί τις ευκαιρίες της κάθε ημέρας. Η σοφία και η ευγένεια συνδυάζονται για να μας προταθεί η εμπειρία της ολοκληρωμένης ζωής μέσα στα χρονικά όρια της καθημερινότητας.

«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα χαρτιά που μας μοιράζουν, μπορούμε όμως να παίξουμε το παιχνίδι με το δικό μας τρόπο».

Τι θα αφήναμε πίσω μας αν ξέραμε ότι πολύ σύντομα θα πεθάνουμε; Αν αύριο χανόμασταν, ποια θα θέλαμε να είναι η κληρονομιά μας; Αφορούσε στη σημασία να ξεπερνάς τα εμπόδια, να εκπληρώνεις τα δικά σου όνειρα, αλλά και να βοηθάς να γίνουν πραγματικότητα τα όνειρα των άλλων, να αξιοποιείς την κάθε στιγμή (γιατί «ο χρόνος είναι το μόνο που έχουμε. Και ίσως μια μέρα ανακαλύψουμε ότι έχουμε λιγότερο απ' όσο νομίζουμε»).

Αυτό που, νομίζω, θα ενθουσιάσει τον καθένα είναι η πρακτική θεώρηση των καθημερινών καταστάσεων, η ευθύνη και η τομή των συναισθημάτων που επιχειρεί ο συγγραφέας για όσους και ό,τι αγαπά. Διαβάζεται μάλιστα τόσο εύκολα που θα είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα στις καθημερινές φυγές μας από τη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Το βιβλίο "Η τελευταία διάλεξη" κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη

Ολόκληρη η Τελευταία Διάλεξη υπάρχει διαθέσιμη στα:

http://www.TheLastLecture.com

http://download.srv.cs.cmu.edu/~pausch/Randy/pauschlastlecturetranscript.pdf

http://www.youtube.com/watch?v=ji5_MqicxSo

http://video.google.com/videoplay?docid=-5700431505846055184#
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Πεθαίνοντας στη Βενετία

Περπάτησα αργά τη μεγάλη πλατεία του αγ. Μάρκου. Στάθηκα ως το μέσο της έρημης πλατείας κι έκλεισα για λίγο τα μάτια. Ήταν ήδη ξημερώματα και η ομίχλη είχε απλώσει τη σιωπή της θαλάσσιας πόλης. Επιτέλους μόνος. Επιτέλους τόσο μόνος σκέφτηκα Επιτέλους τόσο αδέσμευτος απ’ όλους από όσους έχω ανάγκη από όσους με χρειάζονται. Δε ξέρω ως που θα μπορούσα να τραβήξω τούτη τη μόνωση. Ως που φτάνουν τα σύνορα της ερημιάς του καθενός μας. Το σημαντικό είναι να κρατάς την ελπίδα σου ακόμη κι όταν όλα σου φαίνονται ερημιά. Μα επιτέλους γιατί ήρθα ως εδώ; Τι θέλω να αποφύγω, τι να γλιτώσω ποιον να ξεχάσω και ποιος να με ξεχάσει; Άνοιξα τα μάτια αργά. Η ομίχλη με είχε αγκαλιάσει και τα έκανε όλα θολά. Θολά στον προορισμό μας, θολά στις διακινδυνεύσεις, θολά στην προοπτική. Το μόνο που φώτιζε ήταν τα φώτα της πλατείας του αγ. Μάρκου κι η φυλαγμένη κάπου μέσα μου ελπίδα. Ήρθα ως εδώ για να αλλάξω τον τρόπο, όχι τον τόπο. Κι ήμουν μόνος. Αλλά με ελπίδα, κι αυτό ήταν αρκετό.

Ο «Ιωάννης Άγγελος» του Οδυσσέα Γιακαλή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έσοπτρον

Ο Ιωάννης Άγγελος, ο ήρωας του βιβλίου, παίρνει όταν περνά πια τα πενήντα του χρόνια, μια σημαντική απόφαση για τη ζωή του. Εγκαταλείπει τη περιοχή της Βάρνας που έμενε, κάπου στην Θράκη , κι αποφασίζει να μετοικήσει στη κοσμοπολίτική Βενετία. Το ταξίδι ως αλλαγή τρόπου κι όχι ως αλλαγή τόπου. Το μοναδικό που τον κρατά όρθιο είναι το μοναδικό του απόθεμα στον ταξιδιωτικό του σάκο. Η ελπίδα. Ούτε χάρτες, ούτε γνώση της γλώσσας, ούτε γνωριμίες, ούτε οικονομικές εγγυήσεις. Μόνο η ελπίδα.

Παλιότερα δεν μπορούσα να αντιληφθώ μια τέτοια κίνηση. Τον Ιωάννη Άγγελο όμως τον ωθεί η απελπισία κι είναι βέβαιος για το βήμα του. Εκεί που πάει, άγνωστος εν μέσω αγνώστων ελπίζει πως θα αλλάξει τι; Πολλές φορές οι συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνουμε και ζούμε δεν είναι αυτές που θα θέλαμε. Η έξοδος, η φυγή προς κάπου αλλού φαντάζει ως η μόνη διέξοδος. Αυτό κάνει κι ο ήρωας του βιβλίου. Απελπισμένος για όσα δεν μπορεί να αλλάξει γυρεύει σε ένα περιβάλλον ξένο μια νέα αφετηρία. Είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ζήσει με τα λάθη του, που του φαίνονται δυσβάσταχτα και γι’ αυτό εγκαταλείπει τον αγώνα ή είναι αυτός που γυρεύει μια νέα σημαντική ευκαιρία να δώσει στη ζωή του την προοπτική που θέλει; Οι απαντήσεις είναι όσες και τα πιστεύω μας και σίγουρα κανείς μας δε μπορεί να αξιολογήσει την απόφαση του ήρωα μπαίνοντας στο μυαλό του.

Το σημαντικό δεν είναι ο τρόπος που αλλάζει την καθημερινότητά του. Το πιο σημαντικό είναι η διατήρηση της ελπίδας του. Ακόμη και στη Βενετία είναι πολύ πιθανόν να δοκιμάσει πάλι απογοητεύσεις, να μετανιώσει κάποτε για την απόφασή του, να νιώσει απομονωμένος να συντριβεί ψυχικά. Όλα τούτα όμως είναι δεύτερα. Ακόμη και η κόλαση δεν θα ήταν κόλαση αν υπήρχε σε αυτήν η ελπίδα. Αφού την έχει ο ήρωας μπορεί μόνον αισιόδοξος να είναι. Αυτήν που κάποτε έχασε στη πατρίδα του, τη βρήκε σε έναν νέο τόπο κάτω από άλλες προϋποθέσεις, σαν μια νέα σελίδα στο ίδιο βιβλίο της ζωής.

Τον ήρωα πολύ σύντομα τον πείραξε η υπερβολική υγρασία της πόλης. Η υγεία του εξασθένησε πολύ γρήγορα και λίγα χρόνια μετά στέκονταν στο κρεβάτι του περιμένοντας το θάνατο. Μονολογώντας λέει πως χρωστά στη Βενετία την καινούρια αγάπη που δεν πίστευε πως υπάρχει, τις μεγάλες γιορτές και τους μοναχικούς περιπάτους στα γεμάτα ομίχλη σοκάκια της, τη βόλτα στα κανάλια και στις αμέτρητες γέφυρές της. Πάνω απ’ όλα όμως. Της χρωστά το ανεκτίμητο δώρο που δεν έχασε την ελπίδα του τότε που όλα γύρω του, του φαίνονταν χαμένα. Στον τάφο του έγραψαν πως δεν αναρωτήθηκε ποτέ αν έπρεπε να μετανιώσει για το ότι δε γύρισε στη πατρίδα του.

Για όλους υπάρχει πάντα μια μεταμφιεσμένη πρόκληση που ονομάζεται σαν τόπος, πρόσωπο, επάγγελμα, ενασχόληση ή άλλο. Το μοιραίο για καθέναν είναι να την εμπιστευτεί με ελπίδα και να μη γυρίσει πίσω. Κάπως έτσι ζουν και πεθαίνουν οι άνθρωποι που πιστεύουν στην ευτυχία τους.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

Αν ήμασταν ζώα...

video Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

Για να περιπλεύσεις τη ζωή

Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης.
Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου.
Νὰ ζεῖς,
στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Από το «Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων» του Χρήστου Γιανναρά, εκδόσεις Δόμος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Παραμύθι για μεγάλα παιδιά, σε δυο μέρη
Μέρος Β

Το γύρισμα του κύκλου

Εδώ και μέρες ο καιρός έχει βαρύνει πολύ. Χιονίζει κάθε μέρα και το κρύο είναι ιδιαίτερα τσουχτερό. Σε τούτο εδώ το μικρό χωριό της Κεντρικής Ευρώπης ο χειμώνας είναι πιο έντονος. Η Νεφέλη, γριά πια, νιώθει την καρδιά της πιο παγωμένη από ποτέ. Οι εποχές που το μαγαζί της έσφυζε από κόσμο, ανήκει πια στο μακρινό παρελθόν. Πάνε λίγα μόλις χρόνια που η ίδια έχασε την ικανότητά της να φτιάχνει όμορφες κούκλες. Μοιραία η πελατεία της μειώθηκε, οι βιτρίνες σιγά σιγά άδειασαν, τα γέλια σώπασαν, οι γονείς δεν αγόραζαν πια ξύλινες κούκλες για να ευχαριστήσουν τα παιδιά τους. Η ερημιά φαινόταν αβάσταχτη για την Νεφέλη.

Τον περασμένο μήνα την είχε επισκεφτεί κάποιος εργολάβος για να της ζητήσει το μαγαζάκι της προκειμένου να ανεγερθεί δίπλα κάποιο μεγάλο εμπορικό κέντρο. Είχε αρνηθεί μα ήξερε πως αργή ή γρήγορα θα επέστρεφε. Είχε αρνηθεί να χάσει το χώρο που τόσα χρόνια είχε φιλοξενήσει τόσα βλέμματα, τέτοια λαχτάρα και τέτοια ένταση στην ιστορία της ομορφιάς. Όχι. Αυτό δεν θα το επέτρεπε ποτέ. Δεν ήθελε. Δεν είχε το δικαίωμα να το κάνει. Θα πρόδιδε τα παιδιά, τις κούκλες της, τα αισθήματά της.

Για να υπερασπιστεί όμως αυτή της την απόφαση έπρεπε να την πληρώνει με ατέλειωτες ώρες μοναξιάς, ανανταπόδοτης αγάπης, ατέλειωτες στιγμές νοσταλγίας και ερημιάς, που θα ήθελε να είναι με κάποιον, να ακούει, να μιλά, να νιώθει, να ανήκει κάπου. Τίποτα. Μόνη με τα χιονισμένα μαλλιά της, σε ένα χιονισμένο μικρό χωριό της Κεντρικής Ευρώπης.

Είχε ήδη πια φτάσει το βράδυ. Ο κόσμος είχε αραιώσει πολύ. Η χαρά είχε μεταφερθεί στα κοσμικά σαλόνια με τα τζάκια που μοιράζονταν τη ζέστη της καρδιάς των κατοίκων του μικρού χωριού. Η Νεφέλη σηκώθηκε αργά από την καρέκλα της και πήγε να κλείσει την πόρτα. Ούτε άνθρωπος και σήμερα. Τι να έρθει να δει κανείς σε ένα χώρο που κάποτε υπήρξε μαγαζί;

Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Μια μεσόκοπη κυρία μπήκε μέσα.

- Καλησπέρα!

- Καλησπέρα απάντησε έκπληκτη η Νεφέλη.

- Δε φτιάχνετε πια κούκλες ε; Κρίμα. Παλιά είχατε το πιο ωραίο και το πιο αγαπητό μαγαζί με κούκλες σε όλη τη περιοχή

- Τις έφτιαχνα η ίδια ξέρετε. Κι ήταν όλες πανέμορφες.

- Το ξέρω. Υπήρχε όμως και μια διαφορετική κούκλα, πιο όμορφη από τις άλλες. Ένας μικρός παλιάτσος που κάποτε σαν σε όνειρο κάποια κυρία σαν εσάς μου είχε χαρίσει, έξω από αυτό το μαγαζί.

Η μεσόκοπη κυρία άνοιξε τη τσάντα της και με μεγάλη προσοχή έβγαλε τον άσχημο ξύλινο παλιάτσο που πριν πολλά πολλά χρόνια είχε φτιάξει η Νεφέλη,

- Ώστε εσύ είσαι... εκείνη η μικρή που συνάντησα εκείνο το βράδυ έξω από το μαγαζί μου. Ήσουν τόσο φτωχή και τόσο αδύνατη.

- Κι εσύ άλλαξες. Σου έφερα όμως κάτι που με τα χρόνια δεν άλλαξε και σου ανήκει.

- Την κούκλα μου; Ρώτησε η Νεφέλη και τα μάτια της δάκρυσαν.

- Την αγάπη σου, της απάντησε η κυρία δίνοντάς την τον άσχημο παλιάτσο. Ξέρεις οι άνθρωποι μετά από καιρό ξεχνάμε ό,τι κάποτε μας έκανε ευτυχισμένους. Για μένα αυτή η κούκλα δεν είναι ο θησαυρός που μου έδωσες τότε που σαν παιδί είχα ανάγκη την αγάπη. Μεγάλωσα, έκανα οικογένεια, δεν παίζω πια, τα παιδιά μου δεν ασχολούνται με ξύλινες κούκλες. Είναι άσχημο όμως να ξεχνώ. Και δεν το θέλω. Όπως δε θέλω να πετάξω αυτόν το παλιάτσο που έκανε τα παιδικά μου χρόνια να μοιάζουν με παραμύθι. Σε ευχαριστώ και σου τον επιστρέφω. Εσύ μάλλον τώρα θα τον έχεις περισσότερη ανάγκη. Ίσως κάποτε να χρειαστεί να τον ξαναδώσεις εκεί που κάποιος άλλος θα τον έχει ανάγκη και δεν θα του περισσεύει. Μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου σε ευχαριστώ για την αγάπη και τη προσφορά σου. Σου χρωστώ τα παιδικά μου χρόνια...

Η Νεφέλη δε μπορούσε να απαντήσει τίποτε. Κρατούσε στις χούφτες της τον άσχημο παλιάτσο και έκλαιγε. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν κι έμειναν έτσι για κάμποση ώρα. Έπειτα η μεσόκοπη κυρία άνοιξε τη πόρτα και γύρισε στο χιονισμένο δρόμο.

- Γύρισα γιατί κάποτε με έδωσες, είπε ο παλιάτσος στη Νεφέλη

- Γύρισες τώρα που σε έχω ανάγκη. Μόνο που άλλαξες πολύ. Εγώ θυμάμαι σε είχα φτιάξει πρόχειρα με λίγο ξύλο και σπασμένη μύτη. Εσύ όμως είσαι πραγματικά η πιο όμορφη κούκλα απ’ όσες είχα ποτέ φτιάξει.

- Νεφέλη... μ’ αγαπάς γιατί με έδωσες. Τις άλλες κούκλες τις πούλησες γι’ αυτό κι η ομορφιά τους κάποτε χάθηκε. Σ’ ευχαριστώ.

- Σ’ ευχαριστώ εγώ που γύρισες.

- Μην το ξαναπείς... γύρισα γιατί κάποτε με έδωσες. Δεν υπάρχει μοναξιά Νεφέλη για
αυτούς που απ’ αγάπη μοιράζουν και μοιράζονται. Δεν υπάρχει...

Κι έτσι το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει ακόμη πιο δυνατό σε εκείνο το απομακρυσμένο χωριό της Κεντρικής Ευρώπης. Η Νεφέλη έκλεισε το μαγαζάκι της με συγκίνηση και χαρά μεγάλη. Όλο το βράδυ έλεγαν ο ένας ιστορίες στον άλλον. Ιστορίες που κράτησαν ακόμη χρόνια πολλά και σταμάτησαν όταν τα μάτια και των δυο έκλεισαν.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς ... καλύτερα...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Όσοι νομίζουν κι όσοι αγαπούν

Δυὸ ἄνθρωποι, ἦλθον μίαν φορᾶν καὶ εξωμολογήθησαν εἰς εμέ, Πέτρος καὶ Παύλος, καὶ νὰ ἴδητε πὼς τοὺς ἔδιωρθωσα, καλὰ ἢ κακά. Ἔγώ σας φανερώνω τὴν καρδίαν μου.

Μοῦ λέγει δ Πέτρος: Εγώ, πνευματικέ μου, ἀπὸ τὸν καιρὸν ὅπου ἐγεννήθηκα ἕως τώρα, ενήστευσα, επροσευχόμην πάντοτε, ἔκαμνα ἔλεημοσυνας εἷς τους πτωχούς, ἔκτισα μοναστήρια, ἐκκλησίας καὶ ἄλλα καλὰ ἔκαμα. Τὸν εχθρόν μου δὲν τὸν συγχωρῶ. Εγώ τὸν ἀποφάσισα διὰ τὴν κόλασιν.

Ἔρχεται δ Παῦλος καὶ μοῦ λέγει: Εγώ ἀπὸ τὸν καιρὸν ὅπου ἐγεννήθηκα τίποτε, κανένα καλὸν δὲν ἔκαμα, αλλά μάλιστα ἔχω κάμει τόσα φονικά, ἔπόρνευσα, ἔκλεψα, ἔκαψα εκκλησίας, μοναστήρια' ὅλα τὰ κακὰ τὰ ἔκαμα, μὰ τὸν εχθρόν μου τὸν συγχωρῶ. Νὰ ἴδητε τί ἔκαμα εγώ εἷς αυτόν. Εὐθὺς τὸν ἀγκάλιασα καὶ τὸν εφίλησα του ἔδωσα τὴν ἄδειαν νὰ μεταλάβη.

Καλά τους εδιόρθωσα ἢ κακά; Φυσικὰ θέλετε νὰ μὲ κατηγορήσετε καὶ νὰ μοῦ ἐΐπητε: Ὃ Πέτρος ὅπου ἔκαμε τόσα καλά, καὶ διότι δὲν ἔσυγχώρησε τὸν ἔχθρόν του, διὰ τόσον ολίγον πράγμα τὸν απεφάσισες διὰ τὴν κόλασιν; Καὶ τὸν Παύλον ὅπου ἒκαμε τόσα κακά, καὶ διότι εσυγχωρεί τους ἔχθρούς του, τὸν εσυγχώρησες καὶ τοῦ ἔδωκες τὴν ἄδειαν νὰ μεταλλάβει; Ναί, αδελφοί μου, ἔτσι ἔκαμα. θέλετε νὰ καταλάβετε μὲ τί ὁμοιάζει δ Πέτρος; Καθὼς μέσα εἷς 100 οκάδας αλεύρι βάνεις ὀλίγον προζύμι καὶ ἔχει τόσην δύναμιν τὸ προζύμι εκείνο, νὰ γυρίσει καὶ τας 100 ὄκαδες τὸ ζυμάρι καὶ νὰ τὸ κουφίζη δλο, έτσι εἶναι καὶ όλα τὰ καλὰ εκείνα ὅπου έκαμεν δ Πέτρος• μὲ εκείνην τὴν ὄλιγην ἔχθραν, ὅπου δὲν ἔσυγχώρησε τὸν ἔχθρόν του, τὰ ἔγυρισε καὶ τὰ ἒ'κᾶμε φάρμακι τοΰ διαβόλου, καὶ ἔτσι τὸν ἀπεφάσισα διὰ τὴν κόλασιν.

Ὃ Παΰλος πάλιν μὲ τι ὁμοιάζει; ΕΙναι ἕνας σωρὸς λιανόξυλα και βάνεις ἕνα μικρὸ κερὶ ἀναμμένον καὶ καίει δλὸν τὸν σωρὸν ἔκεινη ἢ ὄλιγη φλόγα. Ἔτσι ἐΐναι όλα τὰ ἁμαρτήματα τοῦ Παύλου, ὡσὰν τὸν σωρὸν τὰ λιανόξυλα• και ἢ συγχώρησις ὅπου ἔκαμε τοῦ εχθρού του ἐΐνε ὡσὰν τὸ κερί, ὅπου ἔκαψε δλὰ τα λιανόξυλα, ἤγουν τᾶς ἁμαρτίας, καὶ τὸν ἀπεφάσισα διὰ τὸν παράδεισον.

Από τις «Διδαχές» του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Παραμύθι για μεγάλα παιδιά, σε δυο μέρη
Μέρος Α

Ο παλιάτσος

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε κάποια μακρινή πόλη κάπου στα έγκατα της Κεντρικής Ευρώπης μια κοπέλα όμορφη πολύ, ανεξάρτητη και κοινωνικά καταξιωμένη. Το όνομά της ήταν Νεφέλη και ζούσε φτιάχνοντας κούκλες για κουκλοθέατρο.

Τον πρώτο καιρό έφτιαχνε πολλές κούκλες πανέμορφες που τις αγαπούσαν όλοι όσοι τις αγόραζαν. Η ικανότητά της να μεταφέρει σε αυτές, κάμποση από τη γλυκύτητα της ήταν χαρακτηριστική. Πολλοί γονείς και παιδιά σύχναζαν κάθε μέρα στο όμορφο μικρό μαγαζάκι της γυρεύοντας κάποιο δώρο, ένα φίλο, κάτι να μοιράζονται όσα δεν μπορούσαν να χωρέσουν μέσα τους και πάντα έφευγαν χαρούμενοι γιατί πάντα έβρισκαν αυτό που ζητούσαν

Η ζωή της Νεφέλης στη μικρή της πόλη κυλούσε ήρεμα για πολλά χρόνια με αυτούς τους ρυθμούς. Τον Σεπτέμβρη όμως της χρονιάς που δεν άνθισαν οι μυγδαλιές στη χώρα εκείνη, συνέβη κάτι που άλλαξε τη ζωή όλων στη μικρή εκείνη πόλη.

Η Νεφέλη το προηγούμενο βράδυ είχε κατασκευάσει μετά από πολλή δουλειά έναν παλιάτσο κούκλο, διαφορετικό από τους άλλους. Αυτός της φαινόταν πιο άσχημος από τις άλλες κούκλες της γιατί δεν είχε το χρόνο να τον κάνει το ίδιο όμορφο. Πρόχειρα έφτιαξε το σώμα του, γιατί νύσταζε κιόλας, έκοψε λίγο τη μύτη του γιατί άκουσε μια φωνή από το δρόμο που τη τρόμαξε, χρησιμοποίησε μάλιστα και μικρότερο κομμάτι από κάποιο ξύλο που τις είχε απομείνει από άλλη κατασκευή.

Κι έτσι τον άφησε στην άκρη από κάποιο ράφι του μαγαζιού. Οι μέρες κυλούσαν και κανείς δεν τον αγόραζε γιατί ήταν άσχημος πολύ δίπλα σε όλες τις υπόλοιπες πανέμορφες κούκλες που κάθονταν δίπλα του και στόλιζαν το μαγαζί. Και τα χρόνια και η σκόνη πάνω του μαζεύονταν και έκρυβαν κάπως την ασχήμια του. Ήταν όμως τόσος κακοφτιαγμένος αυτός ο παλιάτσος που και πάλι κανείς δε βρισκόταν να τον προτιμήσει. Και ενώ κούκλες και κούκλες άλλαζαν και έφευγαν από τα ράφια αυτός παρέμενε πιο μόνος και σκονισμένος στην ίδια θέση.

Αφού λοιπόν πέρασαν πάνω από δεκατέσσερα χρόνια της είπε ένα βράδυ που η ίδια μόλις είχε κλείσει το μαγαζάκι της. - Εεεε Νεφέλη! Εκείνη γύρισε το κεφάλι στο μέρος του και όλο γλύκα τον ρώτησε τι θέλει.

- Χάρισε με κάπου. Δώσε με σε κάποιον που θα με θέλει μα δεν μπορεί να με αγοράσει. Σου πιάνω άδικα τόσο χώρο στο ράφι για τόσα χρόνια Αν με δώσεις κάπου θα κάνεις κάποιο παιδάκι πολύ χαρούμενο. Εγώ είμαι τόσο άσχημος και γερασμένος που δεν θα με αγοράσει κανείς. Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτε από μένα. Χάρισε με λοιπόν σε κάποιο φτωχό παιδάκι και θα μας κάνεις και τους δυο χαρούμενους.

- Να σε δώσω; Μα εσύ είσαι δικός μου. Εγώ σε έφτιαξα

- Δε μ’ αγαπάς όμως. Κάποιος άλλος μπορεί να με αγαπήσει. Δώρισε με λοιπόν...

- Τι είναι αυτά που λες; Εγώ δε σε αγαπώ; Αν δε σε αγαπούσα θα σε είχα πετάξει στα σκουπίδια, θα είχα βάλει άλλες κούκλες στη θέση σου, δε θα ένιωθα τίποτα για σένα.

- Δε μ’ αγαπάς Νεφέλη. Η όψη μου άλλαξε από τη σκόνη και νομίζεις πως είμαι ακόμη ίδιος. Δε μ’ άφησες να δω τη λαχτάρα ενός παιδιού για να με κρατήσει στην αγκαλιά του, να κοιμηθεί δίπλα μου, να μου πει τα μυστικά του...

- Παρόλα σου όμως τα προβλήματα εγώ με την αγάπη μου σε κράτησα τόσα χρόνια σε τούτο το ράφι δίνοντάς σου την ευκαιρία κάποιος να σε αγοράσει. Άλλος στη θέση μου θα σε είχε πουλήσει...

- Δεν είμαι προϊόν. Δεν με θέλει κανείς γιατί εσύ με έφτιαξες έτσι. Όμως έτσι είμαι. Αυτό δεν αλλάζει. Κάποιο παιδί που του λείπουν τα πιο απλά και δε τα μετρά όλα από το πόσο εμπορικό είναι αυτό που φαίνομαι μπορεί να με αγαπήσει. Χάρισέ με σε παρακαλώ... Άσε σε κάποιον την ευθύνη να με αγαπήσει και να τον αγαπήσω. Αφού εσύ δεν μπορείς άσε με να κάνω τη δική μου και τη ζωή κάποιου άλλου ομορφότερη. Σε παρακαλώ...

- Την ευθύνη για το που θα καταλήξεις τη έχω εγώ. Κι εγώ σε αγαπώ πιο πολύ απ’ τον καθένα...

- Πιο πολύ μπορεί, πιο όμορφα όμως όχι, δεν μ’ αγαπάς.

Ο παλιάτσος κούκλος έκλεισε τα μάτια θλιμμένος μες στη σκόνη του. Δεν ένιωθε πια αγάπη για την καλή του Νεφέλη γιατί δεν ένιωθε πως την αγαπούσε κι η ίδια. Εκείνο το βράδυ δεν μίλησε με καμιά άλλη κούκλα στο ράφι. Είχε κουραστεί πια να γνωρίζει κούκλες για μια δυο μέρες κι έπειτα να φεύγουν από τη ζωή του γιατί κάποιος πλήρωσε για να δώσει κάπου χαρά. Για πρώτη φορά στη ζωούλα του δεν είχε κάπου να ελπίσει. Ένιωθε πως η ζωή του όλη θα χαριζόταν στο σαράκι που με τα χρόνια θα πέρναγε τη σκόνη και θα επισκεπτόταν ό,τι είχε μείνει από τα σωθικά του.

Η Νεφέλη για πρώτη φορά στη ζωή της δάκρυσε. Είχε περάσει τα πιο όμορφα χρόνια της ανάμεσα σε κούκλες σε παιδιά και γονείς που την αγαπούσαν. Πρώτη φορά της έλεγαν τέτοια λόγια.

Το βράδυ όλο δεν κοιμήθηκε. Είχε την ευθύνη, ένιωθε ελεύθερη, μιλούσε για αγάπη.

Την επόμενη μέρα η θέση του άσχημου παλιάτσου κούκλου στο ράφι ήταν άδεια.

Κανείς δεν έμαθε ποτέ που κατέληξε. Σε κανέναν δεν έλειψε και κανείς δε ρώτησε τι απέγινε.

Οι μόνοι που ήξεραν ήταν η Νεφέλη, ο άσχημος παλιάτσος και το πρώτο παιδάκι που εκείνη τη μέρα πέρασε έξω από το μαγαζί.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Ο χυμός της καθημερινότητας

Ἂς εἶναι, ἔπρεπε νὰ φτάσω στὸ κατώφλι τῆς αὐτοκαταστροφῆς γιὰ νὰ καταλάβω τουλάχιστο πὼς τὸ σπουδαϊο δὲν εἶναι ν' ἀλλάξουμε τὴ ζωή μας, ὀνειροπολώντας μιὰν ἄλλη πιὸ ἐνδιαφέρουσα, ἄλλα νὰ κάνουμε νὰ λαλήσει τούτη τὴ ζωή, ὅπως μας δόθηκε, τὴν καθημερινή, τὴν ταπεινή, τὴν ἀνθρώπινη, ὅπου τὸ καθετὶ ποὺ μποροῦσε νὰ γυρέψουμε πρέπει νὰ ὕπάρχει.

Σ' αὐτὴ τὴ δική μας ζωή, τὴν ἀναφαίρετη καὶ τὴ μοναδικὴ (ἀφοῦ κανένας ἄλλος δὲν τὴν ἔχει), ποὺ δίνει τὸ χυμὸ στὰ ἔργα μας καὶ τὰ κάνει ὅμοια μ' ἐμᾶς, πρέπει νὰ μάθουμε νὰ βλέπουμε τὸ θαῦμα.

Από τις «Μέρες Α΄» του Γιώργου Σεφέρη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Ό,τι δεν μπορείς εγώ θα στο αναπληρώνω

video Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Οι εκλογές, ο εξουσιαστής και ο αντεξουσιαστής

Ο Εξουσιαστής διαθέτει ένα κεφάλι ξύλινο, ασυγκίνητο, ανέκφραστο, αμετακίνητο, «κενόν αισθημάτων και ιδεών και πλήρες φιλοδοξιών».

Ένα κόμμα «αναπτυγμένου» τόπου διαβαίνει τον χρόνο μέσα από τις αντιθέσεις του. Εδώ, σ' εμάς, καταλύεται από τον χρόνο ή αλλάζει τίτλους.

Τώρα τελευταία αποκτήσαμε και τις τυπικές διαδικασίες - συνέδρια, επιτροπές, αποφάσεις - μονότονες, μονόφωνες, που καταλήγουν σε σχοινοτενή πορίσματα τα οποία απηχούν τη διευκόλυνση των φιλοδοξιών του εξουσιαστή. Το πιο ανησυχητικό! Επειδή όλοι μας κρύβουμε μέσα μας έναν μικρό εξουσιαστή, αποτυχημένο, καταπιεσμένο, ανεκπλήρωτο, δεχόμαστε τον επιτυχόντα σαν μια προέκταση φανταστική του εαυτού μας. Όπως δεχόμαστε τον φθόνο των φθονερών, τη λάσπη των λασπολόγων, την ηθικολογία των ανηθίκων, τις καταγγελίες των βρωμερών καταδοτών.

Διότι εμπεριέχουν φθόνον, λασπολογική διάθεση, ανηθικότητα, καταδοτικά συμπλέγματα και χοιροστασιακή αναπνοή.

Τα ακριβά πρότυπα, τα διαθέτοντα αρετή και ιδιότητες χαρισματικές, χρειάζονται πρωτίστως αρετή και αθωότητα για να γίνουν αποδεκτά - χαρακτηριστικά αντεξουσιαστή. Γι' αυτό και στον λαϊκιστικό καιρό μας, της εύκολης λείας οπαδών και των ακόμη πιο εύκολων φιλοδοξιών, η έννοια του αντεξουσιαστή δεν είναι εφικτή ούτε καν νοητή! Και αναδύεται εκ των βάλτων και των απορριμμάτων πανένδοξος, απόλυτος, αμετακίνητος ο ένας, ο αδιαφιλονίκητος Εξουσιαστής.

Προτείνω: μία αντεξουσιαστική εκστρατεία. Έναν σιωπηλό πόλεμο που, αν συντελεστεί μ' επιμονή, κάτι αληθινά καλό μπορεί να επιφέρει.

Από τα «Σχόλια του Τρίτου» του Μάνου Χατζιδάκι, εκδόσεις Εξάντας

Το παραπάνω απόσπασμα του Μ. Χατζιδάκι μου ήρθε στο νου τις τελευταίες μέρες του προεκλογικού αγώνα και τις πρώτες ώρες μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Τι ήταν, απόρησα, όλο αυτό το γεγονός που συρθήκαμε τον τελευταίο μήνα; Για ποιο λόγο και στην εξυπηρέτηση ποιων ελπίδων συρθήκαμε από αηδιαστικούς μονολόγους φερέφωνων δημοσιογραφίσκων ή επαγγελματιών καλοταϊσμένων πολιτικών; Θα σωθεί επιτέλους αυτή η χώρα ή θα συνεχίσει αυτό που χρόνια τώρα της έμαθαν καλά να κάνει, υπάκουη σε αποχαυνωτές, μικρονοϊκούς απόγονους πολιτικών τζακιών; Τον ανιψιό Καραμανλή διαδέχτηκε ο γιος Παπανδρέου, κι αύριο ίσως η κόρη Μητσοτάκη ή κάποιο ξεχασμένο εγγόνι ή ανίψι κάποιου παλιού πρωθυπουργού. Γνώριμη η πολιτική μας μοίρα.

Και μιας και ο λόγος για παλιούς πολιτικούς, θυμάμαι που ο Γεώργιος Παπανδρέου (ο παππούς του νυν πρωθυπουργού), ενώπιον φαινομένων κομματικού κράτους και ασυδοσίας, ασυγκρίτως υποδεέστερα από τα σημερινά, κήρυττε τον περίφημο «ανένδοτο αγώνα» καλώντας τον λαό στους δρόμους να περιφρουρήσει ο ίδιος τη δημοκρατία και το Σύνταγμα.

Για να εμπεδώσω καλύτερα αυτό το συνειρμό ξαπλώνω πιο αναπαυτικά στη πολυθρόνα μου βλέποντας τον Χατζηνικολάου και τη Στάη να συναγωνίζονται σε κομπασμό και αλαζονεία τον Πρετεντέρη ή την Τρέμη, τον Τράγκα να παραβγαίνει σε εμετικά ευφυολογήματα τον Παπαδάκη, τον Ευαγγελάτο να αγωνιά να ανιχνεύσει κάποιο εκλογικό σκάνδαλο, τόσους και τόσους τυχάρπαστους καλεσμένους που ασφαλώς έχουν λόγο και για την πολιτική (εκτός από το μαγείρεμα και το κουτσομπολιό) και κάποια ονόματα πολιτικών προσώπων που βαρεθήκαμε μέσα από τις επαναλαμβανόμενες διακαναλικές παρουσίες να ακούμε να αξιολογούν τη νέα πολιτική κατάσταση της χώρας με την ίδια άνεση κι επιχειρηματολογία λες και πρόκειται για νούμερα τηλεθέασης ή την κατάκτηση του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου. (θυμάται κανείς τι ξεχωριστό είπαν όλοι τους;)

Άλλες εποχές άλλα ήθη σκέφτηκα κλείνοντας τη τηλεόραση. Ο «ανένδοτος» του παππού Παπανδρέου απευθυνόταν σε πολίτες που δεν κατευθύνονταν από εταιρίες δημοσκοπήσεων και υποψιάζονταν έστω τα πρώτιστα και ουσιώδη εθνικά προβλήματα. Σήμερα αλλάζουμε από συνήθειο κυβερνήσεις (ή καλύτερα τζάκια εξουσιαστών κατά τον Χατζιδάκι) δίχως αλλαγή πολιτικής ιδεολογίας, χωρίς κοινωνικό όραμα, χωρίς ίχνος υποψίας για τα ουσιώδη προβλήματα της πατρίδας. Το κριτήριο της ψήφου μας το ορίζει το πόσο εύκολα μπορούμε να «χώσουμε» το παιδί μας σε κάποια δημοσιοϋπαλληλική θέση, στο πόσο εύπεπτη ήταν η προπαγάνδα που μας σέρβιραν, στο πόσο ανέξοδα θα μπορέσουμε να νομιμοποιήσουμε το αυθαίρετό μας, στο κατά πόσο βρε αδερφέ η ζωή μας θα γίνει πιο «εύκολη» μέσα από αυξήσεις μισθών με λιγότερο ως καθόλου κόπο, μέσα από την αλλοτρίωση θεσμών που εμποδίζουν την καλοπέρασή μας.

Δυστυχώς όμως σε κοινωνίες με χαμηλούς δείχτες κατά κεφαλήν καλλιέργειας, σαν τη δική μας, θα αναγκαστούμε (όλοι το απευχόμαστε μα το τηρούμε απαρέγκλιτα) να ξαναζήσουμε προτάσεις διαχειριστικών «βελτιώσεων» που δεν θα αλλάξουν σε τίποτα την πρόοδο της πατρίδας μας παρά θα μεταβάλλουν σε ελάχιστο βαθμό τις καταστάσεις που έχουν εδώ και χρόνια διαμορφωθεί. Πώς συμβαίνει αυτό; Απλά συνεχίζοντας με τη δική μας ψήφο (!!!) την δουλικά ακολουθούμενη παγκοσμιοποιημένη πολιτική πρακτική ξένων κέντρων αποφάσεων, τη χυδαία εμπορευματοποίηση του κοινοβουλευτισμού, τη μεθοδική αποχαύνωση των μαζών, την αδιάντροπη αναξιοκρατία, την κοινωνική παθητικότητα μπροστά σε προκλητικά σκάνδαλα, σε απροκάλυπτα ψεύδη, σε κραυγαλέες κοινωνικές αδικίες.

Ο Χατζιδάκις είναι σαφής. Ίσως η γνώμη του να είναι κι ο μόνος δρόμος της δημοκρατικής αναγέννησης στον τόπο μας. Οι εξουσιαστές δεν αλλάζουν. Εμείς θα πρέπει να ακολουθήσουμε «ακριβά» πρότυπα ανθρώπων που να διαθέτουν αρετή και ιδιότητες χαρισματικές, για να αποκτήσουμε χαρακτηριστικά αντεξουσιαστή. Ίσως τότε ο «ανένδοτος» του παππού Παπανδρέου «να νοηματοδοτηθεί από αγωνία και κοινό αγώνα για το δικαίωμα στην ελευθερία, στη δίκαιη μεταχείριση, στην αξιοπρέπεια, στη δημιουργική ελπίδα. Nα απαιτήσει αλήθεια στη σχέση πολίτη και εξουσίας, τίμια διαχείριση του κοινωνικού πλούτου, όραμα ταύτισης της πατρίδας με τον πολιτισμό και την ανθρώπινη καλλιέργεια».

Τι όμορφη η πρόταση του συγγραφέα για μία αντεξουσιαστική εκστρατεία. Έναν σιωπηλό πόλεμο που, αν συντελεστεί μ' επιμονή, κάτι αληθινά καλό μπορεί να επιφέρει. Πιθανόν αυτή να είναι και η δική μας ορθότερη πολιτική συμπεριφορά. Υγιή κριτήρια χρειάζονται και διάθεση για αγώνα. Και τα πρότυπα θα βρεθούν. Αργά ή γρήγορα...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Η αυταπάτη της συνάντησης

Τί θά φορᾶς συνεννόηση
νά σέ γνωρίσω
ὥστε νά μή χαθοῦμε πάλι
μές στούς πολυπληθεῖς σωσίες σου;

Κική Δημουλά "Ἡ εφηβεία της λήθης", εκδόσεις Στιγμή
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Νεοελληνική φαυλοκρατία

Εν όψει εκλογών το Υπουργείο ονείρων προτείνει ένα βιβλίο σταθμό για την θέαση της εγχώριας πολιτικής εξουσίας ως αλλοτρίωσης της πολιτικής λειτουργίας σε κατοχή και νομή του κράτους από ανταγωνιζόμενες φατρίες επαγγελματιών της εξουσίας. Η διαχείριση της γίνεται πάρεργο, κυρίως άσκηση πολιτικής είναι να διαγουμίζει η κυβερνώσα φατρία τον κρατικό κορβανά, την κοινωνική περιουσία.

Πώς και γιατί εμφανίζεται η φαυλοκρατία στο ελλαδικό κράτος από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του; Εμφανίζεται διότι ο θεσμός του νεωτερικού εθνικού κράτους ήταν κάτι ξένο, άγνωστο για την ελληνική εμπειρία: Δεν προέκυψε από τις ανάγκες των Ελλήνων, δεν συνδεόταν με τους ιστορικούς εθισμούς τους. Ηταν δάνειο σχήμα, «κάλπικο δάνειον».

Οι Ελληνες έβγαιναν από μακραίωνη, τελείως διαφορετική πολιτική εμπειρία και παράδοση: αυτήν της αυτοκρατορίας. Μια κεντρική εξουσία να δεσπόζει σε πληθυσμούς πολυεθνικούς και πολυφυλετικούς. Από την εποχή της Παλαιάς Ρώμης ως και τους Οθωμανούς, η αυτοκρατορία συνέχιζε να αποτελεί διεθνική «Τάξη Πραγμάτων» (Ordo rerum) που ανεχόταν την κοινοτική αυτο-οργάνωση και αυτοδιαχείριση των Ελλήνων, την ιστορική συνέχεια του ελληνικού τρόπου της «πόλεως» και της «πολιτικής».

Στο πλαίσιο των σχέσεων της οθωμανικής εξουσίας, με τις κοινότητες των ραγιάδων διαμορφώθηκε, παράλληλα με την κοινωνική αυτο-οργάνωση, και η «πατρωνία»: μια αμυντική τακτική προστασίας των υποτελών από την αυθαιρεσία των κυριάρχων. Κάποιοι αναλάμβαναν τον ρόλο του μεσάζοντα, μεσολαβούσαν προσφέροντας εκδουλεύσεις μεσιτείας προς τις οθωμανικές αρχές, για να αποσπάσουν ευνοϊκή ή και χαριστική μεταχείριση, να μετριάσουν την τυραννική ασυδοσία των εξουσιαστών.

Ο λαός, που με την ψήφο του απλώς «μετήλλασεν τυράννους» (Παπαδιαμάντης), κατέφευγε ταυτόχρονα στους δοκιμασμένους μηχανισμούς της «πατρωνίας» για να μπορεί να μετέχει ισχνά στην καταλήστευση του δημόσιου κορβανά από την εκάστοτε κυβερνώσα φατρία. Το κράτος στην Ελλάδα αναδείχθηκε ο κυριότερος εργοδότης της χώρας και «μήλον της έριδος», μεταξύ των αλληλοσπαρασσόμενων κομματικών πατρώνων. Τους Τούρκους αντικατέστησαν οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Το βιβλίο δείχνει πειστικά πως η αυτονόητη και κυρίαρχη φαυλοκρατία αποδυναμώνει, ταπεινώνει και εξευτελίζει το ελλαδικό κράτος σε ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή, ως σήμερα. Υπήρχαν και υπάρχουν πάντοτε οι εξαιρέσεις, οι αντιδράσεις, οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του κράτους.

Οι κατά καιρούς εκσυγχρονιστές επιχειρούσαν να «βελτιώσουν» τη μεταπρατική λειτουργία του δάνειου κρατικού σχήματος, αλλά δεν διανοήθηκαν ποτέ τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα έβαζαν τέλος στον μιμητικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και θα το προσάρμοζαν στις ιδιαίτερες ανάγκες, στην ιδιοσυγκρασία και στους ιστορικούς εθισμούς του Έλληνα. Και επειδή παρέκαμπταν πάντοτε αυτόν τον εκ καταγωγής του κράτους θεμελιώδη παράγοντα της κακοδαιμονίας και της καθυστέρησης, άφηναν άθικτες και τις πιο τυπικές τους συνέπειες: την πατρωνία, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαπλοκή, τη διαφθορά.

Η καταγραφόμενη ως «κρίση του δικομματισμού» είναι η κατάσταση ομηρείας στην οποία έχουν περιέλθει οι επαγγελματίες της εξουσίας. Το διαγούμισμα του κράτους οδήγησε σε έναν ξέφρενο δανεισμό που έχει καταλήξει σε εκποίηση του κράτους στους δανειστές του και αδυναμία των φαυλοκρατών να εξαγοράζουν ψήφους με ληστεία του κρατικού κορβανά. Οι παροχές της Ε.Ε., που υποκατέστησαν ως αντικείμενο καταλήστευσης το κοινωνικό χρήμα, μοιάζει να τελειώνουν.

Πριν πάρουμε την απόφασή μας για το ποιον θα ψηφίσουμε, αξίζει να προβληματιστούμε γόνιμα μέσα από τις σελίδες αυτού του σημαντικού έργου. Για να μην περπατάμε τυφλοί αφού ο γκρεμός... «εγγύς εστίν»

"Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία" του Ευάγγελου Κοροβίνη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Το δικό μου πεπρωμένο

Τὸ ρόλο μας τὸν διαλέξαμε οἱ ἴδιοι ἐμεῖς τὴν πρώτη μέρα
ποῦ διστάσαμε νὰ πάρουμε μία ἀπόφαση ἢ ποὺ
σταθήκαμε εὔκολοι
σὲ μίαν ἀναβολή. Μία ταπείνωση
ποῦ δὲν ἀνταποδόθηκε, ἀναπηδάει μία ἄλλη ὥρα σὰν
μαχαίρι, μέσα σου
Γιὰ νὰ
σκοτώσει ὅ,τι πιὸ πολὺ ἀγαπᾶς. Ἕνα μεγάλο
ἀκατόρθωτο ὄνειρο
ποῦ τοῦ 'κλεισες τὴν πόρτα, κάθεται ἀπ' ἔξω χρόνια τώρα
κι ὅταν σὲ βροῦν νεκρὸ κανεὶς δὲν ξέρει ὅτι δὲν ἄντεχες
ν' ἀκοῦς
αὐτὰ τὰ τεράστια ματωμένα νύχια του νὰ γδέρνουνε τὴν
πόρτα σου.
Ὅλα ὅσα ἀρνηθήκαμε - αὐτὸ εἶναι τὸ πεπρωμένο μας.

Από το έργο «Οι τελευταίοι» του Τάσου Λειβαδίτη, από τις εκδόσεις Κέδρος

Ποιος είναι αυτός που «ζει το πεπρωμένο του»; Αν αυτό που ονομάζουμε καθημερινότητα δεν είναι πεπρωμένο, τότε από τι αυτό συντίθεται; Αξίζει να το ζήσει κανείς; Γιατί ο Γκάτσος στην «Αμοργό» μας προκαλεί να μη γίνουμε πεπρωμένο; Ποιος το αρνείται, ποιος το ακολουθεί και ποιος το κάνει χαρακτήρα του;

Ο Στέφανος, ο ήρωας του ποιήματος του Τάσου Λειβαδίτη, είναι αποκαλυπτικός για τις φοβίες και τις ανασφάλειες όλων μας. Αυτό που ζεις, λέει στον καθένα μας, είναι ο δρόμος των επιλογών σου από τη στιγμή που στάθηκες δειλός ενώπιον των ευθυνών σου. Από τη στιγμή που δίστασες να αναλάβεις την ευθύνη για τη ζωή σου, να την οδηγήσεις όπου μπορείς εσύ ο ίδιος, από τότε ενσαρκώνεις τον ρόλο ενός άλλου μέσα στην ίδια σου τη ζωή.

Ταπεινώνεις τον εαυτό σου κάθε φορά που τον αφήνεις να γίνεται ό,τι θέλουν τρίτοι. Ο εαυτός σου όμως δεν ξεχνά. Και κάποτε σε εκδικείται. Έρχεται να ζητήσει την ύπαρξή του ακόμη κι όταν εσύ τον θεωρείς από χρόνια χαμένο. Τότε αναπηδάει εντός σου αυτό το μαχαίρι που θέλει να σκοτώσει ό,τι πιο βαθειά αγαπάς. Οι ευτελείς σου συνήθειες, η εικόνα σου στα μάτια του κόσμου, τα ανέξοδα βολέματά σου, η εγωιστική σου ευτυχία, όλα αυτά θα αποτελούν τον αγαπημένο σου ξένο εαυτό. Αυτόν τον εαυτό που το μαχαίρι της γνησιότητας που μαζί του έχεις γεννηθεί, θα κυνηγά να σκοτώσει, θα σου φανεί εν τέλει άχρηστος. Σου προσέφερε μια ήρεμη βολική ζωή δίχως όμως την έκσταση των ουσιαστικών σχέσεων, χωρίς τη χαρά να αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι αληθινά, δίχως τη σιγουριά πως έζησες τη ζωή που θα ήθελες.

Θα γυρεύεις πάντοτε έναν προσδιορισμό σωστού ή λάθους στην κάθε σου κίνηση, λες και η ζωή ζητά να την εξηγήσεις. Θα φοβάσαι να αντικρύσεις κατάματα πως σωστό και λάθος δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η ευθύνη σου απέναντι στο κάθε τι που αποφασίζεις να κάνεις, και το μέτρο στο οποίο την κουβαλάς. Αλλιώς θα παραμένεις αιώνια ένας δραπέτης της ίδιας σου της ζωής, θα ζεις όπως θα ήθελαν να σε βλέπουν οι άλλοι και θα αντλείς ασφάλεια όχι μέσα από τις υγιείς σχέσεις σου με ανθρώπους αλλά μέσα από τον καθρέφτη του ίδιου σου του εαυτού.

Αυτό το «μεγάλο ακατόρθωτο όνειρο» της ζωής που θα ήθελες να ζούσες, θα παραμένει για πάντα έξω από τη πόρτα των αποφάσεών σου, «θα γδέρνει με τα τεράστια ματωμένα του νύχια την πόρτα» μα εσύ θα προσποιείσαι πως δεν ακούς. Δε θα αντέχεις να τ’ ακούς και θα αρνείσαι να εγκαταλείψεις την αδιαφορία σου για ό,τι αξίζει να αγωνιστείς, θα ζητάς δίχως να δίνεις, θα μεγαλώνεις σκορπισμένος σε τόσα άλλα μέρη έξω απ’ το σώμα σου, θα γερνάς αγκαλιά με τη συμβατική ζωή σου και στο τέλος δε θα είσαι σε θέση να ξεχωρίσεις αν είχες πεθάνει προτού πεθάνει και το σώμα σου.

Ο Στέφανος στο αριστούργημα του Τάσου Λειβαδίτη, δεν αγαπά τον εφησυχασμό μας. Όλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας. Όχι ό,τι ζήσαμε, αλλά όλα όσα δεν ζήσαμε. Τα πρόσωπα που αφήσαμε πίσω μας, οι προοπτικές και οι ευκαιρίες που δε δώσαμε στον εαυτό μας, η ποιότητα της ζωής όπως θα θέλαμε να είναι, η αίσθηση της γνησιότητας πίσω από κάθε μας πράξη, η ικανοποίηση της δημιουργίας και της προσφοράς, οι τόσες δυνατότητες για πληρότητα ζωής, το ανεπανάληπτο και το ανεπανόρθωτα μοναδικό.

Πέραν τούτων υπάρχει ο εύκολος δρόμος που οι περισσότεροι ακολουθούμε, η ανεύθυνη ζωή της κοινωνικής σύμβασης, της υποταγής στην κοινωνική αποδοχή, ενός δρόμου που ακολουθείς μέσα από τα μάτια άλλων εκτός του εαυτού σου. Συχνά αναρωτιέμαι: με ποιο δικαίωμα και στο μέτρο ποιας αφέλειας, αυτόχειρες σαν κι εμάς νομίζουν πως «ζουν»; Για ποια ελευθερία μιλάνε μέσα από ποιες φυλακές;

Η δικαιοσύνη κι η αλήθεια δεν ξεχνούν. Εμείς ζώντας «γι’ αυτό που δε θα γίνουμε ποτέ...» δεν θα μαθαίνουμε σωστά κι έτσι με ακίνδυνη ασφάλεια θα ξεχνάμε πάντα...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ο άλλος τρόπος

Παιδιὰ ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νὰ εἶναι βαθύτερη
παρηγοριὰ καὶ πιὸ πολύτιμη συντροφιὰ ἀπὸ μία χούφτα ροδόσταμο καὶ τὸ μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του
Εὐρώτα.

Καληνύχτα λοιπὸν βλέπω σωροὺς πεφτάστερα νὰ σᾶς λικνίζουν τὰ ὄνειρα μὰ ἐγὼ κρατῶ στὰ δάχτυλά μου τὴ μουσικὴ γιὰ μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπ' τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους.

Η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Ο βασιλιάς της Ασίνης
(ποίημα για αυτούς που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας)

Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀναρωτιέται,
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς τὶς
αἰχμὲς τὰ
κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα
καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ
ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ τὴν
ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μίας ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ
διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα
μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μίας πίκρας παντοτινῆς.

Το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄» του Γ. Σεφέρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος

Κοντά στο χωριό Τολό του Ναυπλίου, στη θέση που σήμερα ονομάζεται Καστράκι, σώζονται σε ένα μικρό υψηλό κομμάτι στεριάς με βράχους, που εισχωρεί στη θάλασσα, ερείπια της αρχαίας Ασίνης. Η πόλη αυτή, ή καλύτερα ο βασιλιάς της, μας έχουν χαρίσει ένα από τα πιο όμορφα ποιήματα της λογοτεχνίας μας, μέσω της γραφίδας του Γιώργου Σεφέρη.

Ο βασιλιάς της δεν αναφέρεται πουθενά. Η αρχαία Ασίνη χωρά όλη σε μια αόριστη μνεία του Ομήρου στον κατάλογο κατά πόλεις των πλοίων που πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Ο Σεφέρης συγκινείται από αυτήν ακριβώς την απουσία του βασιλιά που μάταια αναζητεί. Η απουσία του επεκτείνεται ως κενό και απλώνεται και στον ποιητή.

Άνθρωποι περνούν από δίπλα κι από μέσα μας. Άλλοι φεύγουν άλλοι μένουν, ένας ή δυο προχωρούν τόσο βαθειά εντός μας που τους θεωρούμε αναντικατάστατους. Κι όμως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο φεύγουν από τη ζωή μας. Αυτό που μένει είναι η απουσία τους ή καλύτερα, όπως εύστοχα γράφει ο ποιητής, η παρουσία τους παντού μέσα από το κάθε τι που τους θυμίζει.

Επειδή ακριβώς το κάθε τι μπορεί να θυμίζει αυτούς τους ανθρώπους που «λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας» αυτό που μένει δίχως αυτούς είναι φορτίο ασήκωτο. Φορτίο που, όχι σπάνια, δεν ρωτιέσαι αν μπορείς να το αντέξεις, κι όμως σου φορτώνεται. Κι οι άνθρωποι αυτοί γίνονται κομμάτι δικό σου που το κουβαλάς καθημερινά σε ό,τι κι αν κάνεις, ό,τι κι αν ζήσεις. Επειδή «λιγόστεψαν» (δίχως απαραίτητα να χαθούν) μέσα στη ζωή μας νιώθουμε πως λιγόστεψε (δίχως απαραίτητα να χαθεί) η ζωή μας. Η για πάντα χαμένη πληρότητα, το αναντικατάστατο, το ποτέ αληθινό. Έτσι πια υπάρχουν και μένουν «η κίνηση του προσώπου, το σχήμα της στοργής αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου».

Ο θάνατος, ο χωρισμός, η απουσία λοιπόν δημιουργούν χάσματα αξεπέραστα.

Ο Σεφέρης δεν θέλει να ωραιοποιήσει τα πράγματα. Αντίθετα θέλει να είναι συνεπής με τον εαυτό του κι αυτό που ζει. Γι’ αυτό εκφράζει στον εαυτό του τη δραματική απορία: «ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος, η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής, εκεί που μένουμε τώρα, ανυπόστατοι λυγίζοντας, σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας». Σαν δεν έχουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε δίπλα μας δεν είμαστε ικανοί να πλατύνουμε τις σχέσεις μας, μένουμε «ανυπόστατοι» κατά τον ποιητή. Η νοσταλγία μας έχει ένα βάρος ζωντανό, δεν είναι απλά μια αόριστη θύμηση, μια ανάμνηση ωραίων ή δύσκολων στιγμών. Είναι ένα βάρος που αφορά τη ζωή μας γιατί ζούμε μαζί του καθημερινά.

Αυτό που εμείς μπορούμε να διαχειριστούμε είναι «η διάρκεια της απελπισίας». Προσοχή˙ δεν γίνεται λόγος για ένταση ή διάρκεια απογοήτευσης. Ο ποιητής είναι συγκεκριμένος. Ο άνθρωπος που χάνει την ελπίδα του είναι ήδη νεκρός. Ζεις με την ελπίδα επειδή αυτή μπορεί και σε κρατά στη ζωή. Αν χάσεις κι αυτή χάνει κι αγάπη σου τον προσανατολισμό της. Γυρνάς στον εαυτό σου κλείνεσαι σε αυτόν, αγαπάς πια μόνο αυτόν κι από αυτό τον εγκλωβισμό αναζητάς μάταια την πληρότητα. Δυστυχώς όμως αυτό σου εξασφαλίζει έναν πρόωρο θάνατο ώσπου να ακολουθήσει κι ο σωματικός σου θάνατος κάποια χρόνια πιθανόν αργότερα.

Τι είναι αυτό που καταδικάζει την ευτυχία του ποιητή; Είναι η παντοτινή αίσθηση της απουσίας του αγαπημένου προσώπου η «εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής». Η παντοτινή πίκρα δεν μπορεί να ξεπεραστεί αλλιώς εάν σε όλη του τη ζωή κανείς δεν έχει φροντίσει να δημιουργήσει υγιείς σχέσεις όχι μόνο με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αγάπησε και έχασε αλλά και με ένα ευρύτερο περιβάλλον ανθρώπων μέσω του οποίων αποκτά νόημα η μοναδικότητα των αισθημάτων του.

Για την πραγματικότητα του ποιητή θα υπάρχει πάντα ένας «βασιλιάς της Ασίνης» για τον οποίον δεν θα ενδιαφερθεί ποτέ κανείς, καθώς όλοι τον έχουν ξεχάσει ή αδιαφορούν για την ιστορία του. Αυτός λοιπόν ο βασιλιάς θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς στο μέτρο που δεν αγαπάμε ή δεν μας αγαπούν. Δυστυχώς ή ευτυχώς όμως η αληθινή αγάπη δεν είναι μονοδιάστατη. Χρειάζεται και να αγαπάς και να σε αγαπούν. Αλλιώς ο ένας από τους δυο θα αναρωτιέται, «ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές, τις ακμές, τις αιχμές, τα κοίλα και τις καμπύλες αν υπάρχουν άραγε εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς» οι άξιοι λόγοι που να δικαιολογούν τη ζωή του. Ειδάλλως όλα γίνονται απουσία ζωής, «φθορά» και «πίκρα παντοτινή».
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Αλλεργιογόνα σχολεία


της Ενθαλπίας

Μερικές βασικές εισαγωγικές έννοιες:
[Αλλεργία, όπως ορίζει και το αρχαίο ελληνικό όνομά της, σημαίνει «άλλο έργο». Πρόκειται για αδόκιμη-ανώφελη ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού ενάντια σε ακίνδυνες ουσίες του περιβάλλοντος. Ο τύπος της αλλεργικής αντίδρασης που εκδηλώνεται εξαρτάται από το είδος των αλλεργιογόνων στα οποία το άτομο έχει ευαισθητοποιηθεί, μετά από επανειλημμένη έκθεση. Παρά τις επισταμένες ερευνητικές προσπάθειες δεν έχει βρεθεί τι καθιστά μια ουσία αλλεργιογόνο.]

Άραγε τι καθιστά ένα σχολείο αλλεργιογόνο έχει απαντηθεί;

Τι φταίει και η γνώση, τα βιβλία, το διάβασμα, το σχολείο, από όχι απλώς ακίνδυνο περιβάλλον, έχει μετατραπεί σε χάσιμο χρόνου, καταναγκαστικό έργο, Δημόσια υπηρεσία έκδοσης τίτλου σπουδών, εφιάλτη, νοσηρή κατάσταση για τους νυν μαθητές αλλά και εσαεί απόφοιτους, ώστε στο άκουσμα και μόνο των σχετικών λέξεων να «βγάζουν σπυράκια». Τι φταίει ή ποιος φταίει και το σχολείο δεν ετοιμάζει για την κοινωνία καλλιεργημένους, φιλομαθείς, πολιτισμένους ανθρώπους αλλά παράγει «άλλο έργο»;

Αφορμή για αυτές τι σκέψεις υπήρξαν, εκτός από σειρά εκδηλώσεων αυθόρμητης δυσφορίας-αναφυλαξίας για το σχολείο και τα βιβλία από ανθρώπους στο άκουσμα της λέξης εκπαιδευτικός αλλά και, απαντήσεις, σκέψεις και προτάσεις 186 μαθητών που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο μιας έρευνας ενός σχολικού περιοδικού που είχα τη χαρά να εποπτεύσω. Οι παρατηρήσεις και οι σκέψεις πολλές. Τόσο πολλές που δύσκολα χωράνε σε ένα άρθρο. Το εκπαιδευτικό σύστημα νοσεί. Αλλά δε θέλω να μιλήσω για αυτό. Θα ήταν περιττό, μάταιο και κοινότυπο. Θα περιγράψω μερικές σκέψεις που για κάποιο λόγο κυκλοφορούν θορυβώντας στο μυαλό μου, που αφορούν εμένα και τι θα κάνω στην τάξη μου.

Σκέφτομαι λοιπόν ότι από τις σημαντικότερες αιτίες παραγωγής «άλλου έργου», στρεβλού, από τα σχολεία φαίνεται να είναι ο τρόπος διδασκαλίας. Η διδασκαλία, εφόσον αποσκοπεί στην καθολική αναμόρφωση του ανθρώπου, στην καλλιέργεια ευρύνοων ανθρώπων, πρέπει να έχει σχέση με συγκινήσεις, εμπειρίες, αρχές και αξίες, νοητικούς συσχετισμούς και διαδικασίες που δεν μπορούν να τυποποιηθούν. Αδιάψευστος αρωγός η μέθοδος στην εκπαίδευση όμως, μήπως αναλωνόμαστε, οι λεγόμενοι εκπαιδευτικοί, σε αναλυτικά προγράμματα, καταμερισμό ύλης, ασκήσεις «εγκατάστασης» (σαν λογισμικό) στο μυαλό των μαθητών, θεωρημάτων, κανόνων, μεθοδολογιών επίλυσης συγκεκριμένων τύπων ασκήσεων με σκοπό την βαθμολογική απόδοση τους και ξεχνάμε … τον βασικό σκοπό.

Ξεχνάμε να κοιτάξουμε πόσο ευτυχισμένος είναι ή θα γίνει ο αγαπημένος μας μαθητής από αυτή τη διαδικασία. Πόσα πραγματικά εφόδια αποκτά; Πόσο καλά ασκείται στο να γίνει σήμερα λύτης σχολικών προβλημάτων επί χάρτου και αυριανός λύτης προβλημάτων στη ζωή; Πόσο μαθαίνει να αγαπά και να εκτιμά τη γνώση όταν αυτή του προσφέρεται πειθαναγκαστικά, ως μέσο για επαγγελματική αποκατάσταση, κοινωνική καταξίωση και προβολή, οικονομική –ούτε καν εξασφάλιση αλλά- υπερέκταση;

Αλλά και εάν καταφέρουμε να δομήσουμε εκείνο το νέο άνθρωπο με την μέγιστη τεχνικά επιστημονική κατάρτιση, χωρίς όμως την αναμενόμενη πνευματική καλλιέργεια, θα έχουμε αποκτήσει ένα αξιολύπητο τέρας. Ανίκανο να διαισθάνεται και να συναισθάνεται τις ανάγκες άλλων ανθρώπων, ανίκανο να πιστέψει ότι ο κόσμος δε γυρίζει γύρω του ή δε φτιάχτηκε γι΄αυτό. Φορώντας νοερά την τήβεννο της ορκωμοσίας συνεχώς, να νομίζει ότι η ζωή του οφείλει περισσότερα από ότι στους άλλους ανθρώπους. Ανίκανο να αγαπήσει ό,τι δεν έχει ταμειακή αξία, ανίκανο να υπηρετήσει, παρά μόνο να εξυπηρετήσει, την ίδια του την επιστήμη. Θα έχουμε πετύχει μια επιστημονική παρωδία.

Συνήθως όμως φαίνεται να μην καταφέρνουμε ούτε αυτό. Με τις δικαιολογίες ή αιτιολογίες της ογκώδους διδακτέας ύλης, των πολλών και σύνθετων απαιτήσεων της σύγχρονής ζωής, των χαμένων διδακτικών ωρών και άλλων τέτοιων, καταλήγουμε να φιμώνουμε τη φωνή και τον αυθορμητισμό των μαθητών. Καταργείται το πρόσωπο τους.

Τους αφαιρούμε το λόγο στη χρονοκονσέρβα της διδακτικής ώρας. Τους εκπαιδεύουμε να έχουν άποψη μόνο όταν έχουν τη βεβαιότητα πως θα θεωρηθεί σωστή. Να σηκώνουν χέρι μόνο όταν θα πουν κάτι σωστό. Το λάθος δε συγχωρείται. Στη λογοτεχνία να ξέρει τι θέλει να πει ο ποιητής και όχι τι σημαίνει για τον ίδιο το ποίημα και στη φυσική… λάθος πράξεις; Ας πρόσεχες! Το αποτέλεσμα μετράει… Όλες οι ασκήσεις θα μελετούν ένα έστω κινούμενο σώμα σε κενό αέρος, αποστειρωμένο από τη μαγεία και την ποίηση της φυσικής … φυσικά ανυπόστατο.

Τα ανθρώπινα όντα είμαστε μοναδικά και ιδιαζόντως περίπλοκα. Σε μία εκκεντρική παρουσία μπορεί να κρύβεται μια μεγάλη διάνοια, εξίσου, με μία μεγάλη ανασφάλεια. Ένα κενό αγάπης. Ένας σιωπηλός μαθητής μπορεί να είναι η προσωποποίηση της πρόωρης σοφίας αλλά και η δήλωση της πρόωρης και απόλυτης παραίτησης από τη ζωή. Ο μαθητής που από την πρώτη στιγμή θα σου δηλώσει τη δυσφορία και την απέχθεια του για το σχολείο και το ρόλο σου μπορεί να κραυγάζει με αυτές τις λάθος λέξεις για ουσιαστική παιδεία και ο μειλίχιος και πειθήνιος απουσιολόγος να μην μπορεί, ή να μη θέλει, να δει τίποτα άλλο από το βαθμό επίδοσής του.

Βέβαια από τη λειψή αίγλη του σχολείου αφαιρείται και το τελευταίο στράγγισμα αυτής όταν οι ίδιοι οι γονείς το «στέλνουν» το παιδί σχολείο για να πάρει μόνο «το χαρτί», απαξιώνοντας έτσι ακόμα και την ονομαστική αξία του τίτλου αλλά και από τους εκπαιδευτικούς που κλείνουν το μάτι με κατανόηση στην παραπαιδεία, στις παράτυπες δικαιολογήσεις απουσιών και ένα σωρό άλλες παρατυπίες ένεκα καλής διάθεσης.

Φαίνεται ότι τα παιδιά ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς το «είναι» τους. Το μυαλό, την καρδιά και τη ψυχή μας. Ζητάνε από εμάς να βλέπουμε περισσότερα από τους υπόλοιπους ανθρώπους, να ξέρουμε περισσότερα, να είμαστε περισσότερα. Αλλά, ταυτόχρονα, θα καταλάβουν και θα συγχωρήσουν το «λιγότερα» όταν το μοιραζόμαστε μαζί τους, ως την αλήθεια μας, με αξιοπρέπεια, σιγουριά και ενθουσιασμό. Ίσως και μόνο αυτός ο ενθουσιασμός για το σχολείο, τη γνώση, τον αγαπημένο/ιερό μας μαθητή να είναι αρκετός, να είναι η ανοσοθεραπία, για να πυροδοτήσει την απευαισθητοποίηση στην αλλεργία για το σχολείο, τη γνώση, το βιβλίο.

Τις σκέψεις αυτές τις μοιράζομαι μαζί σας για να με βοηθήσετε με τις δικές σας ιδέες και παρατηρήσεις. Όσοι συνάδελφοι, περισσότερο ή λιγότερο έμπειροι, πρώην και νυν ταλαιπωρημένοι-αλλεργικοί ή όχι μαθητές, γονείς, έχετε κάτι να πείτε, παρακαλώ κάντε το. Όχι για μένα … για τους φουκαριάρηδες τους μαθητές μου…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Μεθύστε

Πρέπει νά 'σαι πάντα μεθυσμένος. Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία : εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα. Γιά νά μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου πού σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στη γῆ, πρέπει νά μεθάτε ἀδιάκοπα.
Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἣ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. Ἀλλὰ μεθύστε.
Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στά σκαλιὰ ἑνὸς παλατιού, στό πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιού, μέσα στή σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας, ξυπνάτε, μὲ τὸ μέθυσι κιόλα ἐλαττωμένο ἣ χαμένο, ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κῦμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, τὸ κάθε τί πού φεύγει, τὸ κάθε τί πού βογκά, τὸ κάθε τί πού κύλα, τὸ κάθε τί πού τραγουδά, ρωτῆστέ τί ὥρα εἶναι καὶ ὃ ἀέρας, τὸ κῦμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, θὰ σᾶς ἀπαντήσουν : «Εἶναι ἣ ὥρα νά μεθύσετε ! Γιά νά μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου, μεθύστε ˙ μεθύστε χωρὶς διακοπή! Μὲ κρασί, μὲ ποιήσή ή μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει» .

Από τα «20 πεζά κείμενα» του Charles Baudelaire, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Μια αιωνιότητα δίπλα σου

Βαμμένη. Νά σὲ φέγγει φῶς ἀρρωστημένο
Διψᾶς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Ἐδώ κοντά σου, χρόνια ἀσάλευτος νά μένω
ὡς να μοῦ γίνεις Μοῖρα, Θάνατος καὶ Πέτρα.

Από το "Τραβέρσο" του Νίκου Καββαδία, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Οι άνθρωποι του καλοκαιριού

Ὁ ξανθὸς κόσμος εἶχε ἕνα ὁμοιόμορφο μαύρισμα, ἤξερε τὸ μυστικὸ καὶ μαύριζε παντοῦ χωρὶς νά καίγεται. Ἔχει στό αἷμα του ὁ ξανθὸς κόσμος τὸ φυσικὸ μαύρισμα καὶ τὸ μεταδίδει ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, εἶναι ἡ κληρονομιά του στήν ἀνθρωπότητα. Ἔχει ἀναπτύξει τεχνικὲς ἀσύλληπτες, ἀπίστευτες μεθόδους πού παραμένουν ἄγνωστες. Δέν εἶναι μόνο τὰ λάδια, εἶναι ἐσωτερικὸ θέμα τὸ μαύρισμα, χρειάζεται νά προλαβαίνεις νά συντονισθεὶς μὲ τὸν ἑαυτό σου. Ἔχουν μόνο εἴκοσι μέρες γιά νά μαυρίσουν σωστὰ καὶ πρέπει νά μελετήσουν ἀπὸ κοντὰ τὸν ξανθὸ κόσμο, πρέπει ὁπωσδήποτε νά μάθουν τὸ μυστικὸ του.

[...] Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους γιατὶ δέν ἰκανοποιούνται μὲ τίποτα, δέν ἔχουν κανένα στόχο, ὁ κόσμος ἔχει φωτογραφηθεὶ χιλιάδες φορὲς κι ἐκεῖνοι ἐπιμένουν χωρὶς νά ξέρουν γιατὶ τὸ κάνουν, ἔρχονται κατὰ κύματα καὶ δέν ἐκτονώνονταί ποτέ, τοὺς πέρασε ἡ ἰδέα ὅτι ἂν φωτογραφίζεις ἀντὶ να χύνεις αἷμα, θὰ ἀπομακρυνθεὶ μιά γιά πάντα ὁ ὄλεθρος, ἀλλὰ πέφτουν ἔξω γιατὶ ἡ καταστροφὴ εἶναι πιὸ κοντὰ παρά ποτέ καὶ κανένα παχύρρευστο στρῶμα εἰκόνων δέν πρόκειται νά τήν ξορκίσει.

[...]Ἀκόμα καὶ τὸ αἷμα μπορεὶς νά τὸ χορτάσεις ἐνὼ τώρα δέν πρόκειται νά σταματήσουν ποτὲ νά βγάζουν φακοὺς ἀπὸ αὐτές τις ὁμοιόμορφες τσάντες, δέν πρόκειται νά σταματήσουν ποτὲ νά παίρνουν πόζες μπροστὰ στά μνημεῖα ἑνὸς πολιτισμοῦ πού εἶχε τουλάχιστον τὴν τύχη νά ταπεινωθεὶ καὶ κουράστηκε νά παριστάνει κάτι, δέν πρόκειται νά ὑποχωρήσουν ποτὲ γιατὶ ἔπαψαν νά ἔχουν ἐχθροὺς καὶ προσπαθοὺν νά ἀξιοποιήσουν τὸ χρόνο τοὺς. Παλεύουν μ' ἔναν ἀνύπαρκτο ἐχθρὸ κι ἀπλώνουν ἕνα παχύρρευστο στρῶμα εἰκόνων γιά νά ἀποδείξουν τὴν ὑπαρξή του, μάχονται ὥστε νά τὸν συλλάβουν καὶ να τὸν καθηλώσουν.

[...] Ὅταν χόρτασαν τὸ αἷμα σκέφτηκαν νά ἀξιοποιήσουν τὸ χρόνο τους, ἀγόρασαν ὁμοιόμορφες τσάντες καί τις γέμισαν μὲ φακούς. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τὸν Βοημοῦνδο, ἔρχονται καὶ φεύγουν, κάθε καλοκαίρι προσθέτουν νέες εἰκόνες στή συλλογὴ τους, τσουβαλιάζουν τις στιγμὲς γιά νά ἔχουν τὸ χειμῶνα νά δείχνουν ὁ ἔνας στόν ἄλλον. Ὅλο τὸ χειμῶνα δείχνουν ἀκινητοποιημένες στιγμὲς ὁ ἔνας στόν ἄλλον καὶ κανεὶς δεν πιστεύει τὸν ἄλλον, κοιτάζουν μὲ ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀδιαφορία ὁ ἔνας τις ἀκινητοποιημένες, βαλσαμωμένες στιγμὲς τοῦ ἄλλου κι αὐτὸ τοὺς κάνει να ἐπιστρέφουν ξανὰ καὶ ξανά, κάθε καλοκαίρι.

Απὸ τη «Γραμμή τοῦ ὁρίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου, εκδόσεις Εστία

Το καλοκαίρι πέρασε, οι ταξιδιώτες του επέστρεψαν, φέρανε φωτογραφίες, μαύρισαν ομοιόμορφα σε είκοσι μέρες, απόλαυσαν τις ξέγνοιαστες, δίχως εργασία μέρες, θυμήθηκαν πόσο όμορφη μπορεί να είναι η ζωή!

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος στο ασύγκριτο πεζογράφημά του, τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους. Το ξανθό γένος, οι τουρίστες από το Βορρά, διδάσκουν σε εμάς, την παγκόσμια κληρονομιά τους στην ανθρωπότητα, το ομοιόμορφο μαύρισμα. Λες και το να γυρίσεις μαυρισμένος από τις διακοπές σου αποτελεί απόδειξη αφενός μεν πως πήγες κάπου αφετέρου δε πως πέρασες καλά αφού εκπλήρωσες με αποδείξεις την αποστολή σου.

Έτσι συμβαίνει άνθρωποι να ταξιδεύουν κατά κύματα σε νησιά ή τουριστικά μέρη της υπαίθρου, χωρίς να κάνουν τίποτε άλλο από το να περιφέρουν τη μοναξιά τους. Μπορεί να ανάλωσαν ώρες σκληρής γυμναστικής όλο το χειμώνα, να κανόνισαν παρέα με δυο τρία ακόμη πρόσωπα που απλώς θα μοιράζονται ανάλαφρα το φραπέ στη παραλία και το ξενύχτι σε οποιοδήποτε μπαρ της κάθε Μυκόνου (μη δείχνουμε πως ήρθαμε και μόνοι μας...), να διάλεξαν έναν «ερωτικό» καλλίγραμμο σύντροφο με θητεία λίγων ημερών, (έτσι για να εκπληρώνουμε και τις ανάγκες μας) και επιτέλους πέτυχαν τον σκοπό κι αυτού του καλοκαιριού! Πέρασαν ωραία, φαίνονται σ’ όλους ευτυχισμένοι, δίχως να είναι, τι τα θες; Γύρισαν μαυρισμένοι κι αυτό αρκεί. Μόνοι μεν (όπως μόνον ο εαυτός τους το ξέρει), μαυρισμένοι δε.

Έλα όμως που πρέπει να φέρουνε κι αποδείξεις! Πρέπει να αναρτήσουν στις σελίδες του facebook τις ξέγνοιαστες στιγμές τους, να δουν όλοι πόσο ευτυχισμένοι, κάτω απ’ το αντηλιακό, υπήρξαν αυτό το καλοκαίρι, πόσο μόνοι δεν ήταν, πόσο δικό τους έγινε αυτό το καλοκαίρι!

Παγώνει όμως ο χρόνος; Ακινητοποιείται; Ο συγγραφέας είναι αποκαλυπτικός: «κάθε καλοκαίρι προσθέτουν νέες εικόνες στή συλλογή τους, τσουβαλιάζουν τις στιγμές για να έχουν το χειμώνα να δείχνουν ο ένας στον άλλον. Όλο το χειμώνα δείχνουν ακινητοποιημένες στιγμές ο ένας στον άλλον και κανείς δεν πιστεύει τον άλλον, κοιτάζουν με όλο και μεγαλύτερη αδιαφορία ο ένας τις ακινητοποιημένες, βαλσαμωμένες στιγμές του άλλου». Ερχόμενοι πίσω δεν είμαστε πλέον αυτοί που ήμασταν. Αυτό που γίναμε χωράει σε αυτές τις εικόνες που δείχνουμε στους άλλους για να τους πείσουμε πως είμαστε ευτυχισμένοι. Εικόνες που οι άλλοι κοιτάνε με αδιαφορία.

Ο χρόνος όταν δεν γίνεται βίωμα γίνεται φωτογραφία. Έτσι μπορεί να πηγαίνεις σε έναν προορισμό και να μην αλλάζεις σαν άνθρωπος. Το ό,τι πέρασες από εκεί να μην το μαρτυρά η αλλαγή σου αλλά μια μουμιοποιημένη φωτογραφία.

Το πρόβλημα είναι πως αυτό το δεχθήκαμε μόδα και στην πραγματικότητά μας. Μας αρέσει να ζούμε όπως δεν ζουν οι άλλοι γιατί έτσι συνεννοούμαστε μαζί τους και γινόμαστε αποδεκτοί από τους πολλούς. Ο εαυτός μας όμως θα παραμένει κομματιασμένος, θα γυρεύει νερό να πιει για σταθεί στα πόδια του κι εμείς θα τον εξαναγκάζουμε να περπατά ολοένα μέσα από την συνάφεια ενός τρόπου ζωής που μας επιβάλλουν οι άλλοι. Μπορεί να γυρίσουμε όλο τον κόσμο και να μείνουμε ίδιοι. Τραγικά ίδιοι...

Μέσα σε μια εποχή γνωρίζουμε νέους προορισμούς διακοπών λες κι έχουμε να αποδείξουμε σε κανέναν κάτι. Σαν να είμαστε αναγκασμένοι να φέρουμε φωτογραφίες και ενθύμια από τις διακοπές για να πιστοποιήσουμε πως περάσαμε από εκεί. Το μαύρισμα είναι αυτονόητο. Όπως και οι ιστορίες με γνωριμίες και μαγευτικούς προορισμούς που πρέπει να ακούσουν (αδιάφορα) οι άλλοι γιατί έτσι μόνο θα φανεί πως άξιζε που αλλάξαμε για λίγες μέρες την καθημερινότητά μας.

Ποιος μιλά για ταξίδια μέσα από ουσιαστικές σχέσεις με ανθρώπους; Ποιος κάνει λόγο για προορισμούς που τους ζεις και δεν ζεις σε αυτούς; Υπάρχει άραγε ένας μοναδικός τρόπος να αισθάνεσαι την πληρότητά σου μέσα από τα ταξίδια σου ή όλα τα κάνεις επειδή «πρέπει» να τα ζήσεις με το «σωστό» τρόπο που υπαγορεύει το δελτίο ειδήσεων κάποιου Star channel;

Τώρα που μπήκαμε πια στο εξίσου όμορφο Φθινόπωρο θα ήθελα να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου με έναν τελευταίο προβληματισμό για αυτούς τους ανθρώπους του καλοκαιριού. Το γεγονός πως περιμένουμε έναν ολόκληρο χρόνο για να ζήσουμε κάποιες μέρες όπως θα τις θέλαμε τι φανερώνει για την ποιότητα της ζωής μας; Ζούμε όπως θα θέλαμε όλο το χρόνο ή μόνο κάποιες μέρες το χρόνο; Γιατί;

Αφού σας αφήσω να αξιολογήσετε μόνοι την προσωπική σας απάντηση θα ήθελα να ευχηθώ σε όλους «καλό χειμώνα» και καλή συνέχεια σε ό,τι όμορφο ανακαλύψατε αυτό το καλοκαίρι ή ό,τι ομορφότερο ζήσατε ή αγωνιστήκατε να ζήσετε σε όλη τη διάρκεια του χρόνου!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Η ιστορία ενός διαζυγίου

Την εβδομάδα μετά το Δεκαπενταύγουστο έμαθα τυχαία πως μια πολύ καλή μου φίλη προχώρησε σε διαζύγιο με τον άντρα της. Για τις ανάγκες της ανωνυμίας θα ονομάσω Αθανασία τη φίλη μου και Μιχάλη τον σύζυγό της. Η Αθανασία λοιπόν κι ο Μιχάλης είχαν παντρευτεί μετά από έναν θυελλώδη έρωτα που ξεκίνησε στα τελευταία λυκειακά τους χρόνια. Έκαναν τρία παιδιά για τα οποία χαίρονταν πολύ και συνέχιζαν να απολαμβάνουν ο ένας τη συντροφιά του άλλου. Στους γύρω μας τουλάχιστον, η εικόνα που έδιναν ήταν ενός ευτυχισμένου ζευγαριού, με τις μικροεντάσεις τους ωστόσο, που όμως τις απορροφούσαν με ζηλευτή ικανότητα. Επιτυχημένοι επαγγελματίες, ισορροπημένες προσωπικότητες, άξιοι γονείς.

Δεν μπορούσα να χωνέψω αυτή την είδηση και ήθελα να εξακριβώσω εάν μεταξύ τους η Αθανασία κι ο Μιχάλης είχαν εξαντλήσει όλα τα περιθώρια λύσης του προβλήματος που τους οδήγησε σε μια τόσο ριζική απόφαση. Δίχως δεύτερη σκέψη συναντήθηκα με τη φίλη μου προσπαθώντας, έστω και από τη μια πλευρά, να καταλάβω το τι συνέβη.

«Τι τα θες» μου είπε. «Είναι να μην αφήσεις να μπει σκόνη από τις ρωγμές που δεν έκλεισες. Τότε αρχίζει ο καθένας και λειτουργεί για τον εαυτό του εγωιστικά. Όλα τα άλλα είναι δικαιολογίες». Έφυγα αρκετά στεναχωρημένος μιας και κατάλαβα πως η οδός αυτή ήταν τελεσίδικη. Δεν μπορούσα να ησυχάσω. Με το που γύρισα σπίτι την κάλεσα στο τηλέφωνο. Μεταφέρω, με τη συγκίνηση και την ιερότητα που αποκαλύφτηκαν σε μένα καλά κρυμμένα μυστικά, το σημαντικότερο μέρος του διαλόγου με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια απ’ όσα θυμάμαι κι όσα συγκράτησα. Έχει να πει σε όλους μας πολλά:

- Όταν λες «σκόνη» που μπήκε ανάμεσά σας, εννοείς ένα τρίτο πρόσωπο;
- Όχι βέβαια. Η «σκόνη» είναι κάτι που συσσωρεύεται με το χρόνο. Είναι το πρώτο λάθος που αφήνεις αδιόρθωτο, η πρώτη λάθος εντύπωση που επιτρέπεις στον άλλον να έχει για εσένα, οι ψεύτικες προσδοκίες με τις οποίες του γεμίζεις το μυαλό, η λάθος εικόνα που καλλιεργείς, οτιδήποτε τέλος πάντων χρειάζεται να το αλλάξεις κι εσύ το αφήνεις ίδιο. Κι αυτό μαζεύεται και μαζεύεται ώσπου δεν μπορείς να δεις πλέον το πρόσωπο του αγαπημένου σου αλλά τα βουνά από τις αβλεψίες σας.

- Κι αν ο Μιχάλης ή εσύ δεν μπορούσατε να τα δείτε;
- Δεν ισχύει αυτό. Όταν ένας από τους συζύγους διαπιστώνει τη διαφορετικότητα του άλλου που δεν περίμενε ή δεν υποπτευόταν καν, έχει χρέος πρώτα να την αναγνωρίσει κι έπειτα να την κατανοήσει. Εγώ κι ο Μιχάλης νομίζαμε πως έχουμε μόνο εμείς δίκιο. Έτσι κλείνεσαι σιγά σιγά στον εαυτό σου και νομίζεις πως ο άλλος έχει πάντα άδικο σε ό,τι κι αν κάνει. Γίνεσαι προκατειλημμένος απέναντί του. Και λίγο λίγο με τον καιρό απομακρύνεσαι.

- Δεν τον αγαπάς όμως ακόμη; Έστω κι αν τον νιώθεις τόσο μακριά δεν υπάρχει επιστροφή;
- Εμείς δεν το νιώσαμε. Όταν κάποια πράγματα έχουν ριζώσει μάσα σου δεν βγαίνουν αν δεν προσπαθήσεις να τα ξεριζώσεις όσο είναι μικρά. Μετά είναι αργά. Αυτές οι εντυπώσεις σού γίνονται συνήθεια και μετά τρόπος συμπεριφοράς. Βίωμα. Κι έτσι μαθαίνεις να αντιμετωπίζεις τον άλλον με ένα συγκεκριμένο κάθε φορά τρόπο.

- Γιατί όμως δεν τα ξεριζώνεις όσο έχουν μικρές ρίζες; Δεν τον αγαπάς τον άλλον; Εσύ έλεγες πάντα πως ο Μιχάλης ήταν για σένα απαραίτητος.
- Αυτό είναι το λάθος. Ο σύζυγός σου δεν σου δίνει καμιά ταυτότητα εάν εσύ πρώτα δεν την έχεις κατακτήσει. Περίμενα εγώ από αυτόν κι αυτός από εμένα για να δικαιολογήσουμε την επιτυχία στη ζωή μας. Να νιώθω τέλεια που τον έχω δίπλα μου, να νιώθει δικαιωμένος που έχει εμένα. Ξέρεις όμως κάτι; Σε ένα γάμο μοιράζεσαι το υστέρημά σου, όχι κάτι που δεν έχεις. Το καταλαβαίνεις;

- Το καταλαβαίνω και είναι συγκλονιστικό αυτό που λες. Απορώ όμως πώς γίνεται κι όλα αυτά δεν τα διακρίνατε εξ’ αρχής και τα ανακαλύψατε τώρα μετά από τόσα χρόνια γάμου, με τρία παιδιά.
- Πρόσεχε. Δεν τα ανακαλύψαμε τώρα. Τώρα ήρθαν αυτά γιατί εμείς δεν κάναμε καμιά προσπάθεια να τα εμποδίσουμε. Η αγάπη είναι μια τέχνη που θέλει καλλιέργεια, κι εμείς ήμασταν τεμπέληδες και εγωιστές.

- Ναι, αλλά δε λένε πως στο γάμο ο ένας αναπληρώνει τον άλλον βοηθώντας τον να καλύψει τα υστερήματά του;
- Ίσα ίσα αυτό είναι αρρώστια στο γάμο και στη σχέση. Να τραβάει συνέχεια ο ένας όλο το κουπί κι ο άλλος να κάθεται και να απολαμβάνει τη θάλασσα στη συντροφιά του άλλου. Ξέρεις τότε τι γίνεται; Σε μια φυσιολογική σχέση όταν αυτός που τραβάει κουπί κουραστεί, ο άλλος είναι ανίκανος να τον αναπληρώσει και τότε η βάρκα βουλιάζει. Πρέπει και οι δυο να προσπαθούν και να αγωνίζονται. Κανόνας υγιούς σχέσης...

- Εσύ όμως δεν έλεγες πως ήσουν ευτυχισμένη στο γάμο σου; Δηλαδή τώρα έπαψες να είσαι και άφησες τον Μιχάλη;
- Αυτό είναι από τις πιο χαρακτηριστικές απάτες στο γάμο. Δεν χωρίσαμε με τον Μιχάλη γιατί πάψαμε να είμαστε ευτυχισμένοι. Αλίμονο. Όποιος είναι με κάποιον για να ζει ευτυχισμένος είναι ή ονειροπαρμένος ή εκτός πραγματικότητας. Το κρίσιμο είναι αν θες ό,τι ζεις να το μοιράζεσαι με τον άνθρωπο αυτόν. Και τις λύπες και τη χαρά και τη βαρεμάρα και τις περιόδους ευτυχίας. Να μοχθείς από κοινού και στις καλές και στις κακές στιγμές γιατί τον εμπιστεύεσαι, ξέρεις δηλαδή τι «πάστα ανθρώπου» είναι ο άλλος και νιώθεις αποδεκτός και ασφαλής να είσαι ο εαυτός σου μέσα σε αυτή τη σχέση. Να είναι στην ουσία για σένα ο άλλος αναντικατάστατος... πώς το λένε;

- Δεν ισχύει όμως πως από τη φύση μας μπορούμε να αγαπήσουμε πολλούς ανθρώπους, αν ήδη έχουμε αγαπήσει έναν;
- Δε μου λες τώρα, όταν μιλάμε για αγάπη ξέρουμε τι λέμε ή κοροϊδευόμαστε; Εσύ δε μου έμαθες αυτό της Αλεξίου;

- «Μια φορά η μοίρα μας μοιράζει φτερά, μια φορά και ύστερα ναυάγια και φθορά...δες κι εσύ κατάντησες σαν όλους κι εσύ η χρυσή της νιότης μου επανάσταση».
- Δεν αλλάζεις τελικά! Δε σου έχω πει να μη χρησιμοποιείς λόγια άλλων;

- Ναι Αθανασία μου, αλλά δε λέμε πως η αγάπη είναι κάτι που μοιράζεσαι με πολλούς κι όχι με έναν;
- Σε όλες τις άλλες σχέσεις ναι. Στη συντροφική όμως όχι. Δες το και πρακτικά. Αν πλησιάζεις τον άλλον για να νιώσεις εσύ ωραία, αγνοώντας τις ανάγκες του τον κάνεις αμέσως αντικείμενο. Κάτι κοινό για όλους, από όλους. Μπορείς εσύ να κάνεις τέτοια προσπάθεια με πολλούς ανθρώπους για να φτιάξεις μια σχέση. Χρειάζεται λοιπόν να βρεις και να εμπιστευτείς το σωστό πρόσωπο. Όλα τα άλλα έρχονται μόνα τους.

- Κι εσύ δηλαδή τώρα που χώρισες πιστεύεις πως δε θα ξαναγαπήσεις ή πως το κεφάλαιο τη συναισθηματικής σου ανάπτυξής σταμάτησε εδώ;
- Ποτέ μη λες ποτέ. Αστόχησα όμως στη σημαντικότερη επένδυση της ζωής μου. Έκανα λάθος γιατί δεν αγωνίστηκα να έχω αυτό που θα έπρεπε. Τώρα είναι αργά. Νιώθω πως ό,τι έζησα έζησα σε αυτό το επίπεδο. Πρέπει να διαχειριστώ πια ό,τι κράτησα από αυτά τα χρόνια.

- Σε τι να ελπίζω για να είσαι ευτυχισμένη;
- Είμαι ευτυχισμένη. Χώρισα γιατί «δεν πήγαινε άλλο». Χαρούμενη δεν είμαι. Μη με ρωτήσεις πώς θα γίνω. Απλά συνέχισε να με αγαπάς και αυτό αρκεί.

- Σε ευχαριστώ.
- Σε παρακαλώ μη τη ξαναπείς αυτή τη λέξη. Προσπαθώ να την ξεχάσω...

- Γιατί;;;
- Γιατί από τη στιγμή που χωρίζουν δυο άνθρωποι δεν υπάρχει πια «ευχαριστώ». Υπάρχει μόνο «θυμάμαι». Καλό βράδυ...
Ολόκληρη η ανάρτηση...