Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Θα πετάξεις, Καλότυχη

[Ο Ζορμπάς είναι ένας μαύρος και πελώριος και χοντρός γάτος που υποσχέθηκε σε έναν θηλυκό γλάρο που ξεψυχούσε πως θα προστατεύσει το αβγό της και θα βοηθήσει το γλαρόπουλο να μάθει να πετάει...Ο Ζορμπάς εκπλήρωσε τελικά την υπόσχεσή του. Και η γλαροπούλα Καλότυχη έμαθε να ανοίγει τα φτερά της και να πετάει ψηλά!]

Ο Ζορμπάς έφτασε μ' ένα σάλτο στο προστατευτικό κιγκλίδωμα του καμπαναριού. Από κάτω, τ' αυτοκίνητα έμοιαζαν σαν έντομα με μάτια αστραφτερά. Ο άνθρωπος κρατούσε το γλάρο στην αγκαλιά του.
"Όχι! φοβάμαι! Ζορμπά! Ζορμπά!" έκρωζε η Καλότυχη, τσιμπώντας τα χέρια του ανθρώπου.
"Περίμενε" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Ασ' την πάνω στο κάγκελο".
"Δεν είχα στο νου μου να την πετάξω" είπε ο άνθρωπος.
"Θα πετάξεις,, Καλότυχη" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Πάρε μια βαθιά εισπνοή. Μύρισε τη βροχή. Η βροχή είναι νερό. Στη ζωή σου θα συναντήσεις πολλούς λόγους για να είσαι ευτυχισμένη - ένας από αυτούς λέγεται νερό • ένας άλλος, άνεμος• κι ένας άλλος, ήλιος, κι αυτός ο ήλιος εμφανίζεται πάντα σαν αντιστάθμισμα μετά τη βροχή. Μύρισε τη βροχή. Άνοιξε τα φτερά".
Η γλαροπούλα άπλωσε τις φτερούγες της. Οι προβολείς την έλουζαν στο φως, κι η βροχή τής έλουζε με πέρλες τα φτερά. Ο άνθρωπος κι ο γάτος την είδαν να υψώνει το κεφάλι με τα μάτια κλειστά.
"Η βροχή! Το νερό!" έκρωξε. "Μ' αρέσει!"
"Τώρα θα πετάξεις" νιαούρισε ο Ζορμπάς.
"Σ' αγαπώ. Είσαι ένας θαυμάσιος γάτος" έκρωξε η Καλότυχη, πλησιάζοντας την άκρη του κάγκελου.
"Τώρα θα πετάξεις" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Όλος ο ουρανός θα'ναι δικός σου".
"Δε θα σε ξεχάσω ποτέ....[...]
"Πέτα!"νιαούρισε ο Ζορμπάς [...]
[...]
"Πετάω, Ζορμπά! Μπορώ και πετάω!" έκρωξε τρισευτυχισμένη από την απεραντοσύνη του γκρίζου ουρανού.
Ο άνθρωπος χάιδεψε το σβέρκο του γάτου.
"Εντάξει, γάτε. Τα καταφέραμε" είπε αναστενάζοντας.
"Ναι" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Στο χείλος του γκρεμού κατάλαβα το πιο σημαντικό".
"Α, ναι; Και τί είναι πιο σημαντικό;" ρώτησε ο άνθρωπος.
"Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει" νιαούρισε ο Ζορμπάς.

Luis Sepúlveda, «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει», εκδόσεις Opera
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Η χειρότερη φυλακή

Δεν υπάρχει χειρότερη φυλακή απ' το φόβο να μην πληγώσουμε κάποιον που μας αγαπά.

Από το "Η σοφία του Ρίλκε" του. Ρ.Ρ. Ρίλκε, εκδόσεις Πατάκη Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Ο δεύτερος θάνατος – και οριστικός – του Ι. Καμπανέλλη

Πηγή: sanejoker.info

Δεν είχα σκοπό να γράψω κάτι για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, μέχρι που διάβασα ότι λίγες μέρες πριν από αυτόν είχε «φύγει» η σύζυγος του. Μόνο εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί ο Καμπανέλλης σταμάτησε να αναπνέει.

Τον είχα συναντήσει πριν πολλά χρόνια, όταν δούλευα σερβιτόρος στο Ραντεβού, μια καφετέρια της Νάξου. Ήταν Αύγουστος και ο Καμπανέλλης με τη σύζυγο του στριμώχτηκαν σε ένα ακριανό τραπέζι, χωρίς να ζητήσουν ιδιαίτερη μεταχείριση. Ο Γιάννης, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, που με ήξερε και με καταλάβαινε, με ρώτησε αν ήθελα να σερβίρω τον Καμπανέλλη. Αμέσως ξέχασα ότι δούλευα. Δεν το θυμάμαι, αλλά είμαι σίγουρος ότι είχα αρχίσει να τρέμω. Πήγα την παραγγελία στο τραπέζι περιμένοντας να δω έναν κολοσσό, έναν άγιο με φωτοστέφανο, έναν πληθωρικό άνθρωπο των τεχνών, σαν τον Κατσίμπαλη ή σαν τον Όρσον Ουέλς. Βρήκα ένα γηραιό ζευγάρι που συζητούσε χαμηλόφωνα λες και φοβόταν μη ενοχλήσει τις ορδές των Ελλήνων που βρυχιόντουσαν για να αποδείξουν ότι τα ξέρουν όλα.

«Είστε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης;» τον ρώτησα.

«Εγώ είμαι», αποκρίθηκε εκείνος, αφού πρώτα κοίταξε την κυρία του.

«Πέτρος Παπαγεωργίου», του είπα και έτεινα το χέρι μου.

Τότε δεν κατάλαβα τι είχα κάνει. Του είχα μιλήσει λες και ήμουν ο επίγονος του Καζαντζάκη (ίσως έτσι να αισθανόμουν, ήμουν είκοσι τριών χρονών).

«Χάρηκα», μου είπε αυτός, χαμογέλασε και μου έδωσε το χέρι του.

Πρώτα τον ρώτησα αν είχε γνωρίσει τον Καζαντζάκη (μια νεανική εμμονή στην οποία πάντα επιστρέφω). Εκείνος απάντησε ότι θα ήθελε πολύ να είχε μια τέτοια τύχη. Έκανα μερικές ερωτήσεις ακόμα για τα υπόλοιπα ιερά τέρατα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ο Καμπανέλλης μου απαντούσε με σοβαρότητα και σεβασμό, λες και μιλούσε σε ομότεχνο του ή σε δημοσιογράφο.

Τη συζήτηση μας διέκοψε μια «ευγενική» κυρία που δεν της άρεσε η γρανίτα φράουλα που είχε παραγγείλει. Με διέταξε να της φέρω κάτι άλλο και να φάω εγώ αυτό το «πράγμα» που της είχα πάει.

Συνέχισα τη δουλειά μου προσπαθώντας πάντα να βρίσκομαι κοντά στο τραπέζι του Καμπανέλλη. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ο τρόπος που συζητούσαν και κοιτιόντουσαν: Λες και είχαν γνωριστεί πριν λίγες μέρες. Τα περισσότερα ζευγάρια αυτής της ηλικίας καθόντουσαν στις καρέκλες τους χωρίς να μιλάνε. Και όταν μιλούσανε ήταν για να τσακωθούν.

Κάποια στιγμή δεν άντεξα, πλησίασα και τον ρώτησα (ήμουν νέος, αυθάδης και περίεργος) πόσο καιρό είναι με τη σύντροφο του. Μου είπε ότι είναι μαζί πενήντα χρόνια και ότι θα είναι μαζί μέχρι να πεθάνει ο ένας από τους δύο. Ή και οι δύο.

Την επόμενη φορά που τον συνάντησα ήταν στο σπίτι του, στην Αθήνα. Ο Καμπανέλλης είχε γίνει ο άτυπος μέντορας μου. Κάθε φορά που έγραφα ένα κείμενο του το έστελνα κι εκείνος με συμβούλευε, με διόρθωνε, με ενθάρρυνε. Ξεκίνησε να μου μιλάει για την αποστασιοποίηση του συγγραφέα από τους ήρωες του βιβλίου του:
«Ακόμα κι αν ο συγγραφέας γράφει για τον Χίτλερ, ακόμα κι αν ο συγγραφέας έχει βρεθεί στο Μαουτχάουζεν, ο συγγραφέας δεν πρέπει να φαίνεται.»

Με ρώτησε αν ήθελα να πιω κάτι και έβαλε δυο μεταξά. Άναψε τσιγάρο και συνέχισε. Κάποια στιγμή ακούστηκαν κλειδιά στην πόρτα. Ο Καμπανέλλης πριν από λίγο είχε σβήσει το τσιγάρο του. Η κυρία Νίκη, η σύζυγος του, μπήκε στο δωμάτιο και αφού με χαιρέτησε κοίταξε το σταχτοδοχείο.

«Κάπνιζες;» τον ρώτησε.

Εκείνος το παραδέχτηκε σηκώνοντας τους ώμους.

«Είναι σαν παιδί», είπε η κυρία Νίκη σε μένα και αφού πήρε αυτό για το οποίο είχε έρθει ξανάφυγε.

Μόλις η πόρτα έκλεισε ο Καμπανέλλης, πραγματικά σαν ένα άτακτο παιδί, άναψε καινούριο τσιγάρο.

«Αν δεν είχα την Νίκη να με προσέχει», είπε, «θα είχα πεθάνει πριν φτάσω τα πενήντα. Αν όμως την άκουγα κάθε φορά που μου λέει να προσέχω, θα είχα μαραζώσει από τα σαράντα μου.»

Και συνέχισε να με συμβουλεύει.

Η τελευταία μας συνάντηση ήταν σε μια ταβέρνα της Νάξου. Ο Καμπανέλλης μου ζήτησε συγγνώμη που είχε αργήσει να απαντήσει σε ένα γράμμα μου. Τη μια βδομάδα τη θεωρούσε καθυστέρηση, ενώ άλλοι (φίλοι, άεργοι κι αργόσχολοι), λες και ήταν εκδοτικοί οίκοι, έκαναν ένα εξάμηνο για να σαλιώσουν το γραμματόσημο.

«Ήμουν άρρωστος», δικαιολογήθηκε ο αετός στη μύγα.

Άναψε τσιγάρο και η κυρία του τον κοίταξε αυστηρά.

«Ελπίζω κάτι περαστικό», του είπα.

«Περίπου», είπε αυτός. «Πέθανα για τρία λεπτά.»

Νόμιζα ότι αστειευόταν και χαμογέλασα.

«Όχι, στ’ αλήθεια το λέω», είπε ερμηνεύοντας σωστά τη ματιά μου. «Ήμουν τρία λεπτά νεκρός.» Έδειξε το τσιγάρο του. «Ούτε ένα τσιγάρο δρόμος.»

«Δεν νομίζω, Ιάκωβε, ότι ο φίλος μας έχει τη διάθεση να ακούει μακάβρια αστεία. Και δεν ήταν ένα τσιγάρο, αλλά όλα τα τσιγάρα που έχεις καπνίσει ως τώρα.»

«Δεν έχω καταλάβει τίποτα», είπα κρύβοντας το πακέτο μου κάτω από μια χαρτοπετσέτα.

«Απλά», μου είπε ο Καμπανέλλης, «έπαθα ένα έμφραγμα και στο νοσοκομείο η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπάει για τρία λεπτά. Ήθελε κι αυτή να κάνει ένα διάλειμμα. Τόσα χρόνια…»

«Δηλαδή, πεθάνατε κανονικά;»

«Ήμουν κλινικά νεκρός. Και με επαναφέρανε. Μην τρομάζεις. Δεν ήταν τίποτα. Κυριολεκτικά δεν ήταν τίποτα… Κενό… Πιο λίγο κι απ’ το κενό… Σαν ύπνος χωρίς όνειρα.»

Η κυρία Νίκη σηκώθηκε με θόρυβο και μπήκε στο μαγαζί.

«Ο θάνατος είναι σκληρός μόνο γι’ αυτούς που μένουν», μου είπε εμπιστευτικά και γύρισε να την κοιτάξει που έφευγε. «Τη λατρεύω όταν είναι θυμωμένη.»

Άφησα το χρόνο να κυλήσει προτού μιλήσω. Ο Καμπανέλλης με κοιτούσε με υγρά μάτια, αλλά νομίζω ότι πάντα τα μάτια του ήταν υγρά.

«Συγχωρέστε με γι’ αυτό που θα ρωτήσω», είπα και άναψα τσιγάρο βιαστικά, για να προλάβω να καπνίσω πριν γυρίσει η κυρία του. «Δε φοβάστε το θάνατο; Φαίνεστε ακόμα ερωτευμένος.»

«Και είμαι. Με τη γυναίκα μου, με τη ζωή… Όμως δεν είμαι άπληστος. Χόρτασα. Γνώρισα την καλύτερη πλευρά του ανθρώπου και τη χειρότερη. Έφαγα τα πιο νόστιμα εδέσματα, έφαγα και σκουπίδια. Το συμπόσιο τελειώνει κάποια στιγμή. Δε θέλω να ερωτευτώ ξανά ούτε να γνωρίσω άλλον Κάρολο και Μίκυ και Τζένη. Γνώρισα τους καλύτερους και τους χειρότερους… Έζησα χίλιες ζωές. Κάθε πρόσωπο στα έργα μου ήταν μια άλλη ζωή.»

Το βλέμμα του καρφώθηκε στα βουνά του απέναντι νησιού.

Η γυναίκα του μας βρήκε σε αυτή τη στάση. Σαν να είχε ακούσει τι μου έλεγε του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Εδώ είσαι;» τη ρώτησε και της έπιασε το χέρι.

«Πάντα», απάντησε εκείνη.

«Τότε συγχωρείστε με για ένα λεπτό», είπε ο Καμπανέλλης και σηκώθηκε.

Έμεινα για λίγο μόνος μου με την κυρία Νίκη και ξεκίνησα να γεμίζω το στόμα μου για να καλύψω την αμηχανία μου.

«Ο Ιάκωβος δεν έχει γεράσει καθόλου», μου είπε μετά από λίγο. «Ξυπνάει το πρωί και θέλει να γράψει, να διαβάσει, να συνεχίσει. Έχει μια ακόρεστη δίψα για ζωή, για δημιουργία.»

«Ίσως γιατί έχει εσάς», είπα φτύνοντας κατά λάθος λίγα ψίχουλα.

Εκείνη τη μέρα, νομίζω ήταν πριν εφτά χρόνια, δεν ήξερα πόσο σωστά μίλησα.

Τον είδαμε να έρχεται και η κυρία Νίκη μίλησε ψιθυριστά, αλλά με τον τρόπο που ψιθυρίζουν οι ηθοποιοί στο σανίδι, έτσι ώστε να μπορούν όλοι να τους ακούσουν:

«Σταμάτα, γιατί θα νομίζει ότι μιλάμε γι’ αυτόν και θα το πάρει πάνω του.»

Γέλασε, γέλασε σαν να ήταν κοπελίτσα που φλέρταρε. Ο Καμπανέλλης την κοίταξε με μάτια που έλαμπαν κι εγώ έψαξα για το ποτήρι μου με το κρασί.

«Σ’ αυτήν την ηλικία και τουαλέτα να πας σου φαίνεται μακριά», είπε και αγνάντεψε ξανά τα μακρινά βουνά. Έκατσε, και αφού άναψε ένα ακόμα τσιγάρο και ήπιε λίγο κρασί με κοίταξε. «Λένε ότι τα γηρατειά είναι η χειρότερη ηλικία. Πάνω που μαθαίνεις να είσαι άνθρωπος πρέπει να προετοιμαστείς για να εγκαταλείψεις την κούρσα. Όμως δε θα ήθελα να ήμουν νέος ξανά. Είναι πολύτιμο δώρο τα γηρατειά. Ησυχάζεις, ξέρεις ότι δεν έχεις χρόνο για μεγάλα όνειρα και ετοιμάζεσαι σιγά-σιγά να φύγεις. Δεν υπάρχει τίποτα πιο τραγικό απ’ το να πεθαίνει ένας νέος άνθρωπος. Ενώ για ένα γέρο… Είναι φυσικό, σαν να βλέπεις το τέλος ενός έργου. Ξέρεις ότι έρχεται. Ενώ, φαντάσου, τη στιγμή που ο πρωταγωνιστής βγαίνει στη σκηνή για πρώτη φορά, να πέφτει ξαφνικά η αυλαία και να ανάβουν τα φώτα. Δεν πρέπει να ζητήσεις τα λεφτά σου πίσω;»

Πληρώσαμε το λογαριασμό και χωριστήκαμε.

Δεν τον συνάντησα ξανά. Στο τελευταίο γράμμα που του έστειλα, μαζί με τις ευχές για γρήγορη ανάρρωση, του έγραφα να δώσει χαιρετισμούς και στην κυρία του. Δεν πήρα ποτέ απάντηση. Αλλά σίγουρα, αν ο θάνατος είναι κάτι περισσότερο από το τίποτα, θα τον ξαναδώ μια μέρα, μαζί με την κυρία Νίκη, σε ένα ακριανό τραπέζι μιας καφετέριας, και θα μου ζητήσει συγγνώμη που άργησε να μου απαντήσει.

(Αυτό το κείμενο γράφτηκε λίγες μέρες μετά το δεύτερο θάνατο του Καμπανέλλη και φιλοξενήθηκε στη σελίδα του naxos filoxenia. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε και ακόμα γράμμα δεν έλαβα.)
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Αντίο στο άγχος Ναι στη χαρά της ζωής

Ο καθένας μας πιθανότατα θα έχει ζήσει τη δική του περιπέτεια με ένα βιβλίο εξαντλημένο που για καιρό κυνηγά σε άγνωστα στέκια και παλιά βιβλιοπωλεία. Μια τέτοια δική μου περιπέτεια ήταν το περίφημο Αντίο στο άγχος ναι στη χαρά της ζωής του Σερβάν Σρεμπέρ. Το είχα βάλει στο μάτι για πάνω από ένα χρόνο αλλά κάθε μου προσπάθεια να το αποκτήσω στέκονταν μάταιη. Το βιβλίο (πρώτη έκδοση το 2006) είχε ήδη εξαντληθεί και η μοναδική περίπτωση να το βρω ήταν είτε στο Μοναστηράκι είτε στο ξεχασμένο ράφι κάποιου συνοικιακού βιβλιοπωλείου. Η χάρη μου είχε απλωθεί και στο διαδίκτυο αλλά και σε κάθε γεωγραφική περιοχή της χώρας. Τίποτε, κάθε προσπάθειά μου στέφονταν από αποτυχία και πλέον η απελπισία, με σταθερά και σίγουρα βήματα, έρχονταν να πάρει τη θέση της φιλαναγνωστικής μου απογοήτευσης.

Σε κάποια τέτοια στιγμή, λίγο πριν τον απελπισμό και μια ανάσα πριν το θαύμα έφτασε στα χέρια μου σε ένα ξεχασμένο συνοικιακό βιβλιοπωλείο τούτο το έργο. Είχα ακούσει πάμπολλα, για αυτό, μου είχαν μιλήσει με τα καλύτερα λόγια για το περιεχόμενο, το αναποτελεσματικό κυνηγητό ήταν η καλύτερη διαφήμιση του κειμένου, πλέον έφτασα στη πηγή. Βαστούσα στα χέρια μου το πολυζήλευτο θήραμα των αναγνωστικών αναζητήσεων τόσων μηνών.

Το βιβλίο εξετάζει την έννοια της συναισθηματικής νοημοσύνης ανιχνεύοντας την έννοια της συναισθηματικής υγείας και αρρώστιας στον εγκέφαλο. Ο τρόπος που επεξεργάζονται οι γιατροί μιαν οποιαδήποτε σωματική ασθένεια, βρίσκει αντανακλάσεις και στον τρόπο που πρέπει να προσεγγίζουμε τη συναισθηματική υγεία. Οι νευροεπιστήμονες και η ψυχολογία έχουν γνωρίσει στην εποχή μας ριζική αλλαγή. Ο συναισθηματικός μας εγκέφαλος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα απλό κατάλοιπο του ζωώδους παρελθόντος μας, αλλά θεωρείται κύριος του σώματος και των ορμών μας, πηγή της ταυτότητας μας, πηγή των αξιών που δίνουν νόημα στη ζωή μας. Όταν απορρυθμίζεται έστω και λίγο, η ζωή μας γίνεται άνω-κάτω, ενώ όταν βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το σώμα μας, νιώθουμε και γινόμαστε απόλυτα ο εαυτός μας.

Ο Σρεμπέρ μας προσκαλεί να ανακαλύψουμε τα πρακτικά οφέλη αυτής της επανάστασης: μια νέα ιατρική των συναισθημάτων χωρίς φάρμακα ή ατέλειωτες ψυχοθεραπείες. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζει επτά εναλλακτικές μεθόδους αντιμετώπισης του άγχους, του στρες και της κατάθλιψης. Πρόκειται για επτά οδούς που μας επιτρέπουν να ξαναπάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας, να μην είμαστε πια ξένοι προς τον εαυτό μας - ούτε προς τους άλλους…

Δεν έχω ακόμη εκτιμήσει εάν τα οφέλη της ανάγνωσης του συγκεκριμένου βιβλίου ξεπλήρωσαν τις εναγώνιες και πολύμοχθες αναζητήσεις μου όλον αυτό τον καιρό. Ίσως αυτό να είναι θέμα χρόνου. Ίσως πάλι οι ριζοσπαστικές απόψεις του Σρεμπέρ να θέλουν διαδικασία χρονοβόρα για να γίνουν εύληπτες. Τα αποτελέσματα πιθανόν να θέλουν την ίδια ωρίμανση με το χρόνο που απαίτησε το βιβλίο για να το αποκτήσω. Ως τότε, έστω κι ως αφορμή από αυτή την μικρή αναγνωστική μου περιπέτεια,… αντίο στο άγχος, ναι στη χαρά της ζωής!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Άστρα απωθημένων ουρανών

Κυνηγέ, υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά. Τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι. [...] Ηρέμησε λοιπόν. Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς, μα δε σκοτώνω άστρα.

Από το Εκρηκτικό πόρισμα της Κικής Δημουλά, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Τα απαγορευμένα πουλιά



Το 1976, σε μια φυλακή με το όνομα "Ελευθερία"...

Οι πολιτικοί κρατούμενοι της Ουρουγουάης δεν μπορούν να μιλούν χωρίς άδεια, να σφυρίζουν, να χαμογελούν, να τραγουδούν, να βαδίζουν γρήγορα ή να χαιρετούν άλλον κρατούμενο.
Ούτε μπορούν να ζωγραφίζουν ή να λάμβάνουν ζωγραφιές με εγκύους γυναίκες, ζευγάρια, πεταλούδες, αστέρια ή πουλιά.

Ο Ντιντοσκό Πέρες, δάσκαλος, που βασανίστηκε και φυλακίστηκε επειδή είχε "ιδεολογικές ιδέες", δέχεται μια Κυριακή επίσκεψη της κόρης του Μιλάι, πέντε ετών.
Το κορίτσι του φέρνει μια ζωγραφιά με πουλιά. Οι λογοκριτές τη σχίζουν στην είσοδο της φυλακής.
Την επόμενη Κυριακή, η Μιλάι του φέρνει μια ζωγραφιά με δέντρα. Τα δέντρα δεν απαγορεύονται και η ζωγραφιά περνάει.
Ο Ντιντοσκό την παινεύει για το έργο της και την ρωτά για τους μικρούς χρωματιστούς κύκλους που φαίνονται πάνω στα δέντρα, πολλοί μικροί χρωματιστοί κύκλοι ανάμεσα στα κλαδιά:
- Είναι πορτοκάλια; Τι φρούτα είναι;
Η μικρή τον κάνει να σωπάσει.
- Σσσστ.
Και συνωμοτικά του εξηγεί:
- Χαζούλη, δε βλέπεις ότι είναι μάτια; Τα μάτια των πουλιών που σου έφερα κρυφά.

Η ιστορία είναι από το βιβλίο του Εντουάρντο Γκαλεάνο Días y noches de amor y de guerra (Μέρες και Νύχτες αγάπης και πολέμου, 1976).

Ολόκληρη η ανάρτηση...