Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Το όνομά μου

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Ο μύθος των Χριστουγέννων

Ο μύθος των Χριστουγέννων κρατιέται με τη βία απ' τα παράθυρα και από τις πόρτες, κρεμασμένος σε πανύψηλα κι αφιλόξενα σύγχρονα σκυθρωπά κτίρια. Τον συντηρούν οι δραστηριότητες της αγοράς, τα συμφέροντα των εμπόρων, οι ανελεύθερες κυβερνήσεις- πλην ανατολικών- και οι ακόμη πιο ανελεύθερες θρησκευτικές οργανώσεις, τέλος, οι αστοί και οι εργατικοί, πρόσφατοι μετανάστες στην αστική τάξη, που κατ' ουσίαν κυβερνάν τον κόσμο μας, και που επιθυμούν θρησκευτικές αιτιολογίες και παραδόσεις για διασκέδαση, απόλαυση κι' αμεριμνησία. Ούτε για τα παιδιά, δεν έμειναν τα σύμβολα ανέγγιχτα. Κι αυτά ακόμη προσπαθούν να ονειρεύονται μέσα από τις εφιαλτικές ειδικές εκπομπές της τηλεόρασης, κι από’ να σπίτι που τις μέρες αυτές, δεν έχει να προσθέσει κανένα αληθινό αγαθό, ούτε υποδομή για μια γενναία ονειροπόληση- ονειροπόληση ενός κόσμου ιδανικού, που να τον κυβερνάει ο Χριστός και οι Άγιοι του, με αρχηγό τον Αϊ Βασίλη. Ιδιαίτερα στον τόπο μας, τα Χριστούγεννα γίνανε μέρες συναλλαγής και αυτοϊκανοποίησης. Ευκαιρία για μια ευρωπαϊκή παράσταση. Αν είχαμε και λίγο περισσότερο χιόνι, ώ τότες τα πράγματα θα’ σαν καλύτερα.

Η γέννηση του Χριστού παραμένει πια μια επέτειος άγονη και χωρίς αίσθημα. Και η Αθήνα μας, σαν καπνιστό τσουκάλι οινομαγειρείου χωρίς φωτιά και θέρμανση, ζει την αγιότητα των ημερών, σκυθρωπά, άχαρα και κουρασμένα. Οι δρόμοι σκοτεινοί, για οικονομία βέβαια ηλεκτρισμού, αλλά φαντάζουν απείρως σκοτεινότεροι έτσι καθώς περιέχουν ολοένα και περισσότερο, αναίδεια, αναπηρία και ανανδρία.

Η δυστυχία ολοφάνερη στα μάτια των γερόντων, που φεύγουν κάθε μέρα από κοντά μας θλιμμένοι κι απροστάτευτοι, γνωρίζοντας καλά πια πως γεννήσανε λειψούς ανθρώπους και πολύ χιόνι, που ατέλειωτα θα τους σκεπάζει στους αιώνες. Τα κάλαντα, τα δώρα και οι αγιασμοί, δεν πείθουνε κανένα ότι προσφέρουνε αγάπη και παράδοση. Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται θλιμμένες, είναι ό,τι διαθέτει ο κόσμος μας, για ν' αγαπάς τις μέρες τούτες.

Κι έτσι που ο μύθος των Χριστουγέννων έγινε δίσκος τουρισμού, ζωγραφική σε λαϊκή αγορά, σύνθημα αυτοκόλλητο σε πρακτορείο Προ-Πo, βγήκανε για σεργιάνι χιλιάδες αυτοκίνητα, να πουν τα κάλαντα τα εθνικά, τα θρησκευτικά και τα καταναλωτικά. Πόσο μας ξεκουράζει αυτό το ράντισμα πετρελαίου εις τας οδούς, για να στολίσουμε το σπίτι, για να φωτογραφίσουμε το στολισμένο κέντρο της πόλης, ν' αφήσουμε τα δώρα μας στους τροχονόμους αστυνομικούς και τέλος να επιστρέψουμε κατάκοποι την μεσημβρία σπίτι μας, για το απαραίτητο και παραδοσιακό γεύμα παραμονής.

Μάνος Χατζιδάκις, Κυριακή 24 Δεκέμβρη 1978

Από « Τα σχόλια του τρίτου» του Μάνου Χατζιδάκι, εκδόσεις Εξάντας
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Οι πιο ωραίες ιστορίες

Οἱ πιό ὡραῖες ἱστορίες θά εἰπωθοῦν γιά μας
ὅταν δέ θά 'ναι πιά κανείς νά τίς ἀκούσει.

Από τη συλλογή «Ο τυφλός με το λύχνο» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Κάθε στιγμή αρχή

Γιατί ἡ ζωή εἶναι ἀτελείωτη
καί μπορεῖ κανείς νά ξαναρχίσει
καί δυό φορές, νά ξαναρχίσει κάθε
μέρα, κάθε ὥρα, κάθε στιγμή. Γιατί
δέν εἶναι ἄλλος δρόμος ἄλλο χέρι,
ἄλλο ὄνομα, ἄλλη σημαία, ἄλλη καρδιά,
ἄλλο ἄστρο, ἄλλη δικαιοσύνη ἄπ’ τή ζωή.

Από τη συλλογή «Οι γυναίκες με τ ’αλογίσια μάτια» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

«Η κόρη μου, η όμορφη αποτυχία μου»

Προέλευση: www.iefimerida.gr

Στο ερώτημα που θέτει κάθε γονιός για το παιδί του, τι είναι ευτυχία, προσπαθεί να δώσει απάντηση η δημοσιογράφος του Guardian Λούσι Κλαρκ μέσω του άρθρου της «Η κόρη μου, η όμορφη αποτυχία μου».

Οπως γράφει η δημοσιογράφος, χάρη στην κόρη της επαναπροσδιόρισε τη σημασία και το νόημα της λέξης επιτυχίας και αν δεν είναι ανθεκτικότητα της κόρης της απέναντι στις δυσκολίες, τότε δεν ξέρει τι άλλο μπορεί να είναι.

Η Κλαρκ πήρε ως αφορμή την αποτυχία της κόρης της στο σχολείο. Κατά τις δύο τελευταίες τάξεις του σχολείου, η κόρη της απέτυχε σε όλα από το να είναι στην ώρα της, μέχρι να παραδώσει εγκαίρως τις εργασίες της. Μάλιστα, οι επιστολές που έφταναν στο σπίτι τους για την «κακή» της συμπεριφορά απέναντι στις σχολικές της υποχρεώσεις ήταν τόσες πολλές, που η Κλαρκ παραδέχεται πως εδώ και έναν χρόνο σταμάτησε να τις ανοίγει. Μάλιστα, τους τελευταίους έξι μήνες, βρέθηκε πολλές φορές στο χείλος της αποβολής.

«Ηταν δύσκολο για τους καθηγητές της. Ηταν δύσκολο για τους γονείς της» γράφει η Κλαρκ η οποία ωστόσο παραδέχεται πως «περισσότερο από όλους πιο δύσκολο ήταν για εκείνη την ίδια». Και προσθέτει: «Κάθε μέρα της ζωής της κόρης μου στο λύκειο ήταν ένα αγώνας. Ξυπνά το πρωί και μόνο στη σκέψη πως πάει στο σχολείο, είναι σαν να νιώθει πως πρέπει να ανέβει στην κορυφή ενός βουνού. Και πολύ συχνά δεν κατάφερνε να το ανέβει. Υπήρχαν φορές που δεν κατάφερνε καν να φτάσει στο σχολείο: καθόταν σε ένα πάρκο μόνη της, αναρωτόμενη γιατί το βρίσκει τόσο δύσκολο, ενώ οι φίλοι της προχωρούν μπροστά στην "κανονικότητά" τους».

Τα πράγματα ήταν εξ ίσου δύσκολα και όταν κατάφερνε να φτάσει στο σχολείο, παραδέχεται η Κλαρκ. «Σκέψεις άγχους την κυρίευαν, που μπλόκαραν την αφομοίωση οποιασδήποτε χρήσιμης πληροφορίας που ίσως προσπαθούσε να της μεταδώσει ο καθηγητής. Μια φορά μου είχε πει σε μια ευάλωτη στιγμή ότι ένιωθε τόσο συντετριμμένη που έμενε τόσο πίσω στα μαθήματά της που περνούσε μια πολύ μεγάλη χρονική περίοδο που ήθελε να πέσει στις γραμμές του τρένου».
Ευτυχώς για την Κλαρκ, αν και πολλές φορές η κόρη της επέλεγε να φύγει από το μάθημα, δεν έφτασε στο σημείο να αυτοκτονήσει. «"Τίποτε δεν θα είναι πιο εύκολο στη ζωή σου από τα μαθητικά σου χρόνια" της έλεγαν με καλή διάθεση οι ενήλικες, αλλά εγώ ξέρω ότι για την κόρη μου και πολλούς ακόμη, αυτή η φράση είναι εντελώς λάθος» γράφει η Κλαρκ η οποία στην ερώτηση τι «έσωσε» την κόρη της απαντά: Η σχολική κοινότητα, οι φίλοι της και οι καθηγητές με κατανόηση, εκτός από τον καθηγητή της αγγλικής φιλολογίας ο οποίος παρόλο που ήταν ενήμερος για τα προβλήματα υγείας της κόρης της συνέχιζε να την εξευτελίζει μπροστά σε όλη την τάξη.
Επίσης, είναι κατά την Κλαρ αξιοσημείωτο, πως «ενώ έχει χάσει το οτιδήποτε σε αυτό που ονομάζεται σχολικό ταξίδι, ωστόσο η κοινωνική της ζωή λειτουργεί πολύ καλά». Στην τελική, αναρωτιέται η Κλαρκ: «Τι είναι πιο σημαντικό από το να επιτυγχάνεις στις προσωπικές σου σχέσεις; Αυτό δεν λέμε πάντα εντέλει;».

«Αλλά το λαχείο της ζωής έχει ευλογήσει αυτό το κορίτσι με μια προσωπικότητα που απορρίπτει την οποιαδήποτε κατάταξή οπουδήποτε. Δεν μπορεί ούτε τους Ολυμπιακούς αγώνες να παρακολουθήσει επειδή δεν μπορεί να αντέξει στη σκέψη πως κάποιος θα τερματίσει πρώτος, κάποιος δεύτερος, τρίτος και κάποιος τελευταίος» προσθέτει η δημοσιογράφος του Guardian.

«Σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εδώ και καιρό έχει μετεξελιχθεί σε επίπονο αγώνα δρόμου, η κόρη μου βγήκε εκτός συναγωνισμού πολύ γρήγορα» παραδέχεται και προσθέτει: «Συνεχώς είναι μεταξύ εκείνων που τερματίζουν τελευταίοι και με διαφορά, κουτσαίνοντας από μια αόρατη και παρεξηγημένη αναπηρία, αλλά εξακολουθεί να είναι αποφασισμένη να διασχίσει τη γραμμή του τερματισμού. Το στάδιο δεν επευφημεί (την προσπάθεια). Αλλά αν δεν είχε έστω κι από συμπόνια την υπομονή και τη σιωπηρή κατανόηση ενός καταπληκτικού εκπαιδευτικού και φίλων που την στήριζαν, δεν θα τα κατάφερνε. Μπορεί να μην είχε διασχίσει με εκείνο το μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό της, τη σχολική αίθουσα την τελευταία ημέρα του σχολείου. Μπορεί να μην είχε καταφέρει να πάρει το κομμάτι από χαρτί που γράφει "απολυτήριο"».

«Οπως τόσα άλλα παιδιά της ηλικίας της, τρέμει μπροστά στο άγνωστο» προσθέτει η Κλαρκ και επισημαίνει ότι η πίεση μπροστά στο άγνωστο «είναι απαίσια» και πως «τα τελευταία βήματα μέχρι τη γραμμή του τερματισμού είναι ιδιαιτέρως επίπονα. Αλλά η γραμμή του τερματισμού είναι εκεί. Είμαστε στο τέλος του Λυκείου και δεν με νοιάζει πώς τα πήγε, δεν ενδιαφέρομαι για τα αποτελέσματά της. Κατάφερε να σηκωθεί έπειτα από τόσες "αποτυχίες", τη μία μετά την άλλη. Εχει αρχειοθετήσει αυτές τις "αποτυχίες", έχει αποθηκεύσει κάθε λάθος και συνέχισε και συνεχίζει, ακόμα κι αν έχει πολύ άγχος. Αν αυτό δεν είναι ανθεκτικότητα, αν αυτό δεν είναι γενναιότητα, αν αυτό δεν είναι θρίαμβος, τότε δεν ξέρω τι μπορεί να είναι».

«Σήμερα μου έστειλε ένα μήνυμα μετά τις τελικές της εξετάσεις: "Επιτέλους τελείωσα!!!!!". Ξέρω πως η ανακούφιση που νιώθει είναι απερίγραπτη, αλλά πρέπει να πω "όχι, κάνεις λάθος αγαπημένο μου κορίτσι, αυτό είναι μόνο η αρχή για εσένα. Η ελευθερία είναι εδώ και ξέρω πως θα είσαι εντάξει". Η κόρη μου, η αποτυχία, με δίδαξε πως να επαναπροσδιορίσω την έννοια της λέξης επιτυχίας και δεν θα μπορούσα να είμαι περισσότερο υπερήφανη».

 
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Συγχωρώ σημαίνει

Συγχωρώ, σημαίνει βλέπω τον άλλο όπως είναι,
με την αμαρτία του και την ανυπόφορη πλευρά του,
με όλα τα βαρίδια του και τα ελαττώματά του, και λέω:
- θα σε κουβαλήσω, όπως ένα σταυρό,
θα σε κουβαλήσω μέχρι τη Βασιλεία του Θεού,
είτε το θέλεις είτε όχι.
Και είτε είσαι καλός είτε είσαι κακός,
θα σε κουβαλήσω στους ώμους μου,
θα σε φέρω μπροστά στον Κύριο και θα πω:
«Κύριε, όλη μου τη ζωή κουβάλησα αυτόν τον άνθρωπο,
γιατί φοβόμουνα μήπως χαθεί.
Τώρα είναι δικό Σου το θέμα να τον συγχωρήσεις,
στο όνομα της δικής μου συγχώρεσης,
με το Άπειρο Έλεός Σου, και να τον δεχθείς
στην αγκαλιά της Αγάπης Σου»!

Από «Το Μυστήριο της ίασης» του Anthony Bloom, εκδόσεις Εν πλω
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Δρόμοι λασπωμένοι

Δρόμοι λασπωμένοι.
Ἄνθρωποι περπατᾶνε βιαστικοί. Κίτρινα νερουλά φῶτα.
Ζευγάρια ἀγκαλιασμένα κάτω ἀπ’ τίς ὀμπρέλες τούς γελᾶνε στρίβοντας τή γωνιά.
Σέ λίγο θ' ἀνάβουνε τό φῶς σέ μία ξαφνιασμένη κάμαρα,
θά κοιτάζονται στά μάτια καί μέ χέρια ἀνυπόμονα πλάι στούς σαστισμένους
ἄφωνους καθρέφτες θά πετᾶνε ἀπό πάνω τούς ὅλη τη μοναξιά
καί θά φυσάει καί θά παρασέρνει τά σεντόνια καί τή μνήμη,
ὥσπου μία καταιγίδα ἀπό κραυγές, ἄστρα, παπαροῦνες καί φιλιά θά ξεσπάσει
ἀσυγκράτητη σαρώνοντας τό χρόνο βοήθεια…

Από τη «Συμφωνία 1» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Δακρύζοντας άστρα

Oἱ γαλάζιες νύχτες ἀκινητοῦν σέ κατάνυξη, δακρύζοντας ἄστρα.

Από το «τραγούδι της αδερφής μου» του Γιάννη Ρίτσου, εκδόσεις Κέδρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Η συνταγή που σώζει ζωές παιδιών

Προέλευση: newagemama.com

Το κείμενο που ακολουθεί είναι πραγματικός δυναμίτης. Όλοι μας, γονείς, εκπαιδευτικοί (ειδικά αυτοί), παππούδες, γιαγιάδες, έχουμε ανάγκη να το διαβάσουμε ξανά και ξανά. Για να νιώσουμε πιο δυνατοί, για να αντιληφθούμε πώς μπορούμε να βάλουμε το δικό μας λιθαράκι στην προσπάθεια για ένα καλύτερο μέλλον που ν΄αγκαλιάζει όλα τα παιδιά. Για να πιστέψουμε πως από τη δική μας μικρή γωνίτσα αληθινά μπορούμε να συνεισφέρουμε ώστε να γίνει ο κόσμος αυτός πιο αληθινός και φιλόξενος:

Αυτή η υπέροχη δασκάλα Μαθηματικών έχει τη συνταγή που σώζει ζωές παιδιών

Πριν από μερικές βδομάδες, πήγα στην τάξη του Τσέις για ενισχυτική διδασκαλία. Είχα στείλει ένα μέιλ στην δασκάλα του Τσέις ένα βράδυ όπου έγραφα «Ο Τσέις επιμένει πως αυτές οι ασκήσεις που έχει για το σπίτι είναι μαθηματικά – αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι τον πιστεύω. Βοήθεια, παρακαλώ». Μου απάντησε αμέσως λέγοντας: «Κανένα πρόβλημα, μπορώ να καθίσω μαζί του μετά το σχολείο οποιαδήποτε στιγμή». Κι εγώ της λέω «Όχι, όχι αυτόν. Αυτός το καταλαβαίνει. Εμένα βοηθήστε». Κι έτσι κάπως κατέληξα μπροστά σ’ έναν μαυροπίνακα σε μια άδεια αίθουσα της πέμπτης δημοτικού κοιτάζοντας επίμονα σειρές σχημάτων που για την δασκάλα του Τσέις ήταν «αριθμοί».

Στάθηκα λίγο μπροστά στον πίνακα ενώ η δασκάλα του Τσέις κάθισε πίσω μου, βυθισμένη στο γραφείο της και με ήρεμη φωνή προσπαθούσε να με κάνει να καταλάβω τον «νέο τρόπο που διδάσκουμε τη διαίρεση». Ευτυχώς για μένα, δεν χρειάστηκε να ξεμάθω πολλά γιατί ποτέ μου δεν κατάλαβα τον «παλιό τρόπο που διδάσκαμε τη διαίρεση». Μου πήρε μία ολόκληρη ώρα να λύσω ένα πρόβλημα, αλλά καταλάβαινα πως η δασκάλα του Τσέις με συμπάθησε έτσι κι αλλιώς. Συνεργάστηκε παλιότερα με την ΝΑΣΑ, κι έτσι προφανώς έχουμε πολλά κοινά.

Έπειτα, καθίσαμε για λίγα λεπτά και συζητήσαμε για την διδασκαλία των παιδιών και τι ιερό καθήκον και ευθύνη που είναι. Συμφωνήσαμε πως μαθήματα όπως η ανάγνωση και τα μαθηματικά είναι τα λιγότερο σημαντικά που διδάσκονται σε μια τάξη. Μιλήσαμε για την διαμόρφωση μικρών ψυχών που θα συνεισφέρουν σε μια μεγαλύτερη κοινότητα -και μιλήσαμε για το κοινό μας όνειρο να αποτελούνται αυτές οι κοινότητες από άτομα που είναι Ευγενικά και Γενναία πάνω απ’ όλα.

Κι έπειτα μου είπε το εξής: Κάθε Παρασκευή απόγευμα, η δασκάλα του Τσέις ζητά από τους μαθητές της να βγάλουν ένα κομμάτι χαρτί και να γράψουν τα ονόματα τεσσάρων παιδιών με τα οποία θα ήθελαν να κάτσουν μαζί την επόμενη εβδομάδα. Τα παιδιά ξέρουν ότι αυτές τους οι επιθυμίες μπορεί να πραγματοποιηθούν μπορεί όμως και όχι. Ζητάει επίσης από τα παιδιά να ονομάσουν έναν μαθητή που πιστεύουν ότι ήταν εξαιρετικός «πολίτης» της τάξης. Οι ψήφοι τους παραδίδονται σε αυτήν κατ’ ιδίαν.

Και κάθε Παρασκευή απόγευμα, αφού οι μαθητές πάνε σπίτι, η δασκάλα του Τσέις βγάζει αυτά τα χαρτιά, τα τοποθετεί μπροστά της και τα μελετά. Ψάχνει για μοτίβα.

Ποιον δεν θέλει κανείς να έχει διπλανό;

Ποιος δεν ξέρει καν ποιον να ζητήσει για διπλανό;

Ποιος περνάει απαρατήρητος και δεν προτείνεται ποτέ;

Ποιος είχε ένα εκατομμύριο φίλους την προηγούμενη βδομάδα και κανέναν αυτή τη βδομάδα;


Βλέπετε, η δασκάλα του Τσέις δεν ψάχνει καινούργιο διάγραμμα θέσεων ή «εξαιρετικούς πολίτες». Η δασκάλα του Τσέις ψάχνει για μοναχικά παιδιά. Ψάχνει για παιδιά που δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με άλλα παιδιά. Εντοπίζει τα μικρά εκείνα που περνούν απαρατήρητα στην κοινωνική ζωή της τάξης. Ανακαλύπτει ποιων τα προτερήματα περνούν απαρατήρητα από τους συμμαθητές τους. Και εντοπίζει -αμέσως- ποιος διαπράττει και ποιος υφίσταται τη σχολική βία (bullying).

Ως δασκάλα, γονιός και άνθρωπος που αγαπάει όλα τα παιδιά – θεωρώ ότι αυτό είναι η πιο έξυπνη στρατηγική Νίντζα της αγάπης που έχω δει ποτέ μου. Είναι σαν να παίρνεις την ακτινογραφία της τάξης και να κοιτάς κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και μέσα στις καρδιές των παιδιών. Είναι σαν να βγάζεις χρυσό απ’ το χρυσορυχείο-ο χρυσός είναι αυτά τα μικρά που χρειάζονται λίγη βοήθεια – που χρειάζονται τους ενήλικες να επέμβουν και να τα ΔΙΔΑΞΟΥΝ πώς να κάνουν φίλους, πώς να ζητήσουν από τους άλλους να παίξουν, πώς να συμμετέχουν σε μία ομάδα και πώς να μοιραστούν τα χαρίσματα τους με τους άλλους. Και αυτό αποθαρρύνει τη σχολική βία( bullying) γιατί ο κάθε δάσκαλος γνωρίζει πως το bullying συμβαίνει όταν δεν κοιτάει -και τα παιδιά που το υφίστανται φοβούνται να το μαρτυρήσουν. Μα, όπως είπε -η αλήθεια αποκαλύπτεται σε αυτά τα προσωπικά μικρά χαρτιά.

Ενώ η δασκάλα του Τσεις εξηγούσε αυτή την απλή, πανέξυπνη ιδέα -την κοιτούσα με ορθάνοιχτο το στόμα. «Πόσο καιρό χρησιμοποιείς το σύστημα αυτό;» ρώτησα.

Από τη σφαγή στο λύκειο Κολουμπάιν, είπε. Κάθε Παρασκευή μετά το Κολουμπάιν.

Θεέ και Κύριε.

Αυτή η υπέροχη γυναίκα παρακολούθησε τι έγινε στο Κολουμπάιν γνωρίζοντας πως ΟΛΗ Η ΒΙΑ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. Όλη η εξωτερική βία ξεκινά ως εσωτερική μοναξιά. Παρακολουθούσε την τραγωδία αυτή ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ πως τα παιδιά που δεν τα προσέχει κανείς κάποια στιγμή θα κάνουν οτιδήποτε μόνο και μόνο για να τα προσέξουν.

Κι έτσι αποφάσισε να αρχίσει να πολεμάει την βία από νωρίς και συχνά, και με τον κόσμο που είναι κοντά της. Αυτό που κάνει η δασκάλα του Τσέις όταν κάθεται στην άδεια αίθουσα και μελετά αυτές τις λίστες που είναι γραμμένες από τρεμάμενα 11χρονα χέρια είναι να ΣΩΖΕΙ ΖΩΕΣ. Είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Σώζει ζωές.

Κι αυτό που έμαθε αυτή η μαθηματικός χρησιμοποιώντας αυτό το σύστημα είναι κάτι που ήδη γνώριζε: πως τα πάντα -ακόμα κι η αγάπη και η αίσθηση του να ανήκεις κάπου-έχουν ένα μοτίβο. Και βρίσκει αυτά τα μοτίβα μέσα από αυτές τις λίστες -σπάει τους κώδικες της προβληματικής επικοινωνίας. Και δίνει στα μοναχικά παιδιά την βοήθεια που χρειάζονται. Γι’ αυτήν, είναι μαθηματικά. Είναι ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ.

Όλα είναι αγάπη -ακόμα και τα μαθηματικά. Εκπληκτικό.

Η δασκάλα του Τσέις παίρνει σύνταξη φέτος -μετά από δεκαετίες που έσωζε ζωές. Τι ωραίος τρόπος να περάσεις την ζωή σου: ψάχνοντας μοτίβα αγάπης και μοναξιάς, να παρεμβαίνεις κάθε μέρα -και να αλλάζεις την τροχιά του κόσμου μας.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΕΤΕ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ. Είστε οι πρώτοι που δέχεστε τα πυρά, η πρώτη γραμμή, οι ανιχνευτές προβληματικής επικοινωνίας και η μεγαλύτερη και μοναδική ελπίδα που έχουμε για έναν καλύτερο κόσμο. Αυτό που κάνετε στις τάξεις όταν κανείς δεν παρακολουθεί – είναι η μεγαλύτερη ελπίδα μας.

Δάσκαλοι -δασκάλες- έχετε ένα εκατομμύριο γονείς πίσω σας που ψιθυρίζουν όλοι μαζί: «Δεν μας νοιάζουν τα τυποποιημένα τεστ. Μας νοιάζει που μαθαίνετε στα παιδιά μας να είναι Γενναία και Ευγενικά. Και σας ευχαριστούμε. Σας ευχαριστούμε που σώζετε ζωές».

Με Αγάπη-Όλοι Εμείς

Πηγή: Glennon Melton, “This Brilliant Math Teacher Has a Formula to Save Kids’ Lives”, Huffington Post, 3.5.2014. Μετάφραση: Signora Alba, ευχαριστούμε πολύ!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Γλυκό παράπονο

Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία
που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου

Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.

Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν είμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει

και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.

Από τον «θάνατο του Πήγασου» του Federico Garcia Lorca, εκδόσεις Αρμός
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Θέλω να γεράσω μαζί σου

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Άξια όνειρα

Δεν αρκεί να ονειρεύεσαι, πρέπει να αξίζεις τα όνειρά σου.

Σώτη Τριανταφύλλου Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Καλή αρχή

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Άρχισε ψύχρα

Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.
Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.
Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.
Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.

Από τις «Αποδημητικές καλημέρες» της Κικής Δημουλά, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Γράμμα σε ένα κορίτσι που θα αποτύχει στις Πανελλαδικές

του Χρήστου Χωμενίδη
Προέλευση:www.protagon.gr

Το χειρότερο, όταν θα βγουν τα αποτελέσματα, δεν θα είναι η προσωπική, η δική σου τσαντίλα. Εσύ, από προχθές, που έγραψες άλλα αντ’ άλλων στην Ιστορία, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις. Το χειρότερο τότε θα ’ναι η απογοήτευση των γονιών σου. Το ελαφρώς αφ’ υψηλού βλέμμα του πατέρα σου - εκείνος, βλέπεις, είχε πετύχει με την πρώτη το 1980 στην ΑΣΟΕΕ κι ας μεγάλωσε στο χωριό, και ας μάζευε ελιές αντί να κάνει φροντιστήριο. Το παρηγορητικό χάδι της μάνας σου και οι κουβέντες της με συγγενείς και φίλους: «Το παιδί είχε μιαν ατυχία… Ναι, εννοείται πως θα ξαναδώσει…». Κι ο θείος Στέλιος να δικαιώνεται που πάντα πίστευε πως είσαι ηλίθια. Και η κολλητή της μάνας σου να ρωτάει -μες στην αδιακρισία- μήπως τυχόν είχες περίοδο εκείνη τη μοιραία μέρα και οι πόνοι δεν σε άφησαν να συγκεντρωθείς.

Το χειρότερο θα είναι οι νοεροί τους υπολογισμοί πόσα ξοδέψανε σε ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια και πόσα έχουν να πληρώνουν ακόμα. Και η πίκα τους με τον φιλόλογο που τους είχε διαβεβαιώσει πως θα πετύχαινες, ο κόσμος να χαλάσει. Νιώθουν -κι ας μην το ομολογούν ούτε στους εαυτούς τους- σαν να ποντάρανε σε λάθος άλογο. Τα ρίχνουν στον προπονητή, τα ρίχνουνε στο στάβλο -δηλαδή στο σχολείο- τα ρίχνουν στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε μες στο σπίτι αφότου η μαμά έπιασε τον μπαμπά σχεδόν στα πράσα με εκείνη τη συνάδελφό του, στους συνεχείς καβγάδες τους οι οποίοι σε αποσπούσαν απ’ το διάβασμα. Τα ρίχνουνε σε εκείνους κι εν τέλει σε εσένα…

Πώς να τους εξηγήσεις ότι και καθαρόαιμο του ιπποδρόμου να ήσουν, οι Πανελλαδικές δεν μοιάζουν με κανονική κούρσα; Έχουν τόσο παράλογους κανόνες, ώστε το μόνο που μετράει ουσιαστικά είναι να φοράς χοντρές παρωπίδες, να βάζεις το κεφάλι κάτω και να τρέχεις δίχως να σκέφτεσαι τίποτα απολύτως. Στο μάθημα της Ιστορίας, φερ’ ειπείν, οφείλεις να αποστηθίσεις καμιά τριακοσαριά σελίδες, με τα «και» και με τα κόμματα τους, ώστε το γραπτό που θα παραδώσεις να μοιάζει με φωτοτυπία του διδακτικού βιβλίου. Στην Έκθεση, πρέπει να μάθεις να υποστηρίζεις τις πιο ανόητες απόψεις, ότι το διαδίκτυο απομονώνει δήθεν τους ανθρώπους, πως τα παιδιά νιώθουν βαριά στους ώμους τους την ευθύνη για τη σωτηρία του περιβάλλοντος… Πού τους κατέβηκαν όλα ετούτα του Υπουργείου Παιδείας και των καθηγητών; Τα έχουν δει ποτέ τα παιδιά; Ή καθρεφτίζουν απλώς στα μάτια των μαθητών τη δική τους αλαζονεία; Τα είχες πει μια μέρα έξαλλη στον πατέρα σου. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», σου είχε απαντήσει εκείνος, με ένα ηττημένο μάλλον ύφος. «Μακάρι όταν εσύ μεγαλώσεις να καταφέρεις να τους αλλάξεις. Για αυτό, για να έχεις δύναμη κι επιρροή, πρέπει να μπεις στο Πανεπιστήμιο…».

Και τώρα που τα σκάτωσες στις εξετάσεις; Που τον Σεπτέμβριο ο γιος των κουμπάρων θα μετακομίσει στην Ξάνθη -έκτος, παρακαλώ, επιτυχών στο Πολυτεχνείο!- και η κόρη των Αλβανών του ισογείου θα γραφτεί, άκουσον άκουσον, στην Παιδαγωγική; Εσύ, μικρή μου αποτυχία, τι σκοπεύεις να κάνεις; Να πας στο παρακατιανό ΤΕΙ που σε έριξε η κακιά ώρα και δεν (θες να) θυμάσαι ούτε καν το όνομά του; Όχι ασφαλώς! Θα στρώσεις κάτω κώλο και θα ξαναδοκιμάσεις! Τον Μάιο του 2014, θα βγάλεις από πάνω σου το στίγμα. Θα απαλλάξεις τους καλούς γονείς σου από το μαράζι. Σε λίγα χρόνια δε, όταν θα αριστεύεις στη Σχολή και θα ετοιμάζεσαι για μεταπτυχιακά, κανείς δεν θα θυμάται πως είχες μπει με τη δεύτερη.

Τόσο καλά… Έλα όμως που και μόνο η θέα των σχολικών βιβλίων σού φέρνει πλέον αναγούλα; Που η προοπτική να ξαναμπείς απ’ το φθινόπωρο στο ίδιο μαγγανοπήγαδο -γνωστό κείμενο, άγνωστο κείμενο, γραμματικά φαινόμενα, συνώνυμα και αντώνυμα- σου φαίνεται εφιάλτης; Και έχεις από πάνω κι εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν νόημα όλα αυτά καθότι η ανεργία των νέων -και ειδικά των πτυχιούχων- καλπάζει. Εκείνους που σε προειδοποιούν ότι σε λίγα χρόνια οι μισθοί θα έχουν πέσει σε επίπεδα Βουλγαρίας -τι Βουλγαρίας; Κίνας!- κι ότι οι Έλληνες θα δουλεύουν μέχρι τα ογδόντα. «Αντί να ασχολείσαι με τις πανελλαδικές, πάλεψε για να ανατραπεί το σύστημα!», σε είχε προτρέψει ένας συμμαθητής σου με μπλουζάκι Τσε Γκεβάρα. Ο ίδιος, βέβαια, ευχόταν να απεργήσουν οι καθηγητές για να έχει στη διάθεσή του περισσότερες μέρες για διάβασμα. Πρώτος στα μαθήματα, πρώτος και στον αγώνα…

Ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, μα στην πραγματικότητα δεν χολοσκάς για τον μελλοντικό μισθό ούτε βεβαίως για τη σύνταξή σου. Είσαι δεκαοχτώ χρονών! -ότι βρίσκεται σε ορίζοντα μακρύτερο από λίγους μήνες, σου φαίνεται εξαιρετικά αβέβαιο και άρα αδιάφορο. Έλα όμως που όλοι, ακόμα και το αγόρι σου, σε καλούν να σχεδιάσεις τη ζωή σου; Να σοβαρέψεις. Να θέσεις τις βάσεις…

Θέλεις τη γνώμη μου; Μην τους ακούς! Μοναδικός λόγος να δώσεις δεύτερη φορά, στο καπάκι, Πανελλαδικές είναι να λαχταράς να μπεις σε μια συγκεκριμένη σχολή. Να ονειρεύεσαι μέσα από την καρδιά σου να γίνεις αρχιτέκτονας ή δικηγόρος ή οπτικός. Άμα κάτι τέτοιο δεν σου συμβαίνει, τότε απλώς χαλάρωσε. Εάν κατά βάθος θα ’θελες να φτιάχνεις μαλλιά ή νύχια ή ακόμα και κοκτέiλ πίσω απ’ τον πάγκο ενός μπαρ, ακολούθησε την κλίση σου. Χίλιες φορές μία ευτυχισμένη -και άρα επιτυχημένη- κομμώτρια, παρά μία γιατρός με το στανιό.

Σε πολλές χώρες του λεγόμενου «ανεπτυγμένου κόσμου», σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, θεωρείται αυτονόητο σχεδόν πως τα παιδιά -τελειώνοντας το σχολείο- θα πάρουν έναν χρόνο off, για να ταξιδέψουν, για να απασχοληθούν από εδώ κι από εκεί, για να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους και μέσα τους. Μονάχα στην Ελλάδα τα ταξίδια θεωρούνται αναψυχή πολυτελείας και οι ευκαιριακές δουλειές παρηγοριά -και ταπείνωση παράλληλα- για τον άνεργο.

Καλά, μην τρομάζεις! Δεν σου προτείνω να πας στον πατέρα σου, που του ’χουν κόψει τον μισό μισθό, και να του ζητήσεις λεφτά για να γυρίσεις τον κόσμο. Σε πληροφορώ απλώς πως όταν εγώ, το 1985, βαθμολογήθηκα με 12 στην Έκθεση κι έμεινα έξω για ένα μόριο από τη Νομική, κατέβηκα με τον τότε κολλητό μου στον Πειραιά και εκδώσαμε ναυτικά φυλλάδια. Το ότι δεν μπάρκαρα τελικά το θεωρώ προσωπική μου αποτυχία. Κι αν η δουλειά του μούτσου ή του καμαρότου παραμένει καθαρά ανδρική, σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχες ευκαιρίες για κορίτσια που δεν κωλώνουν να βγουν απ’ την πεπατημένη, να αγνοήσουν τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.

Δεν σε καλώ ντε και καλά να επαναστατήσεις. Δεν σε προτρέπω να εκβιάσεις την περιπέτεια. Σου ενημερώνω απλώς (με το δικαίωμα της πείρας που εγώ έχω, ενώ εσύ στερείσαι) πως η ζωή είναι αδιανόητα μεγάλη και εξαιρετικά απρόβλεπτη. Η τράπουλα θα μοιραστεί πολλές-πολλές φορές, οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και θα ξαναγίνουν έσχατοι. Ασφαλή σχέδια, σίγουρες επενδύσεις δεν υπάρχουν - το απέδειξε άλλωστε περίτρανα και η κρίση, η οποία μας πήρε και μας σήκωσε, από το 2009. Η μόνη, συνεπώς, πυξίδα που έχει νόημα να συμβουλεύεσαι, βρίσκεται μέσα σου. Όσοι την ακολούθησαν, ακόμα και αν έχασαν, δεν χάθηκαν. Όσοι την αγνόησαν, καταδίκασαν τους εαυτούς τους σε «επιτυχημένες» ίσως πλην σκυφτές ζωές.

Ο Ξενοφών -ο αρχαίος εκείνος συγγραφέας- μας παραδίδει την ιστορία ενός ανθρώπου που όταν τον καταδίκασαν να πιει το κώνειο, το κατέβασε άσπρο πάτο και γλείφοντας τα μουστάκια του, είπε «γεια στα χέρια σου!» στον δήμιό του. «Εκείνο γαρ κρίνω του ανδρός αγαστόν, το -του θανάτου παρεστηκότος- μήτε το φρόνιμον μήτε το παιγνιώδες απολίπειν εκ της ψυχής…». Υποκλίνεται, δηλαδή, μπροστά στον άνδρα που στην πιο δεινή του ώρα διατηρεί τόσο την ψυχραιμία, όσο και το χιούμορ του. Μια αποτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις απέχει -στο ορκίζομαι- έτη φωτός από τις δυσκολίες που σου είναι, που είναι σε όλους μας, γραφτές. Κράτα λοιπόν το κέφι σου, φίλα το σαν τα μάτια σου! Μην το ανταλλάξεις με καμία -ενήλικη δήθεν- σοβαρότητα.

Να σε κεράσω ένα παγωτό;
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς

Ἔλα λοιπὸν νὰ στρώσουμε τὸ φῶς
Νὰ κοιμηθοῦμε τὸ γαλάζιο φῶς στὰ πέτρινα σκαλιὰ τοῦ Αὐγούστου.
Ξέρεις, κάθε ταξίδι ἀνοίγεται στὰ περιστέρια
Ὅλος ὁ κόσμος ἀκουμπάει στὴ θάλασσα καὶ τὴ στεριά
Θὰ πιάσουμε τὸ σύννεφο θὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ συμφορά τοῦ χρόνου
Ἀπὸ τὴν ἄλλην ὄψη τῆς κακοτυχιᾶς
Θὰ παίξουμε τὸν ἥλιο μας στὰ δάχτυλα
Στὶς ἐξοχές τῆς ἀνοιχτῆς καρδιᾶς
Θὰ δοῦμε νὰ ξαναγεννιέται ὁ κόσμος!

Από τους «Προσανατολισμούς» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Η κιβωτός του Αντρέα

Τέλη Αυγούστου πάνω από τον ουρανό της Αττικής, όσο και να πεις είναι περίεργο να εμφανίζονται σύννεφα. Κι όχι αραιά σύννεφα που διαλύονται σε λίγα λεπτά, κάθε άλλο! Σύννεφα γκρίζα και μεγάλα, έτοιμα για δυνατή βροχή. Ο Αντρέας σήκωσε ελαφρά το κεφάλι του στον ουρανό. Όλα λοιπόν γίνονταν όπως του είχε πει ο ίδιος ο Θεός. Όλα ήταν έτοιμα για τον μεγάλο κατακλυσμό. Τον κατακλυσμό αυτόν τον τόσο υποχρεωτικό για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους που ωστόσο όποτε τον ανέφερε σε γνωστούς και φίλους τον έπαιρναν για τρελό. Να όμως τώρα που στα τέλη του καλοκαιριού τα σύννεφα ήταν έτοιμα να εκπληρώσουν την θεία υπόσχεση. Η κιβωτός του ήταν πια έτοιμη, οι πρώτες στάλες δεν θα αργούσαν να εμφανιστούν. Ναι, ήταν έτοιμος, ο Αντρέας ήταν ο μόνος που είχε προετοιμάσει την κιβωτό, για το καλό της ανθρωπότητας κι ήταν έτοιμος να ζήσει και μετά τον κατακλυσμό. Πριν προλάβει να ξεσπάσει η θεομηνία έσκυψε το κεφάλι στο μέρος της καρδιάς έκλεισε τα μάτια και ταξίδεψε με τη ταχύτητα της σκέψης.

«Για να δω… τα πήρα όλα; Το αγαπημένο μου παιχνίδι, το πρώτο μου φιλί, τα γέλια από τις παιδικές καλοκαιρινές μου διακοπές, τα μακροβούτια μου στη Σέριφο, η νύχτα με τα βεγγαλικά στον Πόρο, το σχίσιμο της καρδιάς τη στιγμή που έκλεισε για πάντα τα μάτια ο πατέρας, την αγωνία για τα αποτελέσματα των εξετάσεων, το πρώτο μου βαλς μαζί της, η ορκωμοσία μου, το ώτο στοπ από την κατασκήνωση στη πόλη, το εφηβικό μου ημερολόγιο, οι όρκοι που μοιράστηκα με την Κλαίρη, η αγάπη της, η αγάπη μου, το πρώτο μου ξύπνημα δίπλα της, οι έρωτές μας, το θαύμα στα δεκατρία μου, ο πρώτος μου μισθός, ο Μικρός Πρίγκηπας, τα δάκρυα που έχυσα σαν πέθανε ο δάσκαλός μου ο κύριος Μάνος, το πρωινό στην Αμοργό, την αγαπημένη μουσική από τον Χατζιδάκι, τον περίπατο από την Καμαριανή στον άγιο Παντελεήμονα, την ανοιξιάτικη βροχή στον λόφο της Ελισσώς, με τι την σκέπασα τότε; Με τίποτα, απλά την αγκάλιασα και γίναμε κι οι δυο μούσκεμα, κι οι δυο αλλά αυτή μέσα στην αγκαλιά μου…»

Οι πρώτες στάλες της βροχής άρχισαν να ραίνουν το κατεβασμένο κεφάλι του Αντρέα. Δίχως να ανοίξει τα μάτια ο ίδιος συνέχισε να μετρά όλα εκείνα που έπρεπε να έχει φυλαγμένα στην κιβωτό, για το καλό της ανθρωπότητας, για να σωθεί η ανθρωπότητα όπως του υποσχέθηκε ο Θεός… δεν έπρεπε να ξεχάσει τίποτα έξω, εάν τα άφηνε τώρα, αυτά θα χανόταν για πάντα, η ανθρωπότητα θα χανόταν για πάντα!

«Τα ευχαριστώ που πήρα και τα ευχαριστώ που έδωσα, οι συγγνώμες, οι πληγές, το γέλιο του μικρού Παναγιώτη όταν τον πήγα λούνα παρκ, το παγωτό που μοιραστήκαμε, η έκπληξη από τους συναδέλφους στο γραφείο, οι πλάκες στο στρατό, τα πρωτοβρόχια, η εκδρομή στη Βουδαπέστη, το εκμέκ της Λουκίας, τα μια για πάντα ειπωμένα μυστικά, η μοναξιά μου, η αγκαλιά της μάνας μου, η διάρκεια στη χαρά, οι πρώτες φορές που ανακαλύπταμε τους νέους δρόμους, ο κύριος Στέλιος κι η κυρία Μάρθα, η εκδρομή στα Γιάννενα, το κορίτσι που ορκίστηκε πως δε θα με ξεχάσει ποτέ, ο πίνακας του Νίκου, το όνειρο που έζησα, οι αγαπημένες μου ταινίες που τις έβλεπα ξανά και ξανά δίπλα της για να τις δει κι αυτή για πρώτη φορά, το πλοίο για τις Σπέτσες που χάσαμε, τα δάχτυλά μου στα δάχτυλά της, η μουσική από το σιωπητήριο, τα ξενύχτια στη Σκιάθο, η επέμβαση στο πόδι, η βάφτιση της Νικολέτας, η τελευταία εξεταστική, η έκπληξη απ’ την αγάπη της Μυρτώς, το απόγευμα στη Μήλο…»

Ο Αντρέας με μια απότομη κίνηση άνοιξε τα βλέφαρά του και σήκωσε την προσοχή του από το μέρος της καρδιάς. Κι αν είχε ξεχάσει κάτι; Μέρες τώρα μέτραγε όλα όσα έπρεπε να χωρέσει στην κιβωτό που θα έσωζε την ανθρωπότητα. Μέρες τώρα μέτραγε νέες αναμνήσεις και τις στοίβαζε στην κιβωτό που είχε τόσο λίγο χώρο για μια τόσο μεγάλη ζωή. Κι αν έχανε κάτι; Αν ξέχναγε κάτι έξω από την κιβωτό; Αυτό δεν θα πλημμύριζε, δεν θα βυθίζονταν για πάντα από την καταιγίδα της λησμονιάς που συντρίβει άσπλαχνα ανθρώπινες ζωές; Έπρεπε να είναι πιο προσεχτικός! Σε λίγο έπρεπε να κλείσει την θύρα κι η κιβωτός να ξεκινήσει το ταξίδι της για τη σωτηρία του κόσμου, οι τελευταίες στιγμές από το παρελθόν μια ζωής που θα εξασφάλιζε τη συνέχιση της ανθρώπινης ιστορίας έπρεπε να μαζευτούν.

«… Όλες, νομίζω τις μάζεψα όλες, κάθε λεπτομέρεια αυτές τις μέρες την έχω βάλει μέσα σε τούτη τη κιβωτό». Ο Αντρέας ξανάκλεισε τα μάτια κι έσκυψε το κεφάλι, οι τελευταίες αναμνήσεις έρχονταν βιαστικά να διεκδικήσουν το χώρο τους την ώρα που η θύρα στην κιβωτό έκλεινε για να υποδεχτεί τον κατακλυσμό. «Η ομίχλη στην Αβινιόν, τα ποιήματα, η ανθοδέσμη στη πλατεία Δροσιάς, το χαμόγελο του Φάνη, η βόλτα στις κούνιες με την Ανθή και τη Γωγώ… το φως…».

Η θύρα της κιβωτού έκλεισε με δύναμη την ώρα που ο Αντρέας άνοιγε τα μάτια και σήκωνε το πρόσωπο από το μέρος της καρδιάς. Εκείνη την ώρα ένας κατάμαυρος ουρανός φορτωμένος βαριά σύννεφα είχε αγγίξει τη γη και γέμιζε κάθε βλέμμα της όρασης με απειράριθμες ελάχιστες λεπτομέρειες σε μορφή σταγόνων βροχής. Μια βροχή που γινόταν ολοένα πιο δυνατή, πιο έντονη, ώσπου ξέσπασε ο κατακλυσμός. Ένας κατακλυσμός που κράτησε χρόνια και κατέστρεψε κάθε τι που έπρεπε να καταστραφεί σε τούτον τον κόσμο. Πόσες μέρες πέρασαν χρωματισμένες στα κάτοπτρα άπειρων σταγόνων βροχής, πόσες μέρες δύσκολες, μέρες που η ζωή όλη βρίσκονταν κλεισμένη μέσα στη κιβωτό, μέρες που ο Αντρέας δεν μπορούσε να πατήσει τα πόδια του στη γη, γιατί τότε, όπως τον είχε προειδοποιήσει ο Θεός, δεν υπήρχε γη, στέρεο έδαφος, μόνο παντού νερό πολύ, νερό από δάκρυα ή βροχή, και το μόνο στέρεο σε τούτη την ατέλειωτη θάλασσα, αυτή η μικρή κιβωτός.

Η ιστορία του κόσμου άλλαξε την μέρα που ο Αντρέας είδε από το παράθυρο της καμπίνας του στη κιβωτό ένα πανέμορφο ουράνιο τόξο. Οι παλιοί έλεγαν πως αυτό είναι η συμφωνία του Θεού προς τον άνθρωπο, η διαβεβαίωση πως όλα τα άσχημα τελείωσαν, ο κατακλυσμός έπαψε και πια ο ουρανός θα ξαναποκτήσει χρώματα κι οι μέρες θα ξαναγίνουν από αριθμοί, ζωή. Κοίταζε σαν χαμένος την αλλαγή, την ομορφιά, αχ γιατί να μην έχει κλείσει ένα ουράνιο τόξο στην κιβωτό του; Άραγε ο κόσμος θα έχει ουράνιο τόξο όταν η θύρα της κιβωτού ανοίξει; Το ερώτημα δεν τον απασχόλησε πολύ γιατί κάθε φορά που ρωτούσε του απαντούσε σαν θαύμα το μέγεθος της ομορφιάς που είχε εμπρός του να θαυμάζει. Κι έτσι σώπαινε. Απλά κοιτούσε, και σώπαινε.

Ο Αντρέας όμως επειδή δεν θυμόταν καλά την ιστορία του Νώε δεν ήξερε ποια μορφή έχει αυτή η υπόσχεση με το ουράνιο τόξο. Με τι τρόπο ο Θεός δίνει τη σωτηρία που έχει υποσχεθεί στους ανθρώπους. Είναι ένα γεγονός, ένας άνθρωπος, ένας τόπος, μια συγκυρία, ποιος μπορούσε να του πει με ασφάλεια; Κάπως έτσι έχασε άλλον έναν μήνα περιμένοντας να βρει μιαν απάντηση και σαν είδε πως ήταν αδύνατον να τη βρει αποφάσισε να εμπιστευτεί τον Θεό. Αυτός στέλνει τους κατακλυσμούς αυτός θα στέλνει και τα ουράνια τόξα! Έτσι λοιπόν μια μέρα μιας ξεχασμένης άνοιξης, άφησε από την κιβωτό κάτι για να δει εάν θα επιστρέψει, κάτι για να τον βεβαιώσει με ασφάλεια πως ο κατακλυσμός τελείωσε και μπορεί η ανθρωπότητα να συνεχίσει την ιστορία της. Κοίταξε για αρκετή ώρα στην κιβωτό του, άνοιξε ένα μικρό παράθυρο κι άφησε να φτερουγίσει η ελπίδα που ένιωθε όταν ήταν παιδί. Ήξερε πως αυτή θα του μαρτυρούσε με σιγουριά αν υπήρχε ζωή όταν όλα γύρω του θα ήταν ερημιά. Εξαιτίας της δεν θα μπορούσε να υπάρχει κόλαση˙ και την έστειλε. Δυο μέρες μετά η ελπίδα των παιδικών χρόνων του Αντρέα επέστρεψε. Το ταξίδι είχε πια τελειώσει! Ο κατακλυσμός κράτησε στη ζωή ό,τι άξιζε να κρατηθεί, ό,τι ήταν αληθινή ζωή, ό,τι εν τέλει θα ήταν πια δικό του για πάντα.

Το δικό του Αραράτ ο Αντρέας το βρήκε στην οδό Αγίου Νικολάου 23 στον Χολαργό. Στο διαμέρισμα που άραξε η κιβωτός με όσα κατάφερε να χωρέσει μέσα την ώρα που ξεκίναγε ο κατακλυσμός. Ο Θεός απέδειξε για άλλη μια φορά τη σοφία του σώζοντας στο πρόσωπο του την ιστορία της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας που δεν είναι ποτέ πια η ίδια δίχως τον έναν που χάνεται, μιας ανθρωπότητας που αν δεν περιλαμβάνει την ιστορία όλων δεν αξίζει να περιλαμβάνει την ιστορία κανενός. Τα μαθηματικά των τρελών, του Θεού και των σοφών το λένε ξεκάθαρα: ή όλοι ή κανένας. Ο Αντρέας έζησε τον δικό του κατακλυσμό, έχτισε τη δική του κιβωτό και εκεί μέσα κατάφερε να σώσει τη ζωή του. Μια ζωή που σαν βγήκε ζωντανός μετά τον κατακλυσμό την πρόσφερε ατόφια μέχρι την τελευταία της ικμάδα στην ανθρωπότητα που δίχως αυτόν δεν θα υπήρχε ακέραια. Μια ανθρωπότητα που εξαιτίας του έμεινε ολόκληρη αφήνοντας όσα κι όσους βυθίστηκαν στον κατακλυσμό για πάντα χαμένα. «Ο καθένας κι ο κατακλυσμός του, ο καθένας κι η κιβωτός του» μονολόγησε κι ο Αντρέας από το όμορφο καθιστικό του στην οδό Αγίου Νικολάου 23 στον Χολαργό. Έσφιξε στην αγκαλιά του τη σύζυγό του, έκλεισε τα μάτια και συνέχισε να γράφει την όμορφη συνέχεια στην ιστορία της ανθρωπότητας!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Έλυτρα χρυσά του Αυγούστου

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Από τους «Προσανατολισμούς» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Οι διακοπές της Αννούλας

Νωρίς το πρωί στο τριάρι της οδού Κυκλάδων στον Κορυδαλλό η Αννούλα, ετοιμάζει τις βαλίτσες της για τις διακοπές του τριακοστού τρίτου καλοκαιριού της ζωής της. «Σαν έτοιμη από καιρό» έχει μαζέψει τα πράγματά της κοντά στην πόρτα της εξόδου κι ετοιμάζεται να ρίξει μια τελευταία ματιά πριν φύγει. Το πλοίο για τα Χανιά φεύγει στις 11 ακριβώς από το λιμάνι του Πειραιά. Εκεί θα την περιμένει ο Μάνος, ο σύντροφος αυτού του καλοκαιριού που γνώρισε πριν πέντε μήνες σε κάποιο μπαράκι στο Γκάζι και εξασφαλίζει στη δημόσια γνώμη πως είναι η σχέση της. Οι τελευταίες σκέψεις της την βρίσκουν με τα γυαλιά ηλίου στο χέρι να πλησιάζει αργά ερευνώντας τον γύρω χώρο, την πόρτα της εξόδου.

To tablet το πήρα ε; Μην πάω χωρίς tablet φέτος… πάλι με το smartphone θα βγάζω φωτογραφίες; Όχι δα… από το tablet θα τις ανεβάζω αμέσως στο facebook, καλά θα σκάσουν οι άλλες με τις φωτογραφίες μου… Αχ, ναι, φωτογραφίες, όσο γίνεται περισσότερες φωτογραφίες…

Βέβαια πολλές φωτογραφίες είχα βγάλει και πέρσι για να δείχνω στους φίλους το χειμώνα, αλλά με πόση αδιαφορία τις κοιτούσαν κάθε φορά που τις πρότεινα. Βέβαια κι εγώ όταν μου έδειχναν τις δικές τους το ίδιο αδιάφορη ήμουν. Τι τα θες; Μάλλον ζηλεύουν γιατί οι δικές μου ήταν πιο καλλιτεχνικές, ήταν όλες σε απίθανα μέρη σε ξεχωριστές στιγμές, έδειχναν την ευτυχία μου. Αλήθεια είναι δυνατόν να έμειναν ασυγκίνητοι με εκείνες τις πόζες μου στα νυχτερινά μπαρ της Μυκόνου που στροβιλιζόμουν ανάμεσα σε εντυπωσιακά άγνωστα σώματα; Είναι δυνατόν να έμειναν ασυγκίνητοι μπροστά σε εκείνη την όλο νοσταλγία πόζα μου με το γαλάζιο αραχνοΰφαντο φορεματάκι μου, με θέα το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη; Αυτό είναι το must των διακοπών εκεί! Εκατομμύρια επισκέπτες, στην ίδια θέση, την ίδια ώρα, μια σαν όλους κι εγώ! Αλήθεια πάλι είναι δυνατόν να μην ζήλεψαν με τη φωτογραφία μου στον Λούσιο που έκανα καγιάκ; Μα τι τα σκέφτομαι; Σίγουρα πέρσι τους έπεισα όλους πως υπήρξα ευτυχισμένη, πως οι δικές μου διακοπές ήταν οι στιγμές που θα ήθελε να ζήσει ο καθένας, αλήθεια τα κατάφερα; Κρύφτηκα…ε, τους έπεισα όλους; Σίγουρα…

Φέτος οι φωτογραφίες μου θα προσέξω να με δείχνουν πιο ευτυχισμένη, πιο δυναμική, πιο σίγουρη για τον εαυτό μου, πιο sexy, τζάμπα έλιωσα στο γυμναστήριο εννέα μήνες; Θα πρέπει να ακτινοβολώ περισσότερη ευτυχία, περισσότερη σιγουριά, περισσότερη θηλυκότητα. Τι κι αν μέσα μου τα έχω χαμένα; Με ένα όμορφο μαγιό, ένα τέλειο μαύρισμα, το καλό μου κίτρινο καπέλο και μια ανέμελη όλο νάζι πόζα με θέα τη θάλασσα θα τους πείσω όλους πως είμαι πιο ευτυχισμένη από πέρσι. Το χαμόγελό μου είναι πια μόνιμο σε κάθε μου φωτογραφία. Αντανακλαστικά με το πάτημα του κουμπιού εμφανίζεται κι αυτό. Να δείχνω χαρούμενη, ικανοποιημένη, πως ανήκω κι εγώ κάπου, πως αξιοποιώ σωστά το χρόνο μου, πως πλουταίνω σε όμορφες εμπειρίες, πως επιτέλους κατάφερα να δώσω διάρκεια στην ευτυχία μου. Θα το καταλάβουν οι άλλοι; Μα έχω προπονηθεί σκληρά, ναι θα το καταλάβουν!

Όταν πάλι θα με ρωτούν τον Σεπτέμβρη δεν θα τους λέω μόνο πως πήγα στο χωριό μου. Θα τους πω πως πήγα στα πιο απίθανα μέρη. Τα Χανιά τα ξέρουν όλοι. Ε, εγώ θα τους μιλάω για το Ελαφονήσι, το Καστέλι, θα τους πω για το Μάλεμε και τη Λισσό, θα εκθειάζω τις παραλίες στα Φαλάσαρνα και στο Φραγκοκάστελλο, θα λέω ιστορίες για ξενύχτια στον Πλατανιά και βέβαια θα μεταφέρω και τις αθλητικές μου εμπειρίες από το φαράγγι της Σαμαριάς! Όλοι θα ζηλεύουν, όλοι θα κρέμονται από τα χείλη μου και τον ενθουσιασμό μου. Κι αν υπάρχει κανείς δύσπιστος θα φροντίσω να τον πείσω με τις φωτογραφίες μου. Το καλοκαίρι αυτό μου ανήκει! Ανήκει στην εικόνα μου, στον εαυτό που θέλω να δείχνω, ανήκει στην κρυμμένη ευτυχία που χρόνια ψάχνω αλλά νιώθω να τη χρωστώ στους άλλους και πρέπει να τους τη δείχνω. Μια εικόνα, μια ευτυχισμένη εικόνα, αυτός είναι ο σκοπός του καλοκαιριού!

Κι ύστερα πώς το λένε κι οι φίλοι μου; Να γεμίσεις τις μπαταρίες, να ξεκουραστείς, να αλλάξεις παραστάσεις… Παραστάσεις! Μα αλήθεια τι ζωή είναι αυτή όταν τη ζεις όπως θες μόνο για δυο βδομάδες το χρόνο; Τι νόημα κουβαλά σαν υπομένεις τόσα και τόσα για να ζήσεις όπως θα ήθελες να ζεις μόνο για δυο βδομάδες; Κι ύστερα αυτό είναι διακοπές; Γιατί να μην είναι η ρουτίνα διακοπές και αυτές οι δυο βδομάδες το νόημα της ζωής; Τι μπερδέματα είναι αυτά τέτοιαν ώρα στο μυαλό μου; Όλος ο κόσμος έτσι δεν περνά τις διακοπές του; Διακοπές από μια δύσκολη καθημερινότητα, μια επίπονη ρουτίνα που σε στύβει για έντεκα μήνες, χαρίζοντάς σου, σαν τους φυλακισμένους, την άδεια του ενός μήνα το χρόνο για διακοπές. Διακοπές αλήθεια από τι; Από τη ζωή μου; Από τη δύσκολη ζωή μου; Από μια ζωή που δεν θέλω να ζω αλλά τη ζω όπως θέλω μόνο στις διακοπές; Ειρωνικό μού ακούγεται! Διακοπές από την καθημερινότητα... Μάλλον δεν ζω την καθημερινότητα που ονειρευόμουνα…

Τώρα βέβαια που το θυμάμαι ο παππούς κι η γιαγιά ποτέ δεν πήγαιναν διακοπές. Είχανε πάντα δουλειές, έτσι έλεγαν. Τουλάχιστον αυτό πρόβαλλαν σαν δικαιολογία που δεν είχαν φύγει από το χωριό σε όλη τους τη ζωή παρά μόνο σπάνιες φορές για κοντινούς προορισμούς. Αλήθεια πάντα δούλευαν αυτοί οι άνθρωποι; Πάντα ήταν τόσο ξεκούραστοι που δεν ένιωθαν την ανάγκη για διακοπές; Έστω και για δυο βδομάδες; Και φωτογραφίες; Δεν έδειχναν σε κανέναν φωτογραφίες; Και πώς τους έπειθαν όλους πως ήταν ευτυχισμένοι; Γίνεται κανείς σημαντικός χωρίς να αποδεικνύει την ευτυχία του με φωτογραφίες;

Εγώ πάλι επειδή είμαι προνοητική κι αρκετά έξυπνη θα χρειαστεί να βρίσκομαι δίπλα σε εμφανίσιμους ανθρώπους, καλογυμνασμένα αγόρια και ηλιοκαμένα κορίτσια. Ο Μάνος θα βοηθήσει σε αυτό. Κάθε χρόνο στα γυμναστήρια τρέχει. Θα είμαστε η τέλεια εικόνα ευτυχισμένων παραθεριστών! Θα προσέχω επιμελώς να δείχνω άνετη όταν πίνω το ποτό μου στο μπαρ και πίσω μου όλοι να διασκεδάζουν, να φαίνομαι ικανοποιημένη από την μοναδική εύνοια της μοίρας να μου χαρίσει το πλεονέκτημα της μοναδικής επί γης απόλυτα ικανοποιημένης τουρίστριας. Μη φανεί πουθενά η αίσθηση του ξένου, αλίμονο. Όλα δίπλα μου πρέπει να φαίνονται οικεία, οι άνθρωποι, τα μέρη, τα συναισθήματα. Πρέπει να φαίνομαι ευτυχισμένη!

Τώρα βέβαια που το ξανασκέφτομαι όλο σε νησιά πάω τα τελευταία χρόνια. Εκεί δε μαζεύεται όλη η κάθε ηλικίας νεολαία κι όσοι θέλουν να φωτογραφήσουν την ευτυχία τους; Τι περίεργο! Να τελειώνεις το σχολείο στα 18, να νιώθεις τον κόσμο δικό σου και τη ζωή όλη μπροστά σου, να θες να τον γυρίσεις όλον αυτό τον κόσμο, να ξεκινάς από τα μπαράκια των Κυκλάδων με κανέναν γκόμενο που θέλει να ξεχαρμανιάσει κι εσύ να αισθανθείς την αυτοεκτίμηση για την οποία δεν αγωνίστηκες ποτέ και στα 30 σου να καταλήγεις να περιφέρεσαι πάλι στα ίδια μπαράκια, ανάμεσα στους ίδιους αγνώστους, στα ίδια νησιά, αλλαγμένη από τα χρόνια μέσα στο ίδιο φόντο νέων φωτογραφιών. Πού πήγαν τα όνειρα; Η διάθεση να αλλάξω τον κόσμο; Να τον γυρίσω όλον, να τον χαρώ; Ο Καβάφης ήταν αυτός που το χε πει; Η πόλις θα σε ακολουθεί… Ποτέ δεν ήμουν καλή στη Λογοτεχνία…

Θα πρέπει να τηλεφωνήσω στον Μάνο. Το καράβι φεύγει σε μια ώρα, άργησα. Αλήθεια αυτός γιατί δεν με κάλεσε ακόμη; Λες να έχει ήδη φτάσει στον Πειραιά; Σιγά μην τον ενδιαφέρει. Παρέα ψάχνει κι αυτός για να ψαχτεί. Κι αυτός τον δικό του καλοκαιρινό αγώνα φωτογραφίας ετοιμάζει όπως κι εγώ. Αγώνας να πείσεις όλους και τον εαυτό σου ότι είσαι κάπου, με κάποιον, κάπως, να κρύψεις επιμελώς αυτά που είναι μόνο για σένα. Πρέπει να τους ενδιαφέρει όλους η ευτυχία σου κι η καλοπέραση αλλιώς τι στο καλό ευτυχία είναι; Τα ζευγάρια εξασφαλίζουν πάντα σίγουρα αποτελέσματα ευτυχίας στη γνώμη των άλλων! Πόσα like θα μαζέψω στις φωτογραφίες που θα ανεβάσω στο facebook, αλήθεια θα τρελαθούν όλοι με τα νούμερα που θα μετράνε την ευτυχία μου.

Τα έκλεισα όλα, καιρός να φεύγω λοιπόν! Ας πάω να καλοπεράσω! Καλές διακοπές να έχω και φέτος! Καλό καλοκαίρι και κυρίως καλές φωτογραφίες να βγάλω! Αλλά για μια στιγμή, η μάνα μου είπε να μη ξεχάσω να διαβάσω το σημείωμα με τις ευχές της προτού φύγω. Τι κουτό, λες κι είμαι παιδί, να μου τα γράφει για να μη με ξυπνάει το πρωί! Πού το έχει; Α.. να το !

Η Αννούλα κάνοντας ένα απότομο βήμα προς τα πίσω, πλησιάζει το τραπέζι της κουζίνας και βρίσκει το διπλωμένο σημείωμα της μητέρας της. Αφήνει τα γυαλιά ηλίου στο τραπέζι κι ανοίγει το τσαλακωμένο χαρτί με βιασύνη. «Κάθε ταξίδι παιδί μου είναι τρόπος, όχι τόπος. Εάν γυρίσεις η ίδια τότε γιατί να πας; Τρόπος να ζεις, όχι τόπος να δεις το ακούς Αννούλα; Τρόπος… Καλό ταξίδι! ». Η Αννούλα των τριάντα τριών καλοκαιριών τσαλάκωσε γρήγορα το σημείωμα και το έβαλε στη τσέπη της. Κανείς δεν έμαθε ποτέ εάν συναντήθηκε αργότερα με τον Μάνο στο λιμάνι για το ταξίδι στα Χανιά. Ο χρόνος ως διακοπές άρχισε να μετρά…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Η σωτηρία από την κόλαση

Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που θα υπάρξει• αν υπάρχει μία, είναι αυτή που βρίσκεται ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε κάθε μέρα, που φτιάχνουμε με το να ζούμε μαζί. Δύο τρόποι υπάρχουν για να γλιτώσεις από το μαρτύριό της. Ο πρώτος είναι εύκολος σε πολλούς: δέξου την κόλαση και γίνε μέρος της, έτσι που να μην τη βλέπεις πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και γνώση: ψάξε και μάθε ν' αναγνωρίζεις ποιος και τι, στη μέση της κόλασης, δεν είναι κόλαση, κι αυτά κάνε να διαρκέσουν, δώσ' τους χώρο.

Από τις «Αόρατες πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο, εκδόσεις Καστανιώτης
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Επιμένω σ' έναν άλλο κόσμο

Ἐπιμένω σ' ἕναν ἄλλο κόσμο. Τόν ἔχω τόσο ὀνειρευτεῖ, τόσο πολύ ἔχω
σεργιανίσει μέσα τοῦ πού πιά εἶναι ἀδύνατο νά μήν ὑπάρχει.

Από τα «Ποιήματα» του Χρίστου Λάσκαρη, εκδόσεις Γαβριηλίδη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Το Πανεπιστήμιο όλων μας

Προέλευση: manosstefanidis.blogspot.gr
Όταν δημοσίευσα τις φωτογραφίες από το ρημαγμένο ΕΚΠΑ στην ιστοσελίδα μου, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα δημιουργούσαν ένα μικρό σάλο (πράγμα που θεωρώ πολύ παρήγορο). Εντέλει η αισθητική ενός χώρου αντανακλά άμεσα στην ποιότητα των λειτουγίων του και αφορά στην στοιχειώδη αξιοπρέπεια όσων τον υπηρετούν.
Συμπέρασμα: όχι άλλη συγκάλυψη, όχι άλλη συνωμοσία, σιωπή, όχι άλλες υπεκφυγές ή υποκρισία στο πανεπιστήμιο που πρέπει να είναι τέμενος και όχι χωματερή ή θλιβερό σκηνικό μιας δήθεν επαναστατικής αφισοκουρελαρίας. Η αισθητική είναι ηθική και η παιδεία εκκινεί από την ιεραρχική μαθητεία και τον αμφίδρομο σεβασμό ανάμεσα στον διδάσκοντα και τον διδασκόμενο. Κάτι που σήμερα ελλείπει δραματικά.

Αγαπητέ κ. Στεφανίδη,

Στις θλιβερές φωτογραφίες από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ, που συνοδεύουν το ενδιαφέρον άρθρο σας, αντιπαραβάλλω δύο πρόσφατες φωτογραφίες από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης (Hauptgebäude, Rämistrasse, Zürich). Έχω φοιτήσει και στα δύο ιδρύματα και λυπάμαι βαθύτατα για την παρακμή της ελληνικής κοινωνίας.

Φιλικά Ευάγγελος Ζωίδης


















Εικόνες απο την Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το πανεπιστημιακό γυμναστήριο, 20 Ιουλίου 2014


Αφιερώνονται στον απερχόμενο πρύτανη κ. Πελεγρίνη και τα γενναία μέλη της Συγκλήτου τα οποία συχνά προπηλακίζονταν αγόγγυστα από εισβολείς φοιτητές κατά τις συνεδρίες τους.
Αφιερώνονται επίσης στο Συμβούλιο σπουδών του ΕΚΠΑ που αποφάσισε πριν από εμάς για εμάς τι επιτρέπεται να ψηφίσουμε στις πρυτανικές εκλογές.
Ζήτω το δημόσιο, ανεξάρτητο και δημοκρατικό πανεπιστήμιο.
ΥΓ. 2 Δυστυχώς στις φωτό δεν φαίνονται ποντίκια, κατσαρίδες και μικρόβια και δεν αποτυπώνονται οι οσμές...
ΥΓ. 1 Δεν έφταναν ο σωροί των σκουπιδιών σε όλη την Πανεπιστημιούπολη και το Άλσος της, ήρθε και η νεροποντή για να τιμωρήσει ακόμη περισσότερο την αβελτηρία και την ανικανότητα μας..
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Μια μέρα σε ένα σχολείο της Φινλανδίας

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Παραδεισένιος στεναγμός

Εἶναι κάτι βράδια πού μόνον ἕνας στεναγμός μας χωρίζει ἀπό τόν Παράδεισο…

Από «Τα Ποιήματα» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Τα παράθυρα

Εἶμαι ἕνας ἁπλός, καθημερινός, αἰσιόδοξος ἄνθρωπος.
Ἀλλά, δέν ἀντέχω τά παράθυρα χωρίς θέα.
Τά παράθυρα βρίσκονται ἐκεῖ γιά νά ταξιδεύουν τή ματιά.
Γιά ν' ἀποκαλύπτουν ὁρίζοντες.
Γιά νά ὑπόσχονται τό "παραπέρα".

Από τα «Ποιήματα» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Μελέτη "υψηλού πάθους"

Προέλευση: εφημερίδα Νέος Κόσμος

Ένα προσωπικό κείμενο έρχεται στην επιφάνεια, 34 χρόνια μετά, δια χειρός Μάνου Χατζιδάκι. Ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης το είχε γράψει στις 20 Μαΐου 1980 και το είχε γράψει κατά την περίοδο που βρισκόταν στη Μελβούρνη.

Τρεις δεκαετίες μετά και με αφορμή τη συμπλήρωση των 20 ετών από τον θάνατό του, η εφημερίδα Νέος Κόσμος το φέρνει στη δημοσιότητα. Ένα κείμενο που δείχνει το εύρος της σκέψης του Μάνου Χατζιδάκι και την αντίθεσή του σε κάθε μορφή ευτέλειας και ξεπεσμού.

Ο τίτλος του κειμένου -από τον ίδιο τον Μάνο Χατζιδάκι- είναι «Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό».

Ακολουθεί το κείμενο:

«Βιογραφικό σε πρώτο προσωπικό

Γεννήθηκα στις 23 Οκτώβρη του '25, στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες.

Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ' την Κρήτη. Με φέραν το '31 στην Αθήνα απ' όπου έλαβα την Αττική παιδεία - όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία.

Είμαι λοιπόν γέννημα δύο ανθρώπων που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ' την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την Ευρωπαϊκή, φέραν έν' αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Έγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.

Η κατοχική περίοδος μου συνειδητοποίησε πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ' απομάκρυναν απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή - σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου.

Ταξίδεψα πολύ. Κι αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πως η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.

Έγραψα μουσική για το Θέατρο, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια - δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, - μέσ' απ' τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία.

To 1966 βρέθηκα στην Αμερική, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρισήμιση εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω.

Εξόφλησα τα χρέη μου το '72 κι' επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση» με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ' ένα παθητικό περίπου πάλι των τρισήμιση εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.

Κι' έτσι απ' το '75 αρχίζει μια διάσημη «εποχή μου» που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε η υπαλληλική, και που με κατέστησε πάλι διάσιμο σ' όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ' όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής. Μέσα σ' αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν' αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.

Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι:

Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι' όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ' αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.

Ε π ι θ υ μ ώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω «εις τον διάβολον» - πού λένε - κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία την πάσα λογής χυδαιότητα καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.

Aυτό το ρεσιτάλ είναι αποτέλεσμα πολύχρονης συνειδητής προσπάθειας και μελέτη «υψηλού πάθους». Γι' αυτό και το αφιερώνω στους φίλους μου.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Μελβούρνη 20 Μαΐου 1980».
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Από μέρα σε μέρα

Οἱ ἴδιες ταπεινώσεις πάλι σήμερα, τά ἴδια λάθη, οἱ συμβιβασμοί,
τό δουλικό χαμόγελο μπροστά σέ κεῖνον πού περιφρονεῖς,
τό ὄρθιο μαχαίρι, πού σφάζεις μέσα σου κι αὐτόν καί τό χαμόγελό σου,
ἡ μοναξιά, ἡ μεταμέλεια, ἡ ὀδυνηρή σου ἀνάγκη γιά μεγάλες πράξεις
ποῦ δέν ἔγιναν ποτέ, τά φαγωμένα σου τακούνια,
τό ἀκαθόριστο αἴσθημα μίας τρομερῆς σου ἁξίας, μίας δύναμης ἀφανέρωτης
ποῦ τήν κρύβεις μ’ ἐπιμέλεια γιά τήν μεγάλη ὥρα, καί μαζί ἡ πικρή ὑποψία
πῶς δέν κρύβεις τίποτα, καί πώς ἐκείνη ἡ μεγάλη ὥρα δέ θα’ ρθεῖ ποτέ,
ἤ ἀκόμα πιό φριχτό, πώς πέρασε χωρίς νά τήν ἀναγνωρίσεις,
ἡ κοπέλα τοῦ ἀντικρινοῦ σπιτιοῦ πού τρέχει βιαστική στό ραντεβού της
χωρίς νά σοῦ ρίχνει οὔτε ἕνα βλέμμα. Τά ὄνειρα, ἅ, τά ὄνειρα πού ὅσο πιό ἀκατόρθωτα εἶναι
τόσο τούς δίνεσαι μέ πιό μεγάλη λύσσα, οἱ ἁμαρτίες πού φοβᾶσαι, οἱ ἁγνότητες πού δέν μπορεῖς,
ἡ σκέψη, πώς, ἐκεῖ, νά, πίσω ἀπό τήν γωνιά τοῦ δρόμου σέ προσμένουν
ὅλα τά ἐνδεχόμενα, ἐνῶ δέ συναντᾶς παρά τό ἴδιο γαλακτοπωλεῖο-
τήν ἔμαθες τή ζωή σου, χρόνια τώρα. Ἔτσι κάθε μέρα ξυπνᾶς μέ τήν πικρή ἀόριστη ἀπόφαση: ἄν ἔπεφτα ἀπ’ τό παράθυρο;
Καί κάθε βράδι κοιμᾶσαι μ’ ἕναν θησαυρό: αὐτήν τήν πολυσήμαντη αὐριανή σου μέρα.

Από τα «Ποιήματα 1958-1964» του Τάσου Λειβαδίτη εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Τανγκό μες στον καθρέφτη

Οι τελευταίες φθινοπωρινές ημέρες στην αρχή του καλοκαιριού έφεραν στη μνήμη μου τη σκέψη πως ναι μεν μπήκε ο Ιούνιος, η άνοιξη όμως μάλλον ακόμη δεν έχει φύγει. Πολλές εποχές μπερδεύτηκαν, ένα τανγκό εποχών, αναμνήσεων, αναγνωσμάτων. Δε χρειάστηκε να ψάξω πολύ στη βιβλιοθήκη. Το τανγκό μες στον καθρέφτη περιγράφει εξαιρετικά αυτό το συνονθύλευμα. Στο βιβλίο αυτό η Μάρω Βαμβουνάκη ξεφυλλίζει θραύσματα της λογοτεχνικής της ιστορίας μέσα σε φύλλα ημερολογίου. Το βιβλίο είναι καμωμένο απ' το ημερολόγιο μιας γυναίκας, τρεις μήνες την Άνοιξη. Μέσα απ' τις σελίδες του, περνούν αποσπάσματα απ' τη ζωή της κι απ' τη ζωή πέντε φίλων της. Υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα αποσπάσματα. Απ’ όλο το έργο κράτησα πρόχειρα ένα φύλλο ημερολογίου και το μοιράζομαι μαζί σας. Τώρα, στις πρώτες ημέρες του Ιούνη, με τα σύννεφα του φθινοπώρου και τις αναμνήσεις της άνοιξης που πέρασε…

29 Απριλίου

Δεν έχουμε λόγους να νιώθουμε άσχημα.
Δεν έχουμε λόγους να πιπιλίζουμε κακές σκέψεις στο μυαλό μας, να τρωγόμαστε, να θλιβόμαστε, να παραπονιόμαστε. Όλα μας τα βάσανα μες στο μυαλό μας γεννιούνται και πεθαίνουν κι οι περισσότεροι φόβοι μας, όταν φτάνει η πραγματικότητα, αποδεικνύονται άστοχοι. Τα πράγματα, όταν έρθει η ώρα τους, σχεδόν ποτέ δεν είναι ούτε όσο καλά τα ονειρευόμασταν ούτε όσο κακά τα φοβόμασταν.
Δεν προβλέπεται το μέλλον και μη φθείρεσαι με συνεχή προγνωστικά. Οι πολλές υποθέσεις, οι εικασίες, οι προβλέψεις είναι χτικιό. Κάνε αυτό που έχεις να κάνεις τώρα απλά και τίμια κι όλα τ’ άλλα θα ‘ρθουν να σε βρουν μόνα τους ανάλογα με το πόσο απλά και τίμια το ‘κανες τούτο που έπρεπε τώρα. Η σκέψη πηδάει ανόητα άλματα τιναγμένη από φοβίες και βρίσκεται πέρα, πιο πέρα από κει που θα πατήσει η πραγματικότητα.

Η ζωή η ίδια, η τωρινή ζωή, είναι πάντα πλούσια, δίκαιη κι εκπληκτική, μόνο που κι εσύ πρέπει να είσαι πλούσιος, δίκαιος κι εκπληκτικός για να το πάρεις μυρουδιά.
Η μιζέρια, η καχυποψία κι η ανία είναι η δικιά μας κόλαση που μας χαυνώνει και δεν τολμάμε να εγκαταλείψουμε μια και τη μάθαμε καλά. Τσιγκουνευόμαστε να ρισκάρουμε οτιδήποτε αποκτήσαμε. Αποταμιεύουμε ακόμα και την κακομοιριά μας. Μια κακιά συνήθεια που μας σιγοτρώει συχνά καταντάει ηδονικότερη απ’ την αλλαγή που υπόσχεται λύτρωση.

Η δειλία κι η τόλμη! Ζαρωμένοι στον καναπέ μας άπληστα παρακολουθούμε τολμηρές σκηνές, ηδονοβλεψίες της ζωής και μαραινόμαστε ψευτοϊκανοποιημένοι. Ο καιρός περνά κι εμείς ξεθωριάζουμε σα μολυβένια σημείωση πίσω από παλιά μας φωτογραφία που δεν μας μοιάζει πια.
"Είναι μεγάλη αμαρτία να ‘ναι κανείς δυστυχισμένος" έλεγε ο άγιος Φραγκίσκος κι εγώ τα γράφω αυτά γιατί τα θέλω να τα βλέπω μπροστά μου τις μαύρες, άπιστες ώρες που τα ξεχνώ και πνίγομαι στις φουρτουνιασμένες θάλασσες της ασάφειας. Κι ο πόνος; Κι ο πόνος που τόση σημασία του δίνουν οι θρησκείες και τα τραγούδια;

Ο πόνος ο αληθινός δεν είναι δυστυχία. Είναι καλός ο πόνος, είναι φιλόστοργος, δημιουργικός και καθαρτήριος. Πόνος γέννας που βγάζει σε μεγαλύτερη χαρά. Ο πόνος είναι οδηγός. Αργός, σκυφτός, με φανάρι στο χέρι. Έρχεται να σε γλιτώσει και να σε πάρει έξω απ’ το σκοτεινό, σκελετωμένο δάσος που πρέπει να εγκαταλείψεις για να σωθείς.
Αν δεν πονέσεις δεν θα καταλάβεις την ασθένειά σου και θα πεθάνεις. Τόσοι και τόσοι μεγαλώνοντας τρελαινόμαστε και χανόμαστε, γιατί σήμερα βρίσκεις παντού, αμέσως, παυσίπονα. Ο αιώνας του παυσίπονου μας μπουκώνει πρόχειρα παρασκευάσματα, άμεσης δράσης και χαμογελούμε όλο και πιο ηλίθια. Κι εγώ, ούτε να πονάω ξέρω γιατί δεν αντέχω να υπομένω. Πασαλείβω τις πληγές μου με φτηνή, βεβιασμένη λήθη, σαν αλοιφή, και μακραίνω απ’ την αλήθεια μου τσαλαβουτώντας στα ρηχά.
Τα γράφω αυτά σαν απλοϊκή, εφηβική έκθεση για να τα θυμάμαι. Να τα έχω κοντά μου όταν χάνω την εμπιστοσύνη μου και μικραίνω. Η ζωή που μας χαρίστηκε είναι ανηφορική κι εμείς αφηνόμαστε στην ευκολία της τσουλήθρας. Αν δεν είσαι επίμονα και σταθερά καλός δεν έχεις καλοσύνη.

Όσοι ζουν αληθινά, γερνώντας γίνονται πιο νέοι. Ο θάνατος κανονικά πρέπει να είναι η συνάντηση με τη δόξα του βίου μας. Η ψυχή, μέχρι τότε, να έχει γίνει τόσο δυνατή από επίγνωση ώστε να πετά πια το κορμί της όπως αχρείαστο, πολυκαιρισμένο ρούχο, χειμωνιάτικο και ασήκωτο τώρα που ήρθε καλοκαιρία.

Τη δειλία τη φοβάμαι σα ντροπή κι αρρώστεια. Αρκετές φορές, για ν’ αποδείξω πως δε φοβάμαι, έκανα κινήσεις φανταχτερά γενναίες και κραυγαλέα δυναμικές. Όμως το ξέρω, το βλέπω μετά, πολύ μετά, όταν η πραγματικότητα πετά σαν το σκουπιδοφάγο τα σκάρτα, πως πολλές απ’ τις γενναιότητές μου ήταν το άλλο πρόσωπο του πανικού μου.

Το «Τανγκό μες στον καθρέφτη» της Μάρως Βαμβουνάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Φιλιππότη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Όχι, δε θα πάω στο Μουντιάλ

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Για όλα τα χρόνια που θα περάσουν

Σ’ ἀκολούθησα, ἀπ’ τ’ ἀνοιχτό παράθυρο ἐρχόταν ἡ εὐωδία τοῦ κήπου (ὤ, θά ‘μαστε νεκροί κι ἡ ἄνοιξη θά ’ρχεται πάλι καί πάλι) – σέ πλησίασα, μέ κοίταξες στά μάτια καί τότε σέ φίλησα, σέ φίλησα γιά ὅλα τά χρόνια πού θά περάσουν, γιά ὅλες τίς ἐλπίδες πού θά χαθοῦν, σέ φίλησα καί σέ κράτησα πάνω μου.

Από τις «Βιολέτες για μια εποχή» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Οι βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ηλιθιότητας

Θα μπορούσε να ήταν τυχαίο αλλά κάθε άλλο. Το βράδυ των εκλογών, για λόγους σε όλους γνωστούς, ήρθε στο νου μου το συγκεκριμένο βιβλίο του Τσιπόλα. Οι βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ηλιθιότητας είναι ένα έργο εξαιρετικό που θα ήταν χρήσιμο, για να μην πω προαπαιτούμενο, για όποιον θέλει να ασχοληθεί (με όποιο τρόπο) με την ελληνική πολιτική σκηνή και κυρίως να ερμηνεύσει τα αποτελέσματα της. Μια γρήγορη περιδιάβαση στους εκλεγμένους αντιπροσώπους κάποιων τοπικών κοινοτήτων, μικρών ή μεγάλων, θα αρκούσε να εξηγήσει την αναφορά του βιβλίου στην ελληνική πραγματικότητα.

Ο ίδιος ο Κάρλο Τσιπόλα (1922-2000), διάσημος καθηγητής του Μπέρκλεϊ, δημοσίευσε σημαντικά βιβλία Οικονομικής Ιστορίας, αλλά κανένα από αυτά δεν είχε τη διάδοση του δοκιμίου του Οι βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ηλιθιότητας. Αναρωτιέμαι εάν ζούσε ο σπουδαίος αυτός καθηγητής εάν θα εμπλούτιζε το περιεχόμενο του βιβλίου του με αυτά που συμβαίνουν στο εκλογικό περιβάλλον της χώρας μας. Ίσως πάλι η επιστημονικότητα του να του απαγόρευε να ασχοληθεί με κάτι τόσο απροσδιόριστο όσο η ελληνική πολιτική σκηνή.

Κατά τον Τσιπόλα λοιπόν υπάρχουν πέντε «νόμοι» της ανθρώπινης ηλιθιότητας.
Πρώτον, πάντοτε και αναπόφευκτα όλοι υποτιμούν τον αριθμό των ηλιθίων μέσα σε έναν πληθυσμό.

Δεύτερον, η πιθανότητα κάποιος να είναι ηλίθιος είναι ανεξάρτητη από τη χαμηλή ή υψηλή επίδοσή του σε οποιονδήποτε τομέα.

Τρίτον, ηλίθιος είναι όποιος προκαλεί ζημιά σε άλλον άνθρωπο ή σε ομάδα ανθρώπων χωρίς να ωφεληθεί τίποτε ή παρ’ ότι ζημιώνεται ο ίδιος. (Υπενθυμίζω πως ο συγγραφέας έχει πεθάνει πριν την ανάγνωση των αποτελεσμάτων των σημερινών εκλογών).

Ο Τσιπόλα κατασκευάζει μια τυπολογία με κριτήριο το ποιος προκαλεί ζημιά σε ποιον και ποιος ωφελείται από τη ζημιά.
Ο ηλίθιος είναι ο ένας από τους τέσσερις τύπους ανθρώπων. Υπάρχουν άλλοι τρεις, δηλαδή ο ευφυής, ο ανήμπορος (ακριβέστερη μετάφραση από τα ιταλικά: φουκαράς) και ο κακοποιός (ακριβέστερη μετάφραση: ληστής. Η κατά τα άλλα καλή ελληνική μετάφραση πάσχει σε αυτά τα σημεία). Ο ευφυής με τις ενέργειές του ωφελεί τους άλλους και επίσης ωφελείται ο ίδιος. Ο φουκαράς ωφελεί μεν τους άλλους, αλλά ζημιώνεται ο ίδιος γιατί οι άλλοι τον εκμεταλλεύονται. Και ο ληστής ζημιώνει τους άλλους για να ωφεληθεί ο ίδιος.

Τέταρτον, οι μη ηλίθιοι πάντοτε υποτιμούν τις ζημιογόνες δυνατότητες των ηλίθιων. Ξεχνούν ότι ο συγχρωτισμός με ηλίθιους αποδεικνύεται ένα ηλίθιο λάθος.

Και πέμπτον, οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι στον κόσμο είναι οι ηλίθιοι. Μάλιστα ο Τσιπόλα διατείνεται ότι οι ηλίθιοι είναι ομάδα πιο ισχυρή από τη Μαφία και το «στρατιωτικό – βιομηχανικό πλέγμα».

Κατά τον συγγραφέα ο ηλίθιος διακρίνεται από τους υπόλοιπους με βάση ένα εξωτερικό κριτήριο: το αν ζημιώνει τόσο τους άλλους όσο και τον εαυτό του (ή έστω δεν τον ωφελεί). Αν και ο Τσιπόλα κάνει φευγαλέα αναφορά στο «γονίδιο της ηλιθιότητας», δεν προτείνει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά που έχουν οι ηλίθιοι και μόνον αυτοί και εξαιτίας των οποίων προκαλούν ζημιές στους γύρω τους, χωρίς προσωπικό όφελος.

Άλλωστε, το αν πράγματι επήλθε ζημιά σε αυτόν που ενήργησε και στους γύρω του είναι μια υποκειμενική κρίση η οποία μπορεί να μεταβάλλεται κατά μήκος του χρόνου. Αν μικρή ζημιά σήμερα μπορεί να προκαλέσει μεγάλο όφελος για όλους σε μεταγενέστερο χρόνο, τότε ο ηλίθιος του σήμερα μπορεί να αποδειχθεί ο προνοητικός του αύριο ή ο διορατικός του μεθαύριο.

Δεύτερον, η ζημιά ή το όφελος δεν λογίζονται μονοδιάστατα. Κανείς δεν διαμορφώνει τη ζωή του μόνο με όρους ζημιάς – οφέλους. Μπορεί κάποιος να θεωρηθεί φουκαράς επειδή δεν τον ενδιαφέρουν τα προσωπικά οφέλη αλλά η επιτυχία της παγκόσμιας επανάστασης ή η σωτηρία μετά θάνατον.

Τρίτον, είναι εύλογο να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν ηλίθιες πράξεις, όχι ηλίθιοι άνθρωποι. Δηλαδή η μονάδα ανάλυσης είναι η πράξη, όχι ο άνθρωπος. Ο Τσιπόλα δεν το δέχεται αυτό, επειδή κατατάσσει τους ανθρώπους σε έναν από τους τέσσερις τύπους με βάση τον σταθμισμένο μέσο όρο των πράξεών τους. Ωστόσο, όλοι μπορούμε να φερθούμε ηλίθια κάποιες φορές. Αυτό είναι κάτι που ομολογούμε συνήθως στον εαυτό μας σε στιγμές περισυλλογής. Η ηλιθιότητα εξαρτάται από τα πολιτισμικά συμφραζόμενά της. Δηλαδή, η κρίση εκείνου που φέρθηκε ηλίθια για τον εαυτό του, καθώς και η δική μας αποτίμηση της πράξης του, επηρεάζονται από το τι θεωρείται ηλίθιο και τι όχι κατά περιόδους σε κάθε κοινωνία.

Κλείνοντας αξίζει να σταθούμε σε μια αναφορά που κάνει στο έργο του για την ανθρώπινη ηλιθιότητα και να την συνδυάσουμε με την Ελλάδα της κρίσης. Προ και μετά εκλογών. Τα συμπεράσματα δικά σας: «σε μια χώρα που έχει πάρει την κάτω βόλτα το ποσοστό των ηλίθιων είναι σταθερό, ωστόσο παρατηρείται μεταξύ αυτών που κατέχουν την εξουσία μια δραματική εξάπλωση των ληστών με καλπάζουσα ηλιθιότητα… και μεταξύ όσων δεν μετέχουν στην εξουσία μια εξίσου ανησυχητική αύξηση των φουκαράδων».

Οι «βασικοί νόμοι της ανθρώπινης ηλιθιότητας» του Carlo M. Cipolla κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Την Άνοιξη με προσοχή

Πιάνω τήν ἄνοιξη μέ προσοχή καί τήν ἀνοίγω.
Μέ χτυπάει μιά ζέστη ἀραχνούφαντη ἕνα μπλέ πού μυρίζει ἀνάσα πεταλούδας
οἱ ἀστερισμοί τῆς μαργαρίτας ὅλοι ἀλλά τέρατα παρδαλά μέ κεραῖες συρμάτινες
σά λέπια χρυσά λαμέ καί πούλιες κόκκινες
θά ,λεγες, ἕτοιμα ὅλα τους νά πᾶν στόν χορό τῶν μεταμφιεσμένων τοῦ Ἅδη.

Από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μυρμήγκι

Το παραμύθι με το μικρό μυρμήγκι ξεκινά από πολύ παλιά, δεκαετίες πριν. Δεν είναι από αυτά που ακούγαμε μικροί. Είναι από εκείνα που μάθαμε (;) μεγάλοι. Θα το θυμηθείτε όλοι, είμαι βέβαιος. Κάπου το έχετε ξανακούσει, κάπου το έχετε ξαναδεί, σίγουρα κάποτε βρήκατε τον ίδιο τον εαυτό σας ως ήρωα στην πλοκή του.

Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν ήταν ένα μικρό μυρμήγκι το οποίο κάθε μέρα (εκτός από τις μέρες του χειμώνα) έβγαινε από την φωλιά του και γύρευε τροφή για το ίδιο αλλά και για να αποθηκεύσει στη φωλιά του για όλες τις δύσκολες μέρες που κάθε χρόνο ακολουθούσαν. Αυτό το μικρό μυρμήγκι συνήθιζε καθημερινά να πηγαίνει σε έναν θεόρατο πέτρινο τοίχο και με τα μικρά του δόντια να δαγκώνει λίγο από το σκληρό πέτρινο υλικό και να το μεταφέρει στην φωλιά του. Το μικρό μυρμήγκι έκανε αυτή την κίνηση κάθε μέρα για πολλά χρόνια με την ίδια επιμονή και όρεξη. Ο τεράστιος πέτρινος τοίχος ούτε που ένιωθε κάτι από το μικρό δάγκωμα του μυρμηγκιού, (άραγε τα μυρμήγκια τρώνε τεράστιους τοίχους;) κι έτσι δεν ένιωθε ποτέ ούτε καν την παρουσία του.

Τα χρόνια λοιπόν πέρασαν ώσπου μια μέρα, φθινόπωρο ήταν σίγουρα, το μυρμήγκι ξαναβγήκε από τη φωλιά του και κάνοντας τη γνώριμη διαδρομή του ξανακατευθύνθηκε στον γνωστό προορισμό του και μόλις έφτασε στον πέτρινο γιγάντιο τοίχο άνοιξε το μικρό του στοματάκι και δάγκωσε μια σκόνη από τις γιγάντιες πέτρες του γιγάντιου τοίχου. Και τότε!!! Σαν μια σκηνή από εικόνα της Αποκάλυψης ο γιγάντιος τοίχος γκρεμίστηκε κι έπεσε απότομα κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο, ανακατεμένο με ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης ανάμεσα στα τεράστια συντρίμμια που είχαν πλακώσει γύρω τους τα πάντα. Τα πάντα εκτός από το μικρό μυρμήγκι που ήταν τόσο μικρό που γλίτωσε ακόμη και τη συντριβή του. Μόλις αυτό κατάλαβε πως ο τοίχος είχε γκρεμιστεί έτριψε για λίγο το πηγούνι του και κατευθύνθηκε σε άλλο τοίχο πιο στέρεο και πιο μεγάλο. Δεν ήθελε πια να μεταφέρει πέτρες από έναν τοίχο που είχε γίνει συντρίμμια, όσο να είναι κάθε τοίχος όταν γκρεμίζεται δεν είναι τίποτε άλλο από ερείπια, ούτε μια σκόνη του δεν έχει σημασία…

Το μυρμήγκι αυτό το λέγανε συνήθεια και τον μεγάλο πέτρινο τοίχο χρόνο. Ήταν και τα δυο δικά μου, δικά σου, όλων μας. Και το μυρμήγκι κι ο τοίχος, μόνο που όταν εγώ κατάλαβα ποιος είναι ποιος, ο τοίχος μου είχε γκρεμιστεί από τα καθημερινά μικρά ανεπαίσθητα δαγκώματα του μικρού μυρμηγκιού.

Οι άνθρωποι είμαστε αυτό που γινόμαστε καθημερινά. Αυτό που καθημερινά συνηθίζουμε ή επιτρέπουμε να κάνουμε είναι το πεπρωμένο μας. Μόνο που στην αρχή δεν το παρατηρούμε, δεν του δίνουμε τη σωστή σημασία. Οι άνθρωποι που χωρίζουν μετά από ένα μήνα, δυο, πέντε ή είκοσι χρόνια χωρίζουν επειδή κάθε μέρα όλο το προηγούμενο καιρό δεν έβλεπαν, δεν αντιλήφθηκαν το μικρό μυρμήγκι που έτρωγε τις μέρες τους. Ο μαθητής που καθημερινά αφιερώνει πολλές ώρες στον υπολογιστή και στην τηλεόραση κι όχι στο διάβασμα, μάλλον θα έχει απογοητευτικές επιδόσεις στις εξετάσεις καθώς τόσο καιρό πριν από αυτές η καθημερινότητα του χτίζονταν με μικρές συνήθειες που εγγυούνταν την αποτυχία. Κάποιος άλλος πάλι μπορεί να βαριέται (αλήθεια επιτρέπεται να βαριέται ο νέος;) επειδή κάθε μέρα επιτρέπει στον εαυτό του να μεγαλώνει με συνήθειες που κρύβουν τη δημιουργικότητα και την πρόοδό του. Ένα μικρό μυρμήγκι τόση ζημιά; Ένα μικρό μυρμήγκι, ναι. Αυτό που θα καταστρέψει τη ζωή σου είναι αυτή η καθημερινή μικρή συνήθεια. Μια μικρή συνήθεια, μια ανοχή, μια δεύτερη συνήθεια, η αναβολή, η συγκατάβαση και καιρό με τον καιρό έγινες ξένος με τον σύντροφο σου, ξένος από τους ανθρώπους γύρω σου, ξένος από τις πιο όμορφες ελπίδες, από αυτό που σε έδενε με το νόημα του κόσμου, ξένος μάλλον κι από τον ίδιο σου τον εαυτό.

Τις περισσότερες φορές καταλαβαίνουμε το γκρέμισμα του τοίχου, των ονείρων, της ίδιας μας της ζωής μετά από ένα εκκωφαντικό συμβάν. Πρέπει για παράδειγμα να ανακοινωθεί ένα διαζύγιο για να επισημοποιήσει τα χρόνια που το μικρό μυρμήγκι κατέτρωγε τις υγιείς βάσεις μιας σχέσης. Το βέβαιο είναι πως όσο εκκωφαντικό είναι αυτό το γεγονός τόσο ανεπαίσθητο είναι το καθημερινό άθροισμα των αιτίων – συμπτωμάτων που το προκάλεσαν. Η καταραμένη ευκολία είναι συνήθως ο πιο αξιόπιστος εγγυητής πως θα γίνεις ό,τι επιτρέπεις. Κάθε ώρα για παράδειγμα που βλέπεις τηλεόραση αντί να διαβάζεις ένα βιβλίο ή να καλλιεργείς τις ανθρώπινες σχέσεις σου είναι ένα μικρό δάγκωμα του μικρού μυρμηγκιού στον μεγάλο τοίχο της δικής σου ζωής. Κάποτε θα γκρεμίσει την ελπίδα σου για το μέλλον, τη θέση που αντιπροσωπεύεις ως λειτουργικό μέλος ενός συνόλου που προϋποθέτει θυσία κι αγώνα για την κοινωνία του. Πιο πριν, πριν γίνεις ξένος με όλους, η αποξένωση θα έχει χτυπήσει, το ίδιο ύπουλα κι αθόρυβα την πόρτα σου κι εσύ, ανυποψίαστος μα τραγικά υπεύθυνος θα της έχεις επιτρέψει να διαλύσει τη ζωή σου. Την τροφή την έδωσες εσύ. Με την ευκολία, τη συγκατάθεση, έπειτα με την ανοχή και τέλος με την συνήθεια.

Τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων τελείωναν πάντα με ένα ευτυχισμένο τέλος και τη ρητή διαβεβαίωση πως «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Το παραμύθι με το μικρό μυρμήγκι είναι από αυτά των μεγάλων ώριμων ηλικιακά χρόνων μας. Εκεί δεν τελειώνουν τα πάντα ευχάριστα, τουλάχιστον όχι εδώ. Το ευτύχημα είναι πως έχουμε, ο καθένας από εμάς ξεχωριστά, το μεγάλο ευτύχημα να γράψουμε, ή καλύτερα να δοκιμάσουμε να γράψουμε, οι ίδιοι το τέλος. Αυτό γράφεται από την τροφή που δίνουμε οι ίδιοι στο θηρίο, συγγνώμη στο μυρμήγκι, που καθημερινά γίνεται συνήθεια μας, χρόνος μας, καθημερινότητα και εν τέλει ζωή και πεπρωμένο μας. Τώρα που μπορείς νίκησε το μυρμήγκι, ίσως αύριο να σε έχει νικήσει αυτό για πάντα.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Στο μεγάλο τριανταοχτάχρονο παζάρι της ζωής μου

Και δεν ξέρω πώς, - ήταν η ώρα στοχαστική, κ’ η μοναξιά, κ’ ο τόπος, - έφυγε κ’ η ψυχή μου, πισωδρόμησε στα υγρά και στεγνά μονοπάτια της περασμένης μου ζωής, γύμνωσε τον εαυτό μου, και τον έκρινε και στοχάστηκε.
Τριανταοχτώ χρονών. Πέρασαν τα νιάτα με τα όνειρα, κυλάει ο χρόνος που φέρνει το μεστωμένο άντρα στο κατώφλι του χινοπώρου. Τα γερατειά; Είναι ακόμα μακριά. Μα πού είναι και τα νιάτα; Τι απομένει από την φλόγα της ψυχής, αυτή που φώτιζε τη ζωή με αντιφεγγίσματα πορφυρά; Τι κέρδισα, τι έχασα στο μεγάλο τριανταοχτάχρονο παζάρι της ζωής μου;
Και τότε είδα, και τότε ένιωσα - καθώς ο ήλιος του απομεσήμερου έγυρε κουρασμένος στο δρόμο της νυχτός - πως κύλησαν ανόητα τα χρόνια τα τριανταοχτώ, πως σπαταλήθηκαν δίχως λογισμό και κρίση, δίχως στοχασμό και πείρα, δίχως ηδονή και πίκρα, σε μια τελμάτωση ζωής καθημερινής, καθεωρινής, κουρντισμένης ωσάν ρολόι μ΄ ελατήρια που δεν λένε να σπάσουν ποτέ. Σπατάλησα τα κερδητά μου δίχως να τα χαρώ. Κ’ ήταν ζημιές τα κέρδη, κέρδη οι ζημιές, που ισοσκέλιζαν απελπιστικά όλα τα φύλλα του μεγάλου βιβλίου... Καμιά μεταφορά εις νέον. Καμιά ανωμαλία στους λογαριασμούς. Κατάντησε μαγαζάκι η επιχείρηση, που πούλαγε αφιόνι με δράμι σ’ όσους ήθελαν να αποχτηνωθούν, όπως εγώ, όπως ο κόσμος όλος.

Από το «Χαμένο νησί» του Μ. Καραγάτση, εκδόσεις Εστία
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Δραπέτες κι Άγιοι

Κλωνάρια λέξεων ἀδημονοῦν γιά Μάιο. Καθώς δραπέτες
φωτοστέφανων τοῦ Angelico μία θέση ἁγίου διεκδικοῦν μέσα στό ποίημα.

Από το «Εκ του πλησίον» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Εις μνήμην

Σ' αγαπώ, όχι για το ποιος είσαι, αλλά για το ποιος είμαι εγώ όταν είμαι δίπλα σου.

Από τον "Έρωτα στα χρόνια της χολέρας" του Gabriel Garcia Marces, εκδόσεις Λιβάνη Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Η μάχη με τους δαίμονες

Fallin' Floyd from il Luster on Vimeo.

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Πρόσεχε

Ὅταν στρώνεις τὸ τραπέζι
πρὶν καθίσεις
νὰ ἐλέγχεις σχολαστικὰ
τὴν ἀντικρινή σου καρέκλα

ἂν εἶναι γερὴ μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οἱ ἐγκοπὲς
μήπως φαγώθηκαν οἱ ἁρμοὶ
ἂν ὑποσκάπτει τὸ σκελετὸ
σκουλήκι

γιατί ἐκεῖνος ποὺ δὲν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα ὅλο καὶ πιό βαρύς!

Από το "Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως", της Κικής Δημουλά, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Μάρτιαι Ειδοί

Τὰ μεγαλεῖα νὰ φοβᾶσαι, ὢ ψυχῆ.
Καὶ τὲς φιλοδοξίες σου νὰ ὑπερνικήσεις
ἂν δὲν μπορεῖς, μὲ δισταγμὸ καὶ προφυλάξεις
νὰ τὲς ἀκολουθεῖς. Κι ὅσο ἐμπροστὰ προβαίνεις,
τόσο ἐξεταστική, προσεκτικὴ νὰ εἶσαι.

Κι ὅταν θὰ φθάσεις στὴν ἀκμή σου, Καίσαρ πιά•
ἔτσι περιωνύμου ἀνθρώπου σχῆμα ὅταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σὰ βγεῖς στὸν δρόμον ἔξω,
ἐξουσιαστὴς περίβλεπτος μὲ συνοδεία,
ἂν τύχει καὶ πλησιάσει ἀπὸ τὸν ὄχλο
κανένας Ἀρτεμίδωρος, ποὺ φέρνει γράμμα,
καὶ λέγει βιαστικὰ «Διάβασε ἀμέσως τοῦτα,
εἶναι μεγάλα πράγματα ποὺ σ’ ἐνδιαφέρουν»,
μὴ λείψεις νὰ σταθεῖς• μὴ λείψεις ν’ ἀναβάλεις
κάθε ὁμιλίαν ἢ δουλειά• μὴ λείψεις τοὺς διαφόρους
ποῦ χαιρετοῦν καὶ προσκυνοῦν νὰ τοὺς παραμερίσεις
(τοὺς βλέπεις πιὸ ἀργά)• ἂς περιμένει ἀκόμη
κ’ ἡ Σύγκλητος αὐτή, κ’ εὐθὺς νὰ τὰ γνωρίσεις
τὰ σοβαρὰ γραφόμενα τοῦ Ἀρτεμιδώρου.

Από τα «Ποιήματα» του Κωνσταντίνου Καβάφη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Τζαφάρ

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Γιατί

Γιατί ἁπλὰ κάποιοι ἄνθρωποι εἶναι τόσο πολὺ ξεχωριστοί,
ποῦ ἀξίζει νὰ ζεῖς,
μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τοὺς συναντήσεις, κάποτε…

Από τα «Ποιήματα» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Στον κήπο του Επίκουρου

Προσπαθούσα εδώ και πολύ καιρό να βρω χρόνο να ολοκληρώσω ένα έργο μεταξύ φιλοσοφίας και εμπειρικής ψυχοθεραπείας: Στον κήπο του Επίκουρου του σπουδαίου Ίρβιν Γιάλομ. Η αλήθεια είναι πως ένιωθα πως είχα καλύψει πλήρως το θέμα του πένθους και του θανάτου με το εξαίρετο Πένθος του π. Φιλόθεου Φάρου. Στο φιλοσοφικό του έργο πάντως ο Γιάλομ επιχειρεί μια νέα προσέγγιση πλαισιωμένη από διάστικτες φιλοσοφικές ιδέες του Επίκουρου (θεωρώντας όπως κι εκείνος, ότι η ρίζα του κακού στην ανθρώπινη δυστυχία είναι ο αδιάλειπτός μας φόβος για τον θάνατο) και δικές του κλινικές περιπτώσεις.

Νομίζω πως τα δυνατά σημεία του έργου είναι πολλές σκόρπιες αναφορές σε θεωρίες φιλοσόφων της αρχαιότητας ή νεώτερων επιστημόνων. Από ένα σημείο και πέρα γίνεται εμφανές πως ο συγγραφέας επιχειρεί να πείσει πως ο φόβος του θανάτου στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από το φόβο μας να αντιμετωπίζουμε με πληρότητα τη παρούσα ζωή. Η έκφραση του είναι συγκεκριμένη: πεθαίνεις τόσο άσχημα επειδή έζησες τόσο άσχημα. Ωστόσο το «άγχος θανάτου» είναι πάντα παρόν, αλλά ο άνθρωπος μπορεί ν’ αναπτύξει (σύμφωνα με τον Γιάλομ) δυνάμεις και να συγκροτήσει έτσι τη συνείδησή του ώστε να το αντιμετωπίσει• πιστεύει στη θεραπευτική βοήθεια που μπορεί να προσφέρει η ψυχοθεραπεία. Πολλές φορές π.χ. ο φόβος είναι συγκαλυμμένος και παρουσιάζεται με διάφορες απροσδόκητες μορφές, τις οποίες μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε, ή υπάρχουν εμπειρίες «αφυπνιστικές», που ωθούν τον άνθρωπο σε μια ζωή πιο πλήρη: Ο Χάιντεγκερ πρότεινε δυο τρόπους ύπαρξης: τον καθημερινό τρόπο και τον οντολογικό τρόπο. Στον καθημερινό μας τρόπο είμαστε εντελώς απορροφημένοι από το περιβάλλον μας και απορούμε για το π ώ ς είναι τα πράγματα στον κόσμο. Στον οντολογικό τρόπο αντίθετα εστιάζουμε την προσοχή μας και αξιολογούμε το θαύμα της «ύπαρξης» αυτό καθεαυτό, και απορούμε που τα π ρ ά γ μ α τ α ε ί ν α ι, π ο υ ε μ ε ί ς ε ί μ α σ τ ε (…) Στον οντολογικό τρόπο όχι μόνο έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση της ύπαρξης, της θνητότητας και των άλλων απαρασάλευτων χαρακτηριστικών της ζωής αλλά και μεγαλύτερο άγχος και είμαστε πιο έτοιμοι να προχωρήσουμε σε σημαντικές αλλαγές. Παρακινούμαστε να αναλάβουμε τη θεμελιώδη ευθύνη μας να κατασκευάσουμε μια αυθεντική ζωή.

Σε πολλά σημεία χρησιμοποιεί άφθονες «αφυπνιστικές» κλινικές εμπειρίες και άλλοτε πάλι παραθέτει ενδιαφέρουσες σχετικές παραπομπές τρίτων. Από αυτές ξεχωρίζουν: «Οι επιλογές αποκλείουν», στο μυθιστόρημα του John Gardner Γκρέντελ (είναι ο αφανής λόγος για το οποίο πολλοί άνθρωποι αποδιοργανώνονται μπροστά στην αναγκαιότητα να πάρουν μιαν απόφαση/ για κάθε ναι πρέπει να ειπωθεί ένα όχι και κάθε θετική επιλογή σημαίνει ότι είσαι υποχρεωμένος να παραιτηθείς από άλλες). Έτσι διστάζεις να «ζήσεις» προκειμένου να μη χάσεις οριστικά κάποιες άλλες ευκαιρίες.
«Όταν είμαστε κουρασμένοι μας επιτίθενται ιδέες τις οποίες είχαμε πριν από πολύ καιρό κατατροπώσει» (Νίτσε) «Να ξαναζείς μια πανομοιότυπη ζωή πάλι και πάλι στους αιώνες των αιώνων», στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε. Πρόκειται για την ιδέα της «αιώνιας επανάληψης», ή της «αιώνιας επιστροφής», που ο Νίτσε θεωρεί την πιο «μεγαλόπνοη σκέψη του», κατά τον Γιάλομ. (Η ιδέα ότι θα ξαναζείς πανομοιότυπη τη ζωή σου πάλι και πάλι στους αιώνες των αιώνων μπορεί να είναι συνταρακτική, μπορεί να είναι και ένα είδος μικρής θεραπείας υπαρξιακού συγκλονισμού. Λειτουργεί συχνά σαν ένα διανοητικό πείραμα που μπορεί να μας συνεφέρει, να μας οδηγήσει ν’ αναλογιστούμε σοβαρά πώς πραγματικά ζούμε). Στο ίδιο πνεύμα της σκέψης του Νίτσε: Καμιά θετική αλλαγή δε μπορεί να επέλθει στη ζωή μας, όσο παραμένουμε προσκολλημένοι στη σκέψη ότι ο λόγος που δε ζούμε καλά βρίσκεται έξω από εμάς τους ίδιους. «Γίνε αυτός που είσαι», φράση που αποδίδεται στο Νίτσε και προβληματισμός που έχει ήδη απασχολήσει τον Αριστοτέλη, τον Σπινόζα, τον Λάιμπνιτς, τον Γκαίτε, τον Ίψεν, την Karen Horney κ.α. φτάνοντας στη σύγχρονη έννοια της αυτοπραγμάτωσης. «Ανάλωσε τη ζωή σου» και «πέθανε τη σωστή στιγμή», συναφείς φράσεις του Νίτσε. «Ό, τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» του Νίτσε και «Ορισμένοι άνθρωποι αρνούνται το δάνειο της ζωής, για ν’ αποφύγουν το χρέος του θανάτου», φράση του Otto Rank, που αντικατοπτρίζει το ότι ορισμένοι άνθρωποι αποφεύγουν να ζήσουν, ν’ αγαπήσουν, να απολαύσουν επειδή τους τρομοκρατεί η ιδέα ότι θα χάσουν πάρα πολλά. Τέλος, με βάση μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ, σημασία δεν έχει «αυτό που κατέχουμε», ούτε βέβαια «αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων» αλλά «αυτό που είμαστε». Η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πώς ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες, ένα θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Όλες αυτές οι σκέψεις δεν παρατίθενται μόνο με διδακτικό και αποφθεγματικό χαρακτήρα (πράγμα που είναι ελαφρώς απωθητικό), αλλά με πολλά παραδείγματα από την ψυχοθεραπευτική εμπειρία του Γιάλομ. Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος στο τέλος αυτού, του τρίτου κεφαλαίου, "η δύναμη όλων αυτών των ιδεών ενισχύεται από ένα άλλο στοιχείο, τη στενή σύνδεση με τους άλλους ανθρώπους". Η ανθρώπινη μοναξιά μπορεί να είναι διαπροσωπική αλλά και υπαρξιακή. Η δεύτερη μορφή μοναξιάς, η υπαρξιακή απομόνωση είναι πιο βαθιά και πηγάζει από το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο άτομο και τους άλλους ανθρώπους. Το χάσμα αυτό είναι συνέπεια όχι μόνο του γεγονότος ότι ο κάθε άνθρωπος βρίσκεται πεταμένος μόνος του μέσα στην ύπαρξη κι είναι υποχρεωμένος να βγει απ’ αυτήν μόνος, αλλά προκύπτει από το γεγονός πως ο καθένας από μας κατοικεί έναν κόσμο, τον οποίο γνωρίζει πλήρως μόνο ο εαυτός μας.

Ολοκληρώνοντας το βιβλίο στάθηκα στη προσπάθεια του συγγραφέα να πείσει πως τον πόνο και τη μοναξιά του τελευταίου ταξιδιού μπορεί να τον απαλύνει και η πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να ζει μέσα από τις αξίες του, τις πράξεις του και τις συνέπειές τους ακόμα κι όταν έχει αποχωρήσει από τη ζωή (δεν μπορείς να πάρεις απ’ αυτόν τον κόσμο τίποτα απ’ όσα σου δόθηκαν. Μπορείς να πάρεις μαζί σου μόνο όσα έδωσες). Αυτή η θετική επίδραση στους άλλους, που διατηρείται και μετά θάνατον, ονομάζεται από τον Γιάλομ «κυματισμοί»). Άλλωστε όπως στη συνέχεια παραφράζει σε μια αναφορά στο βιβλίο κι ο Γούντυ Άλλεν τη θέση του Επίκουρου, «Δεν φοβάμαι τον θάνατο, απλώς δε θέλω να είμαι εκεί όταν θα έρθει».
Ολόκληρη η ανάρτηση...