Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Ο ουρανός

Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.
Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.

Από τα «Ποιήματα» του Μανώλη Αναγνωστάκη, εκδόσεις Νεφέλη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Ψυχαναγκασμοί πανικού και μωρίας

του Χρήστου Γιανναρά
Προέλευση:Καθημερινή

Στο πολιτικό αλφαβητάρι της ελληνικότητας που μάς άφησε κληρονομιά, ατίμητη και αγνοημένη, ο Οδυσσέας Ελύτης («Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά», Ικαρος 1990), αποτυπώνει και το βασανιστικό δίλημμα όσων πολιτών ομοφρονούν (ακόμα) με τον ποιητή και θα βρεθούν μπροστά στην κάλπη την ερχόμενη Κυριακή:

«Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να “κάνεις πορεία” μ’ ένα συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους. Ετσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατούμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της αλκής και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα “κοινά” και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη».

Σήμερα η σύγχυση και παραφθορά των «αξιών» (δηλαδή των εκτιμήσεων της ποιότητας και των ιεραρχήσεων της ανάγκης) έχει οδηγήσει την ελλαδική κοινωνία σε τέτοια ασυναρτησία και παραλογισμό, που ακόμα και οι σταθερές των εννοιών έχουν αποσυντεθεί. Ο «πατριωτισμός» είναι καραμέλα στα χείλη καιροσκόπων καραγκιόζηδων ή περιθωριακών τραμπούκων. Για «κοινωνική δικαιοσύνη» μιλάνε οι βασανιστές της φτωχολογιάς και των ανήμπορων: τα συνδικαλισμένα «ρετιρέ», οι άσσοι των «απεργιών κοινωνικού κόστους», τα βλαστάρια των «καλών οικογενειών» που εκδικούνται την ανία τους καίγοντας ή καταστρέφοντας με λύσσα κάθε ίχνος κοινωνικής περιουσίας.

«Φιλολαϊκή πολιτική» επαγγέλλονται οι προστάτες των πενηντάρηδων (και κάτω) συνταξιούχων, οι φανατισμένοι αρνητές κάθε αξιοκρατίας και κάθε ελέγχου της ποιότητας και της συμπεριφοράς των λειτουργών του κράτους, οι υπερασπιστές της ασύδοτης «πελατειακής» δημοσιοϋπαλληλίας, του ολοκληρωτικού καθεστώτος της διαπλοκής κομμάτων και «νταβατζήδων». Μιλάνε για «προτεραιότητα της παιδείας» αυτοί που παρέδωσαν τα πανεπιστήμια και τα σχολειά στον κρετινισμό των «κομματικών νεολαιών», αυτοί που ετσιθελικά, με αναίσχυντη φασιστική αυθαιρεσία, επέβαλαν τη μονοτονική γραφή, δηλαδή το βίαιο τέλος της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, γλωσσικής συνέχειας, με μπαϊράκι την καφρική «ιδεολογία της ευκολίας».

Οι νοσταλγοί του σοβιετικού «παραδείσου» συνεχίζουν να «μάχονται» δήθεν για «ελευθερίες» και «δικαιώματα», με τη νοσταλγία τους να παρακάμπτει ψυχαναγκαστικά τη φρικώδη κακουργία των Γκουλάγκ και της Κολιμά, τα εκατομμύρια των σφαγιασμένων στον βωμό του τρόμου, τη θηριωδία της πιο εφιαλτικής απανθρωπίας που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης μας. Ναι, έχουν ακόμα κόμμα στην Ελλάδα οι νοσταλγοί του ολοκληρωτισμού της παράνοιας και οπαδοί της δικτατορίας (δήθεν του προλεταριάτου), κόμμα νομιμοποιημένο από τον «εθνάρχη» Καραμανλή – ωσάν να είναι ποτέ δυνατό να νομιμοποιηθεί σε μια συντεταγμένη κοινωνία η κατάλυση των νόμων, να υποκατασταθεί το κράτος Δικαίου από το «δίκιο του εργάτη», όπως φαντάζεται αυτό το «δίκιο» το κάθε γκρουπούσκουλο μανιακών της βίας και της καταστροφής.

Αλλά το πολίτευμα στο Ελλαδιστάν είναι η απολυταρχική κομματοκρατία, γι’ αυτό δεν υπάρχει και Σύνταγμα: χάρτης που να οριοθετεί κοινωνικούς στόχους κοινά συμφωνημένους και τη διαφορά των θεσμικών τρόπων για την επιδίωξη των στόχων. Οι κυβερνήσεις κατηγορούνται από τις αντιπολιτεύσεις ότι «έχουν κάνει το Σύνταγμα κουρελόχαρτο» και ο καταλογισμός είναι τεκμηριωμένος, όχι ρητορικός. Κουρελόχαρτο, επειδή κάθε αναθεώρηση του Συντάγματος θωρακίζει πληρέστερα την απολυταρχική κομματοκρατία και κάθε αντιπολίτευση, όταν γίνεται κυβέρνηση, επιτείνει την εκδοχή του «κουρελόχαρτου» για να στήσει το δικό της πελατειακό κράτος.

Συμπληρώνει ο Σεφέρης το κληροδότημα πολιτικής αγωγής του Ελύτη, με ακόμα μεγαλύτερη πίκρα: «Βρίσκω, λέει, πως είναι θλιβερό και βαρύ, καθώς προχωρούν τα χρόνια, να καταλήγω στο συμπέρασμα πως δεν έχουμε προκόψει ούτε μια γραμμή σε αυτά τα ζητήματα (τα πολιτικά). Κι όταν ένας τόπος δε δείχνει προκοπή μέσα σε σαράντα χρόνια, αυτό σημαίνει πως πέφτει κατακόρυφα».

Σαράντα εννέα επιπλέον χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Σεφέρης κατέθετε αυτή την πικρή πιστοποίηση (1966). Και η κατρακύλα του τόπου επιτάθηκε ακατάσχετη, πήρε την ταχύτητα χιονοστιβάδας. Φτάσαμε σήμερα σε τέτοιες επιδόσεις θρασύτητας, ώστε να δημιουργεί «καινούργιο» κόμμα διεκδικώντας και πάλι ρόλο στη διαχείριση των κοινών, ποιος; Ο ολίγιστος των Παπανδρέου, από τους κατεξοχήν υπόδικους στις συνειδήσεις για την ολοκληρωτική καταστροφή που ζει η χώρα σήμερα, πρόσωπο - σύμβολο της ανικανότητας και της διεθνούς γελοιοποίησης του ελληνικού ονόματος.

Τι θα έλεγαν άραγε σήμερα ο Σεφέρης, ο Ελύτης για το πολιτικό μας σκηνικό, τις μακάβριες φιγούρες των αμετανόητων κομματανθρώπων που οδήγησαν, τα τελευταία τρία χρόνια, την Ελλάδα στη διάλυση και στην ατίμωση. Τουλάχιστον δεν τολμούν να ζητήσουν την ψήφο μας όσοι κακούργησαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας για να γιγαντώσουν το πελατειακό τους κράτος. Τη ζητούν όμως αυτοί που για να συντηρήσουν άθικτη τη χλιδή των «νταβατζήδων» και των πραιτωριανών, λήστεψαν τον αποταμιευμένο στα ασφαλιστικά ταμεία και στα ελληνικά «ομόλογα» μόχθο των πολιτών, οδήγησαν τη χώρα στον εφιάλτη της χρεοκοπίας: στις δέκα επιχειρήσεις να έχουν κλείσει οι οχτώ, η αποβιομηχάνιση να είναι σχεδόν ολοκληρωτική, η ανεργία σωστή κόλαση και ψυχολογικό μαρτύριο για τις μισές (τουλάχιστον) οικογένειες στην Ελλάδα. Η νεολαία να ξενιτεύεται, η εθνική ανεξαρτησία χαμένη, το ελληνικό όνομα ταυτισμένο διεθνικά με τον εξευτελισμό και την ντροπή.

Ρητορεύουν έξαλλοι σαν νευρόσπαστα οι ένοχοι, πανικόβλητοι μήπως χάσουν τις καρέκλες και βρεθούν στο εδώλιο, αθύρματα μιας αντιπολίτευσης που οι ίδιοι με την παραφροσύνη τους την εξέθρεψαν και τη γιγάντωσαν: μετέτρεψαν ένα συνονθύλευμα από ιδεολογικές θρησκοληψίες σε κόμμα εξουσίας με σαρωτική των πάντων δυναμική.

Οι εξελίξεις δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Το Δεσποινάκι κι ο Κεμάλ

Είχα τυλίξει πολύ σφιχτά το κασκόλ μου βγαίνοντας από την κινηματογραφική αίθουσα. Εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ στη νυχτερινή Αθήνα ήταν από τα πιο παγωμένα των τελευταίων χρόνων. Από εκείνα που κρίνουν επιτακτική την ανάγκη να σφίξεις περισσότερο το κασκόλ σου, να κουλουριαστείς στο χοντρό σου παλτό, να βρεις μια γλυκιά σκέψη να ζεστάνει το μυαλό σου προτού το σκεπάσεις κι αυτό με το απαραίτητο για τέτοιες καταστάσεις σκουφί. Δεν θα είχα περπατήσει πάνω από δέκα βήματα από την έξοδο της κινηματογραφικής αίθουσας όταν ένιωσα ένα ελαφρύ χέρι να μου πιάνει τον ώμο. Γύρισα κάπως απότομα με κίνδυνο να ταρακουνήσω τις εικόνες από την ταινία που ήδη ταξίδευαν στη σκέψη μου. Πίσω από την παλάμη που φιλοξενούνταν σε ένα κατάμαυρο γάντι διέκρινα ένα γνώριμο πρόσωπο. Όταν το χέρι κατέβηκε αντίκρισα ξεκάθαρα το πρόσωπο ˙ τα μάτια μου μίκρυναν στη προσπάθειά τους να ταξιδέψουν γρήγορα στις χώρες των μακρινών αναμνήσεων. Τότε μου χαμογέλασε.

-Δεσποινάκι! Το μεγάλο χαμόγελο πίσω από το παιδικό πρόσωπο άνηκε σε ένα παιδί που πριν από οκτώ περίπου χρόνια είχε υποσχεθεί πως θα άλλαζε τον κόσμο! Ήταν η εποχή που συζητούσαμε μεθυσμένοι από στίχους, ανάμεσα σε λόγια θαυμασμού κι απορίας, για τα ποιήματα του Τσέζαρε Παβέζε και τα νυχτερινά οράματα των ασμάτων του Τζουζέπε Ουνγκαρέττι. Οι νέοι, όσο είναι ακόμη μαθητές, έχουν μια ασύλληπτης ευφυΐας ικανότητα να αντιλαμβάνονται το νόημα των σπουδαίων πραγμάτων διαφορετικά. Τι κουβέντες είχαμε κάνει τότε με τους συμμαθητές της Δέσποινας! Τι λόγια, τι υποσχέσεις τι ερωτήματα και τι απαντήσεις έβρεξαν ελπίδες εκείνες τις ώρες που στους τέσσερις τοίχους της παλιάς αίθουσας ακούγονταν τα δρομολόγια του θανάτου που θα έρθει αλλά θα έχει τα μάτια της ικανοποίησης, του έρωτα, του χωρισμού, της γεμάτης ζωής. Μιλούσαμε για ώρες για όσα αξίζει να ζει κανείς, τι είναι άραγε αυτό που σε πάει από την κόλαση στον Παράδεισο και το αντίστροφο, τι είναι τέλος πάντων αυτό που κάνει το σύμπαν ολόκληρο όμορφο.

Στο τελευταίο μάθημα κάποιος είχε φέρει κι ακούσαμε τον Κεμάλ, τον ήρωα των στίχων του Γκάτσου και της μουσικής του Χατζιδάκι, τα τελευταία λόγια χαιρετισμού προς τον γενναίο ήρωα που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο όλο, πως «αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ». Στο τέλος εκείνης της μέρας θυμάμαι πως το Δεσποινάκι είχε σηκωθεί, τελευταία αυτή ανάμεσα σε όλους, είχε πλημμυρίσει το χώρο με το φωτεινό χαμόγελό της και είχε δώσει στους παρευρισκόμενους μια μεγάλη υπόσχεση.

– Ο Κεμάλ έκανε λάθος. Ξεκίνησε από τον εαυτό του, ήθελε να τα αλλάξει όλα, αλλά δεν άλλαξε ο ίδιος. Ήταν ήρωας αλλά έμεινε ήρωας. Ως εκεί. Τίποτα πιο ουσιαστικό! Γι’ αυτό απέτυχε. Μόνο μεγάλα λόγια! Χορτάσαμε από ήρωες που δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο επειδή δεν μπορούν να αλλάξουν πρώτα τον εαυτό τους. Δε ξέρω πού θα σταματήσετε εσείς, αλλά αν κουραστείτε ή φοβηθείτε και σταματήσετε μη νιώσετε απελπισία. Αν δεν μπορείτε εσείς, τον κόσμο θα τον αλλάξω όλον εγώ!

Στο νου μου χωράνε ακόμη τα χειροκροτήματα των παιδιών, η αγκαλιά που της έδωσα με όλη την περηφάνια και την βαθιά ελπίδα συμπυκνωμένη σε αυτήν κι η αντανάκλαση της σιγουριάς, της βαθιάς πίστης πως ο κόσμος αυτός θα γίνει καλύτερος, αξίζει και πρέπει να γίνει καλύτερος γιατί τη στιγμή που όλοι θα κουραστούμε θα υπάρχει ένας μικρός αγωνιστής με μεγάλη καρδιά και ακόμη μεγαλύτερα όνειρα κι ελπίδες, ένα πλάσμα με το όνομα Δεσποινάκι που θα συνεχίζει να διορθώνει τα στραβά της ιστορίας και τα λάθη όλων μας.

Μέσα στο έντονο κρύο του χειμώνα τα δυο χαμόγελά μας ταξίδεψαν όλο γλυκύτητα πίσω από τις αγκαλιασμένες μας πλάτες. Έπειτα κοιταχτήκαμε κατά πρόσωπο και αφού της έπιασα τα χέρια δεν μπορούσα να μην την ρωτήσω: -Τον άλλαξες τον κόσμο Δεσποινάκι;

Δίχως να αλλάξει καθόλου το σχήμα του προσώπου της το χαμόγελό της έγινε ακόμη πιο φωτεινό. Με ένα της νεύμα μού έκανε νόημα να γυρίσω τη θέα μου στο παράθυρο του διπλανού αυτοκινήτου που με αναμμένα τα φώτα είχε σταθμεύσει σχεδόν δίπλα μας. Πίσω από τα χνωτισμένα του τζάμια, στα πίσω καθίσματα δυο προσωπάκια δυο μικρών αγγέλων μας κοιτούσαν απορημένα με τα χέρια ακουμπισμένα στο παράθυρο. Δεν πρέπει να ήταν και τα δυο πάνω από τριών ετών. Στο μπροστινό κάθισμα ένας νέος άντρας, ο πατέρας των παιδιών μάλλον, μού χαμογέλασε ζεστά υψώνοντας ελαφρά το χέρι σαν σε χαιρετισμό προς κάποιον άγνωστο κι όμως από κάπου γνωστό. Ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό με χαιρετισμό και τα περίεργα παιδικά βλέμματα με ένα χαμόγελο σαν αγκαλιά γύρισα το πρόσωπό μου στο Δεσποινάκι.

- Μαμά λοιπόν.
– Ναι, μαμά. Πριν λίγα χρόνια Δεσποινάκι, εδώ και δυόμιση χρόνια μαμά. Θυμάστε ποιο είχαμε πει πως είναι το μυστικό που θα αλλάξει τον κόσμο;

Η ερώτησή της βρήκε μια κοινή απάντηση από τα χείλη και των δυο μας. -Η αγάπη που δεν θα κουραστεί! Χαμογελάσαμε μαζί. Έπειτα εκείνη μου έσφιξε τις παλάμες και συνέχισε.

– Κάποτε είχα κουραστεί κι ήμουν πολύ κοντά στην απελπισία. Έλεγα πως ο κόσμος αυτός δεν αλλάζει, δεν θα αλλάξει ποτέ, είναι πολύ μεγάλος και πολύ δυνατός για να αλλάξει από εμένα. Και τότε θυμήθηκα αυτά που λέγαμε. Πως ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει παρά μόνο με την αγάπη. Θα αλλάξει από την αγάπη που δεν θα κουραστεί να δίνεται, από την αγάπη που θα εξακολουθεί να υπάρχει και να προσφέρεται εξαιτίας μας ακόμη κι όταν εμείς θα έχουμε φύγει. Αλήθεια πέστε μου, υπάρχει πιο σίγουρος τρόπος να αγαπάς τον κόσμο όλον επειδή μέσα του κατοικούν τα πρόσωπα που αγαπάς πάνω από όλα; Υπάρχει πιο μεγάλη λαχτάρα να θες να γίνει ο κόσμος καλύτερος επειδή σε αυτόν θα ζουν τα παιδιά σου; Δε θα πάψω πια να αγωνίζομαι. Δε μπορώ, δεν έχω πια το δικαίωμα να μην αγωνίζομαι.

Την αγκάλιασα ξανά δυνατά κι εκείνη ψιθύρισε με μια αίσθηση συγκίνησης: Σημασία δεν έχει να αγαπάς αλλά το πόσο αγαπάς, σωστά θυμάμαι;

-Σωστά Δεσποινάκι, σωστά θυμάσαι. Ανάμεσα στα τόσα παιδιά που υπήρξατε άριστοι μαθητές των σπουδαίων κατορθωμάτων, θυμάσαι κι εσύ μαζί τους πως η ευτυχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια άθληση αγάπης. Μιας αγάπης που πρέπει να σχετιστεί με οτιδήποτε άλλο έξω από τον εαυτό σου, με οτιδήποτε κι οποιονδήποτε μπορεί κι αξίζει να σου δείξει τον Παράδεισο επί γης, τον Θεό στα πρόσωπα των μικρών παιδιών, των ανθρώπων αυτών που αγαπάς πολύ κι αυτών που αγαπάς πιο λίγο. Όλα είναι στην ποσότητα. Για την αγάπη ισχύει ευτυχώς πως εν τω πολλώ το ευ. Έτσι κατακτιέται και το πάντα και το όλα. Και στην ποσότητα και στον χρόνο και στον τρόπο. Εκεί είναι το μυστικό. Κι όποιος έμαθε καλά, έμαθε για πάντα.

Το Δεσποινάκι μπήκε στο αυτοκίνητο που την περίμενε κι αφού με χαιρέτησαν οικογενειακώς μού χάρισαν την πιο τρυφερή και ζεστή εικόνα εκείνης της παγωμένης χειμωνιάτικης νυχτιάς στο κέντρο της πόλης. Τέσσερις άνθρωποι που ζουν την αγάπη, που θα ζουν για την αγάπη, που θα ζουν από την αγάπη. Τέσσερις άνθρωποι που έγιναν αγάπη. Δίχως μεγάλες διακηρύξεις, μεγάλα λόγια και βαρύγδουπες προκηρύξεις. Έτσι απλά, αγαπώντας!

Σκέπασα τα λευκά μου μαλλιά με το κατάμαυρο σκουφί μου, τους ξανάφερα στο νου μου και χαμογέλασα με μια γλυκύτητα που πλημμύρισε τις αισθήσεις. Οι πρώτες νιφάδες του χιονιού άρχισαν να στροβιλίζονται γύρω μου. Άνοιξα το βήμα και εξακολουθούσα, πίσω από το σφιχτό μου κασκόλ να χαμογελώ. Καληνύχτα Κεμάλ. Σου είπαν ψέματα. Αυτός ο κόσμος έχει αλλάξει κι αλλάζει όσο υπάρχουν ακόμη Δεσποινάκια που αγαπούν αληθινά. Καληνύχτα Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος αλλάζει!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Άνοιξη μεσ' στον χειμώνα

Οι βαθιές ρίζες ποτέ δεν αμφισβητούν ότι η Άνοιξη θα έρθει.

Μάρτυ Ρούμπιν Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Πρωτοχρονιά στο Παρίσι

Σε άλλες εποχές ήταν η απόλυτη κοινωνική καταξίωση! Πρωτοχρονιά στο Παρίσι, στη φωτισμένη Δύση, κάπου τέλος πάντων μακριά από το καημένο βαλκανικό χωριό. Τα χρόνια άλλαξαν, η οικονομική κρίση ισοπέδωσε αξίες δεκαετιών και το όνειρο των Παρισίων έγινε πρωτοχρονιάτικη εξόρμηση στην Αράχωβα, το Μέτσοβο, άντε και μέχρι το Μπάνσκο για τους λιγοστούς ακόμη κατέχοντες τα αντίλυτρα μιας αξιοπρεπούς εορταστικής διαβίωσης! Θα μου πεις όποιος πρόλαβε πρόλαβε και τώρα αυτοί που κάποτε ξόδευαν αλόγιστα και επιπόλαια, τώρα στις δύσκολες αυτές εποχές της οικονομικής στενότητας, έχουν τουλάχιστον να θυμούνται ένα εορταστικό τετραήμερο στην Ευρώπη, Παρίσι, Λονδίνο, κάποτε πηγαίναμε και Νέα Υόρκη αλλά τι στο καλό, ένα Παρίσι κάθε μαθητευόμενος κοσμοπολίτης που σεβόταν τον εαυτό του, το έχει πραγματοποιήσει. Το πρόβλημα είναι τι γίνεται από δω και πέρα, πώς στο καλό θα ζήσουμε δίχως αυτό το μεγάλο όνειρο της Πρωτοχρονιάς σε κάποιο Παρίσι.

Το όνειρο είναι πανέμορφο όταν κρατάει λίγο. Μετά όπως λένε οι σοφότεροι, όταν κρατάει πολύ μετατρέπεται σε εφιάλτη. Οι περισσότεροι από εμάς ανατραφήκαμε πολιτισμικά με τούτο το όνειρο αναπαράγοντας την ευρύτατα διαδεδομένη νοοτροπία των παλαιότερων ετών περί της ανωτερότητας της Δύσης έναντι του φτωχού δικού μας ελληνικού χωριού. Δε ξέρω ποια γνώμη έχουν οι ψυχίατροι γι’ αυτό κι ίσως να ήταν αντικείμενο μιας πιο σημαντικής έρευνας. Θαρρώ όμως πως αξίζει να ρωτήσουμε τον εαυτό μας για αυτή την αδικαιολόγητη τάση φυγής που πίσω από ένα μεγάλο ταξίδι έκρυβε ένα ακόμη μεγαλύτερο ψέμα. Τη διακινδύνευση να δεις τον εαυτό σου κατάματα και να τον αντιμετωπίσεις. Η Πρωτοχρονιά κάτω από τον πύργο του Άιφελ υπήρξε η δικαιολογία για να είμαστε πάντα κάπου αλλού όταν τα πράγματα στένευαν κι έπρεπε να αναμετρηθούμε κατά πρόσωπο με τον εαυτό μας. Πώς να καθίσεις στο γιορτινό τραπέζι απέναντι σε άλλους γεμάτους εσωτερικά προβλήματα ανθρώπους όταν ο ίδιος δεν έχεις λύσει τα δικά σου; Καλύτερα να λείπεις από κοντά τους, να κρύψεις επιμελώς τις αποτυχίες σου κι όταν με το καλό ξανασμίξετε να αραδιάσεις στο κινητό σου πλήθος φωτογραφιών από ευτυχισμένες μουμιοποιημένες στιγμές μιας ευτυχισμένης αλλαγής του χρόνου στο εξωτερικό. Όλοι θα συζητάτε γι’ αυτό, νομίζοντας πως εκεί βρίσκεσαι κι εσύ. Αυτό δεν τους βολεύει όλους;

Ο μεγάλος Καβάφης όμως το είχε πει πολύ σοφά. Πήγαινε και στο Παρίσι, στη μακρινή Αυστραλία, ακόμη κι ως την άκρη του κόσμου. «Η πόλις θα σ’ ακολουθεί». Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν κάνεις, η πόλις, αυτό που είσαι στ’ αλήθεια θα σε κυνηγά, θα είναι μέσα σου, δίπλα σου, γύρω σου γιατί αυτό είσαι εσύ. Τι σημασία έχει να το περιφέρεις από εδώ κι από εκεί προσπαθώντας να ξεγελάσεις τον εαυτό σου πως είσαι κάποιος άλλος; Τους άλλους μια χαρά τους ξεγελάς, τον εαυτό σου όμως; Σημασία έχει να φαίνεσαι κάτι, όχι να είσαι κάποιος. Υπήκοος; Πελάτης; Ποιος νοιάζεται; Αρκεί να ασχολούνται με την εικόνα, τη λαμπερή εικόνα, αυτή που τέλος πάντων αξίζει να μαζέψει μεγάλο αριθμό likes στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Τι νόημα έχει άλλωστε να κάνεις ταξίδια μόνο και μόνο για να πιστέψεις πως ανήκεις αλλού εκτός από την πραγματικότητά σου; Να είσαι πάντα κάπου αλλού, κάπως αλλιώς, με κάποιους άλλους, επειδή ακριβώς αυτό το εδώ και τώρα με το εσύ κι ο άλλος είναι τόσο μα τόσο δύσκολο. Για κούραση θα μιλάμε τώρα; Ετοίμασε τις βαλίτσες, ένα ταξίδι μακριά από όλους κι από όλα είναι η λύση. Και οι βαλίτσες θα φτιάχνονται, τα ψέματα θα πακετάρονται μια χαρά, στοιβαγμένα δίπλα σε αναπολόγητες διαψεύσεις και επίμοχθες αποτυχίες, το ταξίδι θα παραμένει τόπος, θα παραμένει πάντα κάπου και κάτι έξω και μακριά από εσένα και το μόνο καινούριο που θα φέρνεις με την επιστροφή θα είναι αυτές οι εκατοντάδες φωτογραφίες της επιδέξια καμουφλαρισμένης μοναξιάς σου. Τα ταξίδια μάτια μου είναι τρόπος, όχι τόπος, το έχουμε ξαναπεί.

Μα καλά θα μου πεις. Κι αν είναι έτσι; Αν η Πρωτοχρονιά στο Παρίσι δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα μεγάλο ψέμα που κυοφορήθηκε μεν στη κοιλιά της παρακμάζουσας κοσμοπολίτικης διαφημιστικής εποχής μας αλλά ζήτησε τα επίχειρα της γέννησής του από εσένα τον ίδιο; Τι να κάνω; Είμαι αναγκασμένος να περνώ τις γιορτές, την αλλαγή του χρόνου, το παγκόσμιο σύμβολο της αλλαγής δίπλα στους δικούς μου; Δίπλα σε ένα περιβάλλον που δεν αλλάζει παρά μόνο με ανακοινώσεις γέννησης ή κηδείας; Όχι. Κανείς δε προτείνει κάτι τέτοιο. Απλά θα χρειαστεί να αποδεχτείς πρώτα αυτό που είσαι με όλα τα άσχημα και όλα τα θετικά του. Θα χρειαστεί να δεις τι μπορείς και τι πρέπει να κάνεις με αυτό τον εαυτό που δεν σου φταίει σε τίποτα να τον τραβολογάς σε μακρινά ταξίδια μόνο και μόνο για να τον κάνεις να πιστέψει πως είναι κάποιος άλλος κι όχι εσύ. Όπως και στον κόσμο των μεγάλων παραισθήσεων. Εκεί χρήμα και ναρκωτικά, εδώ πολυτέλεια και φαντασία. Τι να την κάνεις την σκληρή πραγματικότητα όταν αυτή η τόσο εύκολη και τόσο χλιδάτη φαντασίωση της λαμπερής ζωής που δεν έζησες είναι τόσο βέβαιη και τόσο ανέξοδα αποκτημένη με τα εισιτήρια (μετ’ επιστροφής εννοείται κρίση έχουμε) ενός λαμπερού προορισμού. Ναι, ο προορισμός θα φωτίσει τα σκοτάδια μου, τα φώτα από τις μεγάλες λάμπες της Champs-Élysées, τα φανταχτερά στολίδια από τον πύργο του Άιφελ, τα αμέτρητα φλας από τις φωτογραφίες του κινητού μου, όλα θα αναδεικνύουν το τουριστικό χαμόγελό μου μπρος από την καλά κρυμμένη κατάδική μου πόλι που θα με ακολουθεί ισόβια κολλημένη σε κάθε ίχνος της ιστορίας μου.

Την επόμενη φορά που θα ακούσετε κάποιον να σας εξιστορεί τις εορταστικές του διακοπές σε κάποιο κοσμοπολίτικο θέρετρο του εξωτερικού ρωτήστε τον πόσο καιρό εν μέσω κρίσης μάζευε αυτά τα χρήματα για να υλοποιήσει το μεγάλο προσκύνημα στη δική του Μέκκα της ευζωίας. Αν παραδεχτεί πως δούλευε σκληρά όλο το χρόνο για αυτό το ταξίδι, χτυπήστε τον ελαφρά στον ώμο και δώστε του συλλυπητήρια. Μπορεί να μην έχετε φωτογραφίες με διαφημιστικές πόζες να του δείξετε αλλά τουλάχιστον έναν χρόνο εσείς τολμήσατε να ζήσετε όπως αυτός έζησε για ένα μόνο τετραήμερο. Στην οικονομία των αληθινών στιγμών και των συγκινητικών αναμνήσεων οι αλήθειες μετράνε αλλιώς. Ο μεγάλος Χρήστος Βακαλόπουλος σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού «Αντί» είχε πει κάποια λόγια τα οποία νομίζω θα ΄ταν η ιδανική συμβουλή – επίλογος. Όποτε ξανακούσετε για Πρωτοχρονιά στο Παρίσι πείτε τα πρώτα στον εαυτό σας. Από την απάντηση που θα λάβετε θα χρειαστείτε είτε απλά έναν καθρέφτη είτε αεροπορικά εισιτήρια. «Ίσως από κει να έμαθε ότι σήμερα πιο σπουδαίο είναι να φαίνεσαι παρά να είσαι κάτι, να παριστάνεις ότι ζεις ενώ στην πραγματικότητα αργοπεθαίνεις μέσα σε πολυτελείς τάφους [...] Πολυτέλεια και φαντασία: να από τι κινδυνεύουμε πραγματικά, από τη διάθεσή μας να χωθούμε, πάση θυσία, σε μια μεγάλη παραίσθηση. Οι κάθε είδους μεταμοντέρνοι μας το κοπανάνε συνεχώς: ζείτε σε μια άθλια χώρα, κινητοποιηθείτε και καταστρέψτε την πραγματική σας ζωή, πουληθείτε στις οργανωμένες φαντασιώσεις για να γλυτώσετε από τον εαυτό σας. […] Αν συμφιλιωθούμε με αυτό που είμαστε ήδη, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνουμε κάτι. Διαφορετικά θα ξοδεύουμε λεφτά μόνο και μόνο για να φανταζόμαστε ότι υπάρχουμε». ( «Αντί», τ. 389)
Ολόκληρη η ανάρτηση...