Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Οι στάχτες της Άντζελα

Γύρω από τα εξαντλημένα βιβλία στήνεται κάθε φορά ένας ιδιαίτερος μύθος. Ένας μύθος για να αναζητήσεις το έργο, να κάνεις την ερευνά σου, να έρθεις πολύ κοντά, να ελπίσεις πως το βρήκες, να διαψευστείς, να το κυνηγήσεις, να το ξαναψάξεις, κι έπειτα να έρθει η σπουδαία εκείνη ημέρα που θα το αποκτήσεις. Άξιζε τελικά όλην αυτή την προσπάθεια; Τον αγώνα, την ανησυχία, την φροντίδα και τις ελπίδες που ξόδεψες για το χατίρι του;

Οι στάχτες της Άντζελα είναι ένα από αυτά τα σπάνια βιβλία που δικαιωματικά μπορούν να δικαιολογήσουν κάθε σου κόπο να τα αποκτήσεις. Στην αρχή με είχε κεντρίσει η φράση του Μακ Κορτ στον πρόλογο από τον Δάσκαλο (έγινε και αντικείμενο μεταπτυχιακού ο αθεόφοβος, στη Θεσσαλονίκη) πως «αν δεν είχα γράψει τις Στάχτες της Άντζελας, θα είχα πεθάνει παρακαλώντας, Δώσε μου άλλον ένα χρόνο μόνο, Θεέ μου, άλλον ένα χρόνο μόνο, γιατί αυτό το βιβλίο είναι το ένα και μοναδικό πράγμα που θέλω να κάνω στη ζωή μου». Το μοναδικό πράγμα που ήθελε να κάνει κανείς στη ζωή του; Αυτό κι αν είναι σημαντικό. Και κάπως έτσι έζησα την απίθανη περιπέτεια ώσπου να το φέρω στα χέρια μου.

Ολοκληρώνοντάς το θεώρησα τον θαυμασμό μου πολύ φτωχό όπως και τις προσδοκίες μου μπροστά σε ένα έργο που από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα είναι μια έκπληξη. Μια έκπληξη μεστής καταγραφής αναμνήσεων, αστείρευτου χιούμορ, βαθιάς συγκίνησης και συμπύκνωσης της πιο όμορφης εποχής ενός παιδιού στα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του. Το βιβλίο περιλαμβάνει την εξιστόρηση των αναμνήσεων του Φρανκ Μακ Κορτ, που γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της εποχής της Μεγάλης Κρίσης από γονείς που είχαν πρόσφατα μεταναστεύσει από την Ιρλανδία και μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές του Λίμερικ της Ιρλανδίας. Η μητέρα του Άντζελα γίνεται η ηρωίδα του μιας και είναι πάντα απένταρη λόγω της φτώχειας και της ανικανότητας του πατέρα του Μακ Κορτ να φέρει χρήματα στο σπίτι όχι μόνο λόγω της ανεργίας αλλά και του ποτού που ξόδευε συνέχεια τα χρήματά του. Ο ίδιος μεταφέρει τα βιώματά του με την λεπτομέρεια ενός ανθρώπου που τα βλέπει από δίπλα. Υπάρχουν στις σελίδες του έργου δραματικές σκηνές που διαπλέκονται με χιουμοριστικές δίχως να μπερδεύουν τον αναγνώστη μιας κι η ίδια η ζωή είναι αυτή ακριβώς η ρόδα των ασταμάτητων αλλαγών.

Πολλές φορές χρειάστηκε να συγκινηθώ, να συμπονέσω τον μικρό Μακ Κορτ, άλλες τόσες να τον θαυμάσω και να του συμπαρασταθώ αλλά ποτέ δεν έφτασα το σημείο να πιστέψω πως οι δυσκολίες της ζωής, οι κοινωνικές αθλιότητες, η εξοντωτική φτώχεια, το κλίμα όλων αυτών των δυσκολιών θα ήταν ικανά να τον καταβάλλουν. Όπως και ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του κι ο ίδιος έτρεχε τόσο γρήγορα ανάμεσα στα προβλήματα του που δεν επέτρεψε να τον κερδίσουν ακόμη κι όταν τον οδήγησαν ένα βήμα πριν τον θάνατο. Τελειώνοντας θέλω να κρατήσω την ερώτησή μου για ποιον κατέγραψε όλες του τις παιδικές αναμνήσεις με αυτό τον εκκωφαντικά παραστατικό τρόπο ο σπουδαίος ιρλανδός συγγραφέας. Και ακόμη γιατί «οι στάχτες της Άντζελα»; Ως έμπρακτη απόδειξη ευγνωμοσύνης για όσους τον κράτησαν ζωντανό εκείνες τις δύσκολες μέρες; Για την ίδια τη μητέρα του πρώτα απ’ όλους; Νομίζω πως όχι, καλύτερα όχι μόνο. Το έγραψε για όλους εμάς, όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα παιδιά που τους αρέσει ή συνήθισαν να μιλάνε για δυσκολίες και προβλήματα δικαιολογώντας πολλά ή ρίχνοντας εκεί τις ευθύνες. Ο Μακ Κορτ αντιστρέφει με τη διάθεση του παιδιού που θυμίζει θεό αυτή την πορεία. Πίσω και μέσα στα προβλήματα είμαστε εμείς, εσύ, εγώ ο καθένας μας και χρειάζεται να προσπαθούμε αντί να κλαίμε. Θα νικήσουμε τα προβλήματα, ζώντας τα και ξεπερνώντας τα όχι κρύβοντάς τα στο περιθώριο και αφήνοντάς τα να στοιχειώνουν τη ζωή μας. Λίγο εύθυμη διάθεση βοηθά πάντα σε αυτέ στις περιπτώσεις. Ο μικρός Φρανκ τουλάχιστον το ήξερε καλά αυτό.

Και κάτι τελευταίο: Εάν οι «στάχτες της Άντζελα» αποδείχτηκε τόσο θαυμάσιο ανάγνωσμα (βαφτίστηκε κλασσικό πια) άραγε τι συγκινήσεις μας περιμένουν στον «Δάσκαλο»;

Οι «στάχτες της Άντζελα» του Φρανκ Μακ Κορτ κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Λιβάνη και Scripta
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Η πτώση

Διαβάζοντας διάφορες κριτικές για την Πτώση του Καμύ συνειδητοποίησα πως πιθανότατα εγώ είχα διαβάσει άλλο βιβλίο. Τη πρώτη στιγμή απόρησα, έπειτα χάρηκα. Το βιβλίο εννοείται δεν είναι γραμμένο για τον συγκλονιστικό μονόλογο του πετυχημένου Γάλλου δικηγόρου Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς, ενός αλαζόνα νάρκισσου που σε κάθε σελίδα μιλά για την αντίληψη από ψηλά ενός κόσμου σε όλα υποδεεστέρου του. Η διήγηση περιστρέφεται σε μια αναδρομική πτώση από μια γέφυρα μιας κοπέλας την οποία ο ήρωας δεν βοήθησε. Αλίμονο! Ο Καμύ θα ήταν ένας συγγραφέας σαν τους πολλούς εάν έμενε σε έναν τέτοιον μονόλογο. Δεν το καταλαβαίνω. Για μένα ο μονόλογος του βιβλίου, δανείζεται τα χείλη του Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς αλλά στην πραγματικότητα είναι αυτός ο ίδιος μονόλογος του διαβόλου. Η πτώση είναι όχι αυτή της κοπέλας που βούτηξε στα νερά του παγωμένου ποταμού αλλά την πτώσης ενός αγγέλου από τον Παράδεισο, μιας εκούσιας κίνησης, που έκανε έναν άγγελο, τον δαίμονα.

Οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο νομπελίστας Καμύ είναι χαρακτηριστικές αυτού του δαιμονικού πνεύματος. Αλαζονεία, απέχθεια σε κάθε ανθρώπινο, λυσσαλέα αυτό εξασφάλιση, εγωιστική περιχαράκωση, ένας ηθικά απογυμνωμένος ήρωας που δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί τον καθένα και το κάθε τι μόνο και μόνο γι ανα δικαιολογεί το γεγονός πως υπάρχει. Καμία κοινωνία, καμία λύπηση ή έστω συναίσθημα οίκτου ακόμη κι όταν η νεαρή κοπέλα βουτά στη λίμνη. Το δαιμονικό στοιχείο, γνώριμο στην προσωπικότητα του καθενός μας, δίπλα στο αγγελικό αναγνωρίζεται σε όλες τις περιπτώσεις που η σκέψη μας γλιστρά σε συμπεριφορές του Κλαμάνς που θυμόμαστε ως γνώριμες. Ο καθένας κι ο άγγελος, ο καθένας και ο δαίμονας του καθώς λένε.

Υπάρχουν δυο εξαιρετικά σημεία στην ανάγνωση του βιβλίου που δεν τα παραθέτω ολόκληρα λόγω έκτασης χώρου. Στο πρώτο ο ήρωας κάνει μια σκέψη για το πώς αναγνωρίζει τους ανθρώπους που του ανήκουν, αυτοί που κατά κάποιον τρόπο είναι δικοί του. Παραδέχεται πως αυτοί είναι όσοι περιστρέφονται γύρω από την πραγματικότητα του εαυτού τους ως αξία. Χρησιμοποιεί μάλιστα ένα έξυπνο όρο που με κέντρισε. Το λέει «αυτοαναφορικότητα» λέγοντας πως οι άνθρωποι αυτοί νομίζουν πως όλα κινούνται γύρω τους, εάν τους ρωτήσεις για προβλήματα θα ξεκινήσουν από τα δικά τους πιστεύοντας πως όλος ο κόσμος κι η παγκόσμια ιστορία τους χρωστά κάποια ωφελούμενα λόγω του μοναδικού και σπάνιου χαρακτήρα τους! Παρακάτω σημειώνει για τον τρόπο με τον οποίο καταφέρνει να αναπαύει τους λογισμούς όσων θέλουν να φύγουν από την επιρροή του. Υποστηρίζει λοιπόν πως σε αυτή την περίπτωση αφαιρεί από τη σκέψη των ανθρώπων την έννοια του αγώνα και τους οδηγεί να δικαιολογήσουν κάθε σφάλμα ως αδυναμία, ως δύναμη της φύσης που δεν μπορούν να αντιπαλέψουν και δικαιολογούν πάντα πολύ εύκολα. Ο δικός μου είναι εκεί όπου απουσιάζει ο αγώνας, ισχυρίζεται ο δικηγόρος Κλαμάνς, ή ο ίδιος ο διάβολος κατά τη δική μου κρίση.

Η «Πτώση» του Αλμπέρ Καμύ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Γι' αυτό το αύριο που δεν θα έρθει ποτέ...

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν' απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατέβουμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας... Όλα, όλα, Σαλονικιέ, τ' αφήνουμε γι' αυτό το αύριο που δεν θα έρθει ποτέ...

Από το έργο: Χαμογέλα ρε,… τι σου ζητάνε; Του Χρόνη Μίσσιου, εκδόσεις Γράμματα
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Libertà o Morte (ή αλλιώς πώς έμαθα κολύμπι)

Η Μanarola είναι ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό στη Σικελία. Βρέθηκα εκεί πριν από κάποια χρόνια, όταν είχα πάει για καλοκαιρινές διακοπές και για να ξαναδώ κάποιους αγαπημένους φίλους που με συνέδεαν με το πιο παλιό χωριό των Cinque Terre. Στο παρελθόν υπηρέτησα με απόσπαση σε μια μεγάλη πόλη της Ιταλίας και είχα εκεί έναν μικρό κύκλο γνωριμιών, ενώ με κάποιους διαλεχτούς κάναμε τακτικά και κάποιες μικρές και μεγάλες εκδρομές.

Το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του αλλά η γλύκα των θερινών διακοπών είχε κρατήσει τους τελευταίους της χυμούς. Το χωριό είναι από τα πλέον γραφικά σε ολόκληρη τη Σικελία, διάσημο τόσο για το τοπικό κρασί, το Sciacchetrà που παράγουν οι ντόπιοι στους τοπικούς αμπελώνες, όσο και για τις εξαιρετικής ομορφιάς παραλίες που περιστοιχίζουν το χωριό.

Ήταν Κυριακή απόγευμα και την επόμενη μέρα θα φεύγαμε. Μαζί μου ήταν δυο νεαρά ζευγάρια, όλοι Ιταλοί, ξεχωριστοί, αγαπημένοι μου μαθητές από το σχολείο που υπηρετούσα παλιότερα. Εκείνοι ήταν πλέον φοιτητές, απολάμβαναν την υπέροχη ανέμελη περίοδο της φοιτητικής ζωής, είχαν ένα θαυμάσιο και πολλά υποσχόμενο μέλλον εμπρός τους να ζήσουν, ένα μέλλον που ήταν απλωμένο στα πόδια τους κι όλο δικό τους. Ο Lorenzo, ο ένας από τους αγαπημένους μου μαθητές είχε μόλις βγει από τη θάλασσα και έκανε νόημα στην κοπέλα του την Silvana να του πετάξει μια πετσέτα.

- Ε, συ δάσκαλε γιατί δε βουτάς; Το νερό είναι υπέροχο, perfetto…

Τον κοίταξα χαμογελώντας. Το κολύμπι αποτελούσε εκείνα τα χρόνια για μένα μια υπόθεση γέλιου και δράματος. Λόγω ενός τραυματικού επεισοδίου, παρ’ ολίγον πνιγμού στην παιδική μου ηλικία, δεν κατάφερα να μάθω κολύμπι όσο ήμουν μικρός. Όσοι κατά το παρελθόν είχαν προσπαθήσει να με μάθουν να κολυμπώ είχαν αποτύχει ή αποθαρρυνθεί. Να μάθεις σε ένα παιδί κολύμπι πάει στο καλό, σε έναν μεγάλο όμως, δεν είναι και το πιο εύκολο, ιδίως όταν αυτός είναι κακός μαθητής. Και κάπως έτσι άπλωνα για ηλιοθεραπεία τα χρόνια μου δίχως να τολμώ να τα βουτήξω στη θάλασσα. Κι αυτά πλήθαιναν. Είχα πλέον συνηθίσει. Με ενοχλούσε αλλά το είχα πλέον μάθει. Ίσως και να είχα πειστεί πως δεν θα μάθαινα ποτέ να κολυμπώ και τα υγρά ταξίδια θα έμεναν απλά όνειρα.

- Δε νομίζω… δάσκαλε δε νομίζω να μη ξέρεις να κολυμπάς…niente; Ακούστηκε ο άλλος μου μαθητής ο Marco από την διπλανή ξαπλώστρα.

Η Rafaela, η αγαπημένη απουσιολόγος εκείνης της τάξης όρθωσε το κορμί της κι έβγαλε αργά τα μεγάλα γυαλιά ηλίου που έκρυβαν τα υπέροχα μάτια της. Με κοίταξε και στο πρόσωπο της μαζεύτηκαν όλες οι απορίες που δεν είχε ως μαθήτρια. Καλά κύριε είναι δυνατόν; Non sarà immergersi;

- Όχι, της απάντησα, Rafaela, δεν θα βουτήξω.

Εκείνη την ώρα η Silvana πέταξε την πετσέτα στον Lorenzo και στράφηκε σε μένα. Γι’ αυτό κάθε μέρα βγαίνετε τόσο γρήγορα; Come circa ora ...

Ο Marco κάθισε δίπλα μου. Perché;

- Perché, δεν έχει Marco. Μη με ρωτάς. Απλά δεν έμαθα, δεν έτυχε να μάθω. Δεν κατάφερα να μάθω. Δεν είχα τους κατάλληλους δασκάλους, άσε που κι εγώ ήμουν κακός μαθητής.

- Chiunque;

- Κανείς μικρή μου Silvana. Έτσι είναι η ζωή, δεν μπορείς να τα έχεις όλα…

- Κι εσείς; Εσείς δε θέλατε να μάθετε; Δεν σας αρέσει το κολύμπι;

- Πολύ Marco, απάντησα. Πάρα πολύ. Δεν μπορώ όμως, είναι απλό.

Οι τέσσερις νέοι κοιτάχτηκαν αμέσως σαν να ήταν συνεννοημένοι. Ο Lorenzo χαμογέλασε και μίλησε πρώτος.

- Σκέφτεστε αυτό που σκέφτομαι; Οι άλλοι ανταπέδωσαν εν είδει συνεννόησης το χαμόγελο κουνώντας το κεφάλι. Η Rafaela μού πρότεινε το χέρι της. Κύριε, καιρός να σας διδάξουμε εμείς. E 'il momento !

Δεν κατάλαβα ποια ώρα είχε έρθει αλλά στη συγκινητική παρότρυνση των αισιόδοξων νέων είχα έτοιμη την πικρή πείρα του παρελθόντος.

- Το έχω ξανακούσει αυτό! Δυστυχώς όμως δεν έγινε τίποτα. Πόσοι και πόσοι απογοητεύτηκαν μαζί μου. Μην ασχολείστε, δεν θα είστε οι μόνοι…

– Κύριε είπε ο Marco, σειρά σας να μας εμπιστευτείτε. Υπάρχει ο σωστός τρόπος, έτσι δεν είναι; Οι χίλιοι τρόποι αποτυχίας στο παρελθόν δεν αποκλείουν την επιτυχία της χιλιοστής πρώτης προσπάθειας έτσι δεν λέγατε;

- Τώρα τι να του απαντήσω; Να φανώ ανακόλουθος με τα όσα τους έλεγα; Έτσι είναι Marco, μόνο που …

- Φοβάστε κύριε; Ακούστηκε η φωνή της Silvana.

- Όχι μικρή μου δεν φοβάμαι απλά, έχω μάθει να ζω με αυτό.

- Καιρός να ξεμάθετε απάντησε δυνατά ο Lorenzo παρασύροντας σε μια κραυγή επιδοκιμασίες τους συνδαιτημόνες του. Θυμάστε που μιλούσαμε για τον καθημερινό θάνατο πριν τον θάνατο της μιας φοράς; Θυμάστε που είχαμε πει πως κανείς ή θα είναι ελεύθερος ή νεκρός; Τι θέλετε εσείς; Ελευθερία ή θάνατο;

Στο μυαλό μου άστραψαν τα λάβαρα του 21, Ελευθερία ή θάνατος! Επανάσταση! Μα είναι δυνατόν στις μέρες μας συνθήματα του 21; Κι όμως άλλος τρόπος να γίνει ο φόβος παρελθόν δεν υπήρχε. Έπρεπε η ελευθερία να νικήσει τον θάνατο, τον φόβο που παραλύει και νεκρώνει ζωές που νεκρώνει επιθυμίες και λαχτάρες, ακόμη κι αν αυτές είναι τόσο αθώες όσο να μάθει κανείς να κολυμπά.

Με μια βιαστική κίνηση η Rafaela με τράβηξε από τη ξαπλώστρα μου και έκανε νόημα στον Marco να με οδηγήσουν στο μικρό παλιό λιμανάκι του χωριού, λίγα μέτρα πιο πέρα. Εκείνη η τοποθεσία ήταν πλέον ερημική μιας και το νέο λιμάνι του χωριού είχε χτιστεί σε μια άλλη τοποθεσία, από την άλλη πλευρά του μικρού βουνού.
- Κύριε την βλέπετε την προβλήτα; Από εκεί πρέπει να πηδήξετε!

- Να κάνω τι;

- Να πηδήξετε, saltare, πώς το λέτε;

- Saltare, ναι να πηδήξω, μια λέξη είναι αλλά…

- αλλά δεν έχει αλλά, σιγά το ύψος˙ και μέσα που θα πέσετε θα πατώνετε. Μια ιδέα είναι κύριε.

- Μια ιδέα;

- Μια ιδέα. Ο Marco έπιασε τον ώμο μου. Κύριε, θυμάστε τι μας λέγατε για αυτόν που νικάει τον φόβο του;

- να τον αντιμετωπίζει κατάματα.

– ακριβώς αυτό. Ένας φόβος είναι, ένας ηλίθιος φόβος και μόνο. Αντιμετωπίστε τον. Βουτήξτε!

- Και βοήθεια; Ένα σωσίβιο, κάποιος δίπλα μου;

- Η Silvana κούνησε εμφατικά τα χέρια της: nessuno, κανείς απάντησαν κι οι άλλοι. Δεν είστε στο Baywatch κύριε, εσείς κι η θάλασσα μόνο…

Έπρεπε να βουτήξω. Για μια στιγμή γύρισα το βλέμμα μου στα καταγάλανα πανέμορφα σικελικά νερά, λες να είναι αυτή η τελευταία εικόνα πριν πνιγώ; Και γιατί να πνιγώ; Είναι τόσο όμορφη η ζωή! Γύρισα έπειτα τα μάτια μου στους νέους. Τους ζήλεψα. Έτσι πρέπει να μετρά τελικά κανείς τους φόβους του. Με την σιγουριά και την αψηφισιά των νέων. Ελεύθερος ή νεκρός; Ο τρόπος δίνει την απάντηση. Βαρέθηκα, κουράστηκα να φοβάμαι. Αν κάποιος πρέπει να πεθάνει για να μάθω κολύμπι, αυτός είναι ο παλιός μου εαυτός, ο δειλός, ο γεμάτος ανασφάλειες μαθητής που συνηθίζει να φοβάται αντί να χαίρεται. Ελεύθερος να χαίρομαι να κολυμπώ ή νεκρός στη ξαπλώστρα μου να βλέπω τους άλλους να κολυμπάνε και να ζηλεύω;

- Saltare κύριε, saltare…

- «Saltare»! Αυτό ήταν λοιπόν! Έπρεπε να βουτήξω. Ο φόβος ή θα παρέμενε φόβος ή θα έπαιρνε διαζύγιο από τα άνυδρα στοιχειωμένα μου χρόνια την ώρα που με μια απογευματινή βουτιά από την προκυμαία του παλιού λιμανιού της Manarola θα βουτούσα στα σικελικά νερά. Γέλασα για λίγο, ψιθύρισα στον εαυτό μου πως μετά από αυτή τη βουτιά όλα θα είναι διαφορετικά κι έκανα μια θεατρική κίνηση πως ετοιμάζομαι για μια θεαματική βουτιά.

O Lorenzo με σταμάτησε. -Κύριε, felicimente, με χαρά, τώρα θα μάθετε να κολυμπάτε! Δεν αξίζει ένα χαμόγελο μια τέτοια στιγμή;

Ναι, μικροί μου πολύτιμοι δάσκαλοι, στ’ αλήθεια εκείνη η στιγμή που αντιπαλεύεις πρόσωπο με πρόσωπο έναν μεγάλο σου φόβο όχι για να τον νικήσεις μόνο αλλά για να κατακτήσεις αυτό που ονειρεύεσαι, ναι, ένα χαμόγελο τουλάχιστον το αξίζει. Τα περασμένα πολλά χρόνια της άνυδρης ζωής μου θα έπαιρναν πανηγυρικά εκδίκηση! Στα χρόνια που ακολούθησαν απορώ κάθε φορά που το σκέφτομαι πόσο κουτό ήταν να μην διακινδυνεύσω να μάθω κάτι τόσο απλό και συνάμα όμορφο παρά περίμενα έξωθεν βοήθεια από ανθρώπους που εύκολα αποθαρρύνονταν κι από έναν εαυτό που δύσκολα κι άκοπα τολμούσε. Εγώ κι ο φόβος μου λοιπόν!

Δε θυμάμαι πια τι σκεφτόμουν εκείνη την ώρα της θεαματικής μου πρώτης βουτιάς˙ θυμάμαι όμως καλά δυο πράγματα. Την απερίγραπτη ομορφιά από τέσσερα ιταλικά νεανικά χαμόγελα απλωμένα σε ένα πανέμορφο σικελικό παραθαλάσσιο χωριό και μια κραυγή αγάπης και σιγουριάς που συνόδευσε τα δυο δευτερόλεπτα από την απογείωσή ως τη βουτιά μου στη θάλασσα. Libertà o Morte κύριε… Libertà o Morte…

Ολόκληρη η ανάρτηση...