Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Το ταξίδι των μάγων

Ἔπρεπε νάμαστε τρεῖς.
Ἂν δὲν ἦταν τόσο σκοτάδι,
θὰ καταλάβαινα ἴσως, γιατί
ἔχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο ἔχω ξεχάσει.
Πρέπει ἀπ' ἀρχῆς
πάλι τὸ ταξίδι
ν' ἀρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οἱ τρεῖς;
Ἢ μήπως, κάποτε, εἴχαμε ἀνταμώσει...
Μαζὺ πορευτήκαμε ἕνα διάστημα,
ὅσο μας ὁδηγοῦσε ἄστρο λαμπρό.
Αὐτὸ ἄλλαξε τὴν ὁδὸ ἢ ἐγὼ
τίποτα πιὰ νὰ δῶ δὲν μπορῶ;
Ποῦ βρίσκομαι τώρα, σὲ τέτοιον καιρό,
σκληρό, ἀνένδοτο, δύσκολο,
ἐγώ, ἀνήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι' ἡ ὥρα πλησίασε;
Ποῦ νὰ τὸ ξέρω!

Ποῦ εἶναι τὰ δῶρα;
εἴχαμε τότε τοιμάσει δῶρα
ἥμερα, ἥσυχα
δῶρα ἠμῶν τῶν ταπεινῶν, χρυσὸν
λίβανον καὶ σμύρναν ἄλλοτε
μὲ θαυμασμὸ κι' εὐλάβεια τοῦ φέρναμε.

Τώρα σ' αὐτὸν τὸν καιρὸ
σίδερο, κεραυνὸ καὶ φωτιά.

Ἤμασταν τρεῖς,
τώρα κανέναν ἄλλον δὲ βλέπω
κι' αἰσθάνομαι τὰ χέρια μου
πότε ἄδεια, πότε βαριά.
Βασιλεῖς τότε πρὸς τὸν βασιλέα
τοῦ κόσμου, τώρα κανεὶς
δὲ βασιλεύει μὲ βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιὸς μ' ὁδηγεῖ;
Δίχως συντροφιά,
δίχως ἄστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, ἡ μεγάλη ποὺ γνωρίζω,
συμφορὰ τῆς στέρησής Του.
Τί νὰ προσφέρω σημάδι εὐλάβειας
κι' ὑποταγῆς; Ἐμεῖς, ἄνθρωποι
τῆς παράφορης τούτης ἐποχῆς,
τί μποροῦμε, δικό μας, εὐτυχεῖς
νὰ Τοῦ δώσουμε; Εἶναι ἀνάγκη
νὰ βροῦμε τὴν προσφορά.
Τίποτα δὲν προσφέρει τῆς ψυχῆς μας
ὁ τόσος ἀγώνας.
Χρυσόν, λίβανον καὶ σμύρναν
ἄλλοτε, δῶρα ἁπλά.
Μᾶς παιδεύει ἡ ἀσυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα ποὺ πορεύομαι στὸ σκοτάδι,
χωρὶς τὴ χαρὰ τῶν δώρων, μονάχος,
δὲν ἔχω παρὰ τὸν ἑαυτό μου νὰ δώσω.

Ἐν συντριβῇ βαδίζοντα

Από το «Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα»της Ζωής Καρέλλη στις «εκδόσεις των Φίλων»
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Πλήθος ιδιωτικών ιστοριών

Σκεφτείτε, κύριε, αν μπορούσαμε να ξέρουμε την ατομική ιστορία, τα ονόματα, το χαμόγελο, τα όνειρα, τις αγάπες, τις επιθυμίες και τις δημιουργικές ικανότητες των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων, αν τους γνωρίζαμε σαν τ' αδέρφια μας, σαν τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί και ονειρευτήκαμε μαζί, τι διάσταση θα είχε για μας η ανθρώπινη ιστορία και πόσο άγρυπνοι και προσεχτικοί θα ήμασταν σε κάθε επιλογή της εξουσίας, σε κάθε ιδεολογική πρόταση. Αν η συνείδηση και η γνώση του ανθρώπου μπορούσε να φτάσει στο επίπεδο να ερμηνεύει μ' αυτή την ανθρώπινη έγνοια την είδηση "εκατό χιλιάδες νεκροί" ή "ένας άνθρωπος βασανίζεται σε κάποιο άντρο της εξουσίας".

Από το "Χαμογέλα ρε... τι σου ζητάνε;" του Χρόνη Μίσσιου, εκδόσεις Γράμματα
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Μάθημα ζωής

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Έμμονη ιδέα

Ὅταν κάτι μέσα σου, ἔχει γίνει ἔμμονη ἰδέα, σημαίνει πὼς ὑπάρχει γιατί ξεπερνᾶ τὴ μετριότητα.

Από το "Εν λευκώ" του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Όταν τέλειωσαν όλα

Κάποτε μία νύχτα θ' ἀνοίξω τὰ μεγάλα κλειδιὰ τῶν τρένων γιὰ νὰ περάσουν οἱ παλιὲς μέρες
οἱ κλειδοῦχοι θὰ 'χουν πεθάνει, στὶς ράγιες θὰ φυτρώνουν
μαργαρίτες ἀπ' τὰ παιδικά μας πρωινὰ
κανεὶς δὲν ἔμαθε ποτὲ πὼς ἔζησα, κουρασμένος ἀπὸ τόσους χειμῶνες
τόσα τρένα ποὺ δὲ σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια ποὺ δὲν εἰπώθηκαν
οἱ σάλπιγγες βράχνιασαν, τὶς θάψαμε στὸ χιόνι
ποῦ εἶμαι; γιατί δὲν παίρνω ἀπάντηση στὰ γράμματά μου;
κι ἂν νικηθήκαμε δὲν ἦταν ἀπ' τὴν τύχη ἢ τὶς ἀντιξοότητες,
ἀλλὰ ἀπ' αὐτὸ τὸ πάθος μας γιὰ κάτι πιὸ μακρινὸ
κι ὁ ἀγέρας ποὺ κλείνει ἀπότομα τὶς πόρτες καὶ μένουμε πάντοτε ἔξω
ὅπως ἀπόψε σὲ τοῦτο τὸ ἔρημο τοπίο ποὺ παίζω τὴν τυφλόμυγα μὲ τοὺς νεκρούς μου φίλους.
Ὅλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, ἀντίο! Τὰ πιὸ ὡραία ποιήματα δὲ θὰ γραφτοῦν ποτέ...

Από τις "Βιολέτες για μια εποχή" του Τάσου Λειβαδίτη, από τις εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Η διαχείριση της αγάπης

Η αλήθεια είναι πως τη συγγραφική παραγωγή του π. Φιλόθεου την είχα πάντα σε μεγάλη εκτίμηση. Το προτελευταίο του όμως έργο, το «Ταξίδι αυτοανακάλυψης» με είχε κρατήσει αρκετά προσγειωμένο σε ό,τι περίμενα. Ίσως και να απογοητεύτηκα από αυτά που προσδοκούσα να βρω. Η απάντηση όμως δεν άργησε να έρθει. Ένα χρόνο μετά ο π. Φιλόθεος Φάρος μας πρόσφερε ένα βιβλίο θησαύρισμα, μια τολμηρή προσπάθεια ανίχνευσης του ορθού τρόπου διαχείρισης της αγάπης.

Όλοι μιλάμε για αγάπη, όλοι την αποζητούμε, όλοι την πληγώνουμε, ποιος όμως μας έμαθε να τη διαχειριζόμαστε; Εφόσον η αγάπη είναι τέχνη, πότε βάλαμε τον εαυτό μας στη διαδικασία της μάθησης και εν τέλει ποιους είχαμε δασκάλους σε αυτή τη διαδρομή; Το βιβλίο μιλά ξεκάθαρα. Σε αρκετά μάλιστα σημεία ο τόνος ανεβαίνει για να θίξει τα κακώς κείμενα.

Μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες τραγωδίες του σύγχρονου ανθρώπου είναι ότι εξαντλεί πολύτιμη ενέργεια για να πείσει το περιβάλλον του και τον ίδιο ότι η κακοδαιμονία της ζωής οφείλεται στο κακό που έκαναν οι άλλοι σε αυτόν. Η πραγματική συμφορά που υφίσταται η σημερινή κοινωνία δεν είναι η οικονομική δυσπραγία. Αυτό είναι μία συνέπεια που συνίσταται στον ενταφιασμό ανεκτίμητων χαρισμάτων ολόκληρων γενεών με την υπόσχεση της εύκολης ζωής που εξαπατηθήκαμε να πιστεύουμε ότι είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση.

Την ποιότητα της ζωής του ανθρώπου δεν την καθορίζει το κακό που του κάνουν οι άλλοι. Την ποιότητα της ζωής του την καθορίζει το κακό που κάνει εκείνος στους άλλους. Η προσφορά και η αποδοχή της αγάπης προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης του ενός έναντι του άλλου. Μπορεί να αποφεύγουμε να προσφέρουμε την αγάπη μας ή να απορρίπτουμε την αγάπη των άλλων για να αποφύγουμε την ευθύνη της αγάπης.

Συνήθως η αγάπη θεωρείται ένα συναίσθημα, μία συμπάθεια για έναν άνθρωπο. Αν και το συναίσθημα είναι μέρος της αγάπης, είναι τραγικό λάθος να θεωρείται απλό συναίσθημα. Να προκρίνεται το συναίσθημα έναντι του βιώματος. Στην εποχή μας οι άνθρωποι αισθάνονται περισσότερο την ανάγκη τους να αγαπηθούν παρά την ανάγκη τους να αγαπήσουν, με αποτέλεσμα να επιζητούμε όλοι ξέφρενα την αγάπη και να μην υπάρχει κανείς για να μας την προσφέρει.

Η προσέγγιση του π. Φάρου θέτει διλλήματα, μας φέρνει ενώπιον ευθυνών, μας δείχνει δρόμους και παγίδες. Μιλά για ευθύνη και αγώνα. Επισημαίνει την αναντικατάστατη ομορφιά αλλά και τα ψέματα με τα οποία την ντύνουμε για να καλύψουμε τις ανασφάλειες ή τους φόβους μας.

Θα χαρώ πολύ να συζητήσουμε για το βιβλίο περισσότερο προβληματισμένοι, μέσα από γόνιμα ερωτήματα προς τον εαυτό μας. Αν όντως η αγάπη είναι το πολυτιμότερο επίγειο προς διαχείριση δώρο μας (από και προς εμάς) αξίζει να το ζήσουμε με αλήθεια ως το έπακρο.

Το βιβλίο «Η διαχείριση της αγάπης» του π. Φιλόθεου Φάρου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Σαν τριγυρνάς τις νύχτες

Τα καλά σου να μη βάζεις όταν βγαίνεις βράδυ
θα σε ζηλέψουν οι νύχτες
οι νύχτες όταν ζηλεύουν
σκύβουν στην πανσέληνο και λιώνουν.

Από τη συλλογή "Χωρισεμείς" του Δημήτρη Αθηνάκη, εκδόσεις: Κοινωνία των (δε)κάτων Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Αγάπη είναι

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα 'μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ' αρχίζαμε
απ' το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς
και δυσκολότερο ν' αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να 'ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ
να γίνω κάτι απ' αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά - έτσι κι αλλιώς -
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Απόσπασμα από τα «Γυάλινα Γιάννενα», του Μιχάλη Γκανά, εκδόσεις Καστανιώτης
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

Μερίδιο στην αιωνιότητα

Μία πορεία ανάμεσα απ' τις λόχμες
των ημερών που θά 'ρθουν κι η μοιραία
λάμψη της δυστυχίας σαν τραγούδι  
ενός πουλιού που απολιθώνει δάση
και κείνες οι ευτυχίες απ' το μέλλον  
μες στα κλαδιά που ξεθωριάζουν,
ώρες φωτός που ήδη πουλιά ραμφίζουν,  
οιωνοί που δραπετεύουν απ' τα χέρια,

μια παρουσία σαν έξαφνο τραγούδι,
σαν άνεμος που τραγουδά στις φλόγες,  
δυο μάτια που τον κόσμο μετεωρίζουν
μ' όλα τα πέλαγα και τα βουνά του,  
σώμα από φως που φίλτραρε ο αχάτης,
μηροί από φως, κοιλιά από φως, οι κόλποι,  
οι βράχοι του ήλιου, ένα κορμί στο χρώμα
του σύννεφου, στο χρώμα άλτριας μέρας,
η ώρα σπινθηρίζει, παίρνει σώμα,  
είναι ορατός στο σώμα σου ήδη ο κόσμος,
διάφανος μες στη διαφάνειά σου [...] 

για να διαφυλάξουν το μερίδιό μας στο αιώνιο,
αυτό που μας αναλογεί σε χρόνο και σε παράδεισο,
ν΄αγγίξουμε τη ρίζα μας και να την ξανακερδίσουμε,
να ξαναβρούμε την κληρονομιά μας, ξεριζωμένη
από κλέφτες της ζωής εδώ κι αιώνες..."

Από την «Ηλιόπετρα» του Οκτάβιο Πας, εκδόσεις Μαΐστρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Το καλό και το κακό

Ένας γέρος και ο γιος του δούλευαν σε ένα μικρό κτήμα. Είχαν μόνο ένα άλογο να τους σέρνει το αλέτρι. Μια μέρα, το άλογο το έσκασε. "Τρομερό", είπαν οι γείτονες. "Μεγάλη κακοτυχία".

"Ποιος ξέρει αν είναι κακοτυχία ή καλή τύχη", απάντησε ο αγρότης.

Μια εβδομάδα αργότερα, το άλογο επέστρεψε από τα βουνά, φέρνοντας μαζί του στον στάβλο πέντε άγριες φοράδες.

"Τι καλή τύχη!" είπαν οι γείτονες.

"Καλή τύχη; Κακή τύχη; Ποιος ξέρει;" απάντησε ο γέρος.

Την επόμενη μέρα, ο υιός, προσπαθώντας να εξημερώσει ένα από τα άλογα έπεσε και έσπασε το πόδι του.

"Τρομερό! Πολύ μεγάλη κακοτυχία"

"Κακοτυχία ή καλή τύχη;"

Ο στρατός πέρασε από όλα τα κτήματα για να πάρει τους νεαρούς άντρες στον πόλεμο. Ο υιός του αγρότη δεν τους ήταν χρήσιμος, χτυπημένος όπως ήταν, τον άφησαν.

Απόσπασμα από το βιβλίο: Η Σοφία του Ειρηνικού πολεμιστή του Dan Millman, εκδόσεις Έσοπτρον

Όταν σταματήσουμε να προϋποθέτουμε ότι γνωρίζουμε τι είναι τελικά καλό ή κακό και αντιθέτως εμμένουμε στην πίστη -όταν βιώνουμε κάθε στιγμή δίχως κριτική και προσδοκία- ζούμε με διαφορετικό τρόπο. Οι γνώστες είναι μια συντηρητική τάξη, προσκολλημένοι στο πώς θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, λύνοντας προβλήματα, αγωνιζόμενοι να κάνουν τα πάντα "σωστά".

Τι θα συνέβαινε αν παύαμε να βγάζουμε συμπεράσματα για το τι σημαίνουν όλα ή πώς θα έπρεπε να λειτουργούν τα πράγματα, και απλώς αφήναμε τη ζωή να εκτυλιχθεί, κάνοντας το καλύτερο με κάθε νέο κύμα ευχαρίστησης ή πόνου, επιτυχίας ή αποτυχίας -όλα μέρη της συνολικής δομής της ζωής; Διότι, όσα συνέβησαν σε εμάς, ασχέτως με το πόσο ευχάριστα ή τραγικά ή απίθανα ήταν, έπρεπε να συμβούν. Έπρεπε να συμβούν γιατί συνέβησαν και τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει.

Η αποδοχή είναι ένας από τους παγκόσμιους νόμους της ζωής -η πιο δημιουργική, θετική και ευφυής στάση που μπορούμε να πάρουμε σε οποιαδήποτε στιγμή ή εμπειρία. Η αντίσταση είναι μάταιη. (Και εξαντλητική!) [...] To σκασμένο λάστιχο όταν έχουμε καθυστερήσει σε μια σημαντική συνάντηση μπορεί να καταλήξει να μας σώσει από ένα μοιραίο δυστύχημα στην επόμενη διασταύρωση -ή μπορεί να μας οδηγήσει σε αυτό. Το ζήτημα είναι ότι δεν το γνωρίζουμε. Έχοντας καταλάβει αυτό, σταματάμε να παίζουμε τον ρόλο του Θεού.

Οι αγώνες της ζωής μας προσφέρουν καλύτερες στιγμές μάθησης. Η πίστη είναι το θάρρος να ζει κανείς σαν τα πάντα να συμβαίνουν για το ανώτερο καλό μας και τη διδαχή μας. Έτσι, όποτε αντιστεκόμαστε στην πραγματικότητα ή αντιμετωπίζουμε προκλήσεις, μπορούμε να θυμίζουμε στον εαυτό μας: "καλή τύχη; κακή τύχη; ποιος ξέρει;" Αυτή η προοπτική μπορεί να μας βοηθήσει να χαλαρώσομε περισσότερο γύρω από το θέμα της ζωής, της πίστης και του μυστηρίου. Διότι, απλώς δεν ξέρουμε.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Το άλμα

Κάνε ἅλμα πιὸ γρήγορο ἀπὸ τὴ φθορὰ.

Από τη «Μαρία Νεφέλη» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Η ιστορία ενός μολυβιού

Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:

- Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;

Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:
- Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.

Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.
- Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!

- Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.

Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε "Θεό" και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.

Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.

Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.

Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.

(Απόσπασμα του Paolo Coelho, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» της εφημερίδας «Τα Νέα»)


Πάει καιρός που είχα να διαβάσω κάποιο απόσπασμα του Paolo Coelho. Θεωρώ πως μετά τον Αλχημιστή αναλώνεται σε εμπορικές δημοσιεύσεις που του εξασφαλίζει η δημοσιότητα του πρώτου του βιβλίου. Για μένα η ιστορία ενός μολυβιού υπήρξε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη που έφτασε τυχαία στα χέρια μου μέσω ενός πολύ καλού φίλου. Πέρα από τις ηθικοπλαστικές διδαχές ο συγγραφέας με απλότητα μεταφέρει την εικόνα που θα έπρεπε όλοι να έχουμε απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους. Την εικόνα ακριβώς ενός απλού μολυβιού.

Και με αυτό μπορεί κάποιος να γράψει αριστουργήματα ή πράγματα λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά. Το σημαντικό ωστόσο είναι πως δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε "Θεό" και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του. Τα έργα σου είναι η έμπρακτη χημεία της ελευθερίας και της αγάπης Του. Αρκεί να το διαχειρίζεσαι σωστά.

Στη ζωή του καθενός πρέπει να θυμόμαστε πως κάποιες στιγμές χρειάζεται να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο. Δεν μπορώ να γράφω συνέχεια, να αφήνω ανεξάλειπτα πάντοτε το αποτύπωμά μου στην ιστορία. Δε γίνεται. Η αναψυχή είναι αυτή ακριβώς η προετοιμασία για να συνεχίσω να είμαι δημιουργικός. Να ενεργώ και αντέχω.

Επιπλέον το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου. Χρειάζεται να σβήνεις ό,τι δεν σε κάνει καλύτερο ως άνθρωπο, να έχεις τη δύναμη να πας παραπέρα. Να σβήνεις ό,τι βαραίνει τη συνείδησή σου, ό,τι έχεις μετανιώσει που το έκανες. Και βέβαια θέλει πολύ θάρρος και εμπιστοσύνη για κάτι τέτοιο. Η γόμα όμως, ευτυχώς, θα υπάρχει πάντα δίπλα σου.

Πολλές φορές κρίνουμε τους άλλους ή και τον ίδιο μας τον εαυτό κυρίως από αυτό που βλέπουμε, από αυτό που μπορούμε να δούμε. Ξεχνάμε επιδεικτικά πως το ουσιαστικό είναι και θα παραμένει αόρατο στα μάτια, και οι χαρακτηρισμοί μας θα πρέπει να είναι λιγότερο εύκολοι για πράγματα και πρόσωπα που δεν κάναμε ποτέ το δρόμο μέσα τους. Αυτό άλλωστε που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, αξία έχει να φροντίζεις πάντα αυτό το θαύμα που συμβαίνει μέσα σου.

Τέλος, όπως κι αν ζεις θα πρέπει να μην ξεχνάς ποτέ πως το μολύβι αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις πως ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης. Το τραγικό είναι να σημαδέψεις με τέτοιο τρόπο τη ζωή κάποιου που ενώ θέλει να μη μπορεί να σβήσει το πέρασμά σου. Το θεϊκό από την άλλη είναι να μη σβήνει ποτέ το πέρασμά σου από τη ζωή κάποιου που δε θέλει ποτέ να σε ξεχάσει.

Προσοχή στα μολύβια μας λοιπόν. Για ό,τι γράφουμε κι ό,τι δεν γράφουμε.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Ευγνωμοσύνη

Πιστεύεις στα όνειρα;
— Πάει καιρός που δεν τα πιστεύω.
Κι εγώ απ' τ' όνειρο έχω ξυπνήσει
και πατώ στέρεα στη γη.
Κι όμως!

Και τι απέγινε ο ονειροκρίτης που σου χάρισα;
— Είναι πολύς καιρός που άνοιξα, καλέ μου,
το θυμητάρι εκείνο για τελευταία φορά.
Δεν κέρδισα, η έρμη, τίποτα στη ζωή,
εκτός μόνο από θλίψη.
Και λίγα δάκρυα από πάνω.
Κι όμως!

Και τι λεν γι' αυτό οι ποιητές;
— Αυτοί λεν μόνο ψέματα!
Ήξερα έναν.
Ποτέ δεν έβλεπε τίποτα στον ύπνο του,
πάντα σχεδόν κοιμότανε σαν ψόφιος.
Όμως όταν ξυπνούσε το πρωί
κι έβαζε τις παντόφλες του,
διηγόταν ένα εξαίσιο όνειρο.

Εγώ κοιμάμαι άσχημα αρκετά
κι όταν με παίρνει ο ύπνος,
βρίσκομαι σ' ένα περιβάλλον αλλόκοτο τελείως.
Κάποτε με τρομάζει
και στην καλύτερη περίπτωση δεν είναι ευχάριστο.
Ποτέ στον ύπνο μου δεν περπάτησα
ανάμεσα σε ρόδα.
Κι όμως!

Παρ' όλα αυτά ευγνωμονώ τη νύχτα
για τις σπάνιες στιγμές
που μέσα στη σιωπή της και μέσα στο σκοτάδι της
συναντώ τους νεκρούς
που αγάπησα στη ζωή μου.

Από τη «Γλυκειά συμφορά της ποίησης» του Jaroslav Seifert, εκδόσεις Ποταμός
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Συγχώρα με, Αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω

Ἤξερες νὰ δίνεσαι ἀγάπη μου...
Δινόσουνα ὁλάκερη
καὶ δὲν κράταγες γιὰ τὸν ἑαυτό σου
παρὰ μόνο τὴν ἔγνοια
ἂν ὁλάκερη ἔχεις δοθεῖ...
Ὅλα μπορούσανε νὰ γίνουνε
στὸν κόσμο ἀγάπη μου
τότε πού μου χαμογελοῦσες...
Γιατί πρὶν μπεῖς
ἀκόμα στὴ ζωή μου
εἶχες πολὺ ζήσει μέσα στὰ ὄνειρά μου
ἀγαπημένη μου..
Μὰ καὶ τί νὰ πεῖ κανείς...
Ὅταν ὁ κόσμος εἶναι τόσο φωτεινὸς
καὶ τὰ μάτια σου τόσο μεγάλα...
Στὴν πιὸ μικρὴ στιγμὴ μαζί σου
ἔζησα ὅλη τη ζωή...
Θὰ ξαναβρεθοῦμε μία μέρα
καὶ τότε ὅλα τὰ βράδια
κι ὅλα τὰ τραγούδια θάναι δικά μας...
Θάθελα νὰ φωνάξω τ'ὀνομά σου,ἀγάπη,
μ' ὅλη μου τὴ δύναμη...
Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποῦ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο,
καμιὰ ἐλπίδα νὰ μὴ πεθάνει...
Θέ μου πόσο ἦταν ὄμορφη
σὰν ἕνα φωτισμένο δέντρο
μία παλιὰ νύχτα τῶν Χριστουγέννων
Συχώρα μέ, ἀγάπη μου,
ποῦ ζοῦσα πρὶν νὰ σὲ γνωρίσω...
Μισῶ τὰ μάτια μου,
ποῦ πιὰ δὲν καθρεφτίζουν τὸ χαμόγελό σου...
Θὰ σ' ἀκούω σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ κλαίει,
ἀκούγοντας μακριὰ τὴ βουὴ μίας μεγάλης γιορτῆς
σ' ἀναζητάω σὰν τὸν τυφλό,
ποῦ ψάχνει νὰ βρεῖ τὸ πόμολο τῆς πόρτας
σ'ἕνα σπίτι που' πιάσε φωτιά,
ἅ, γιὰ νὰ γεννηθεῖς ἐσὺ
κι ἐγὼ γιὰ νὰ σὲ συναντήσω
γὶ αὐτὸ ἔγινε ὁ κόσμος...
Κι ἐσύ, ἀγαπημένη, ὅταν μὲ διώχνεις,
κλείνεις ἔξω ἀπ' τὴν πόρτα σου
ἕναν ὁλάκερο πικραμένο κόσμο...
Κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον,
εἴμαστε κιόλας νεκροί...
Ἂν βροῦν ἕναν ἄνθρωπο νεκρὸ
ἔξω ἀπ' τὴν πόρτα σου,
ἐσὺ θὰ ξέρεις,
πῶς πέθανε σφαγμένος
ἀπ' τὰ μαχαίρια τοῦ φιλιοῦ,
ποῦ ὀνειρευότανε γιὰ σένα...
Ποδοπάτησε μέ,
νὰ ἔχω τουλάχιστον τὴν εὐτυχία
νὰ μ'ἀγγίζεις...

Από τα Ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Αντικαταπληκτικά

Βάδιζα προς το σπίτι σιγοτραγουδώντας τους στίχους του Παυλίδη από το Αντικαταπληκτικά. Ο σημερινός αγιασμός ήταν μαρτύριο. Ο παπάς άργησε μια ώρα, ο διευθυντής φλυαρούσε χωρίς να τον ακούει κανένας, οι καθηγητές σώνει και καλά να μας δώσουν βιβλία, αύριο πεντάωρο. Καταπληκτικά!

Φέτος που θα πάω στην Τρίτη Λυκείου νιώθω επιτέλους πως θα ελευθερωθώ από την τυραννία των βασανιστικών σχολικών χρόνων. Επιτέλους στο τέλος του χρόνου θα αρχίσει η ζωή μου, χωρίς άγχος, χωρίς πίεση χωρίς έγνοιες και σκοτούρες. Καταπληκτικά!

Η τελευταία χρονιά στο σχολείο θα είναι μέσα στο κέφι αφού εδώ θα χαλαρώνω από το διάβασμα του φροντιστηρίου, εδώ θα περνάω τις ώρες μου ανάμεσα σε επαγγελματίες καθηγητές και αδιάφορους συμμαθητές. Θα πάμε και πενταήμερη, θα ξεδώσω, θα πιω, μπορεί και να πάω με καμία, θα καπνίσω, τη σημασία έχει πού θα πάμε; Παντού είναι τρέλα στην πενταήμερη και φέτος είναι η χρονιά μου. Καταπληκτικά!

Τελευταία τάξη, τελευταίος αγιασμός. Ως το τέλος αυτής της χρονιάς θα γίνω σαΐνι στο σκονάκι, στην αδιαφορία, στη καταστροφή και στη καλοπέραση. Για σεβασμό και αρχές δε μιλώ. Θα με περάσουν για βλάκα. Ο μπαμπάς λέει πως άμα δουλέψω και βελτιώσω αυτά τα προσόντα θα ανέβω πολύ ψηλά στην κοινωνία και δε θα δυσκολευτεί να με βάλει μετά στη θέση που του έταξε ο βουλευτής που ψηφίζει. Καταπληκτικά!

Γιατί να κάνω πως διαβάζω φέτος; Τώρα με θυμήθηκαν όλοι; Τώρα μου λένε πως πρέπει να βάλω τα δυνατά μου, να νιώσω σημαντικός, να πληρώνω στα ιδιαίτερα και στα φροντιστήρια για να μου λένε επί πληρωμή πως αξίζω, να μου μάθουν τα πάντα εκτός από τη ζωή που αξίζει να ζω, να με κάνουν στο τέλος επιτυχόντα δίχως να μου έχουν μάθει τι σημαίνει επιτυχία. Θα γίνω φοιτητής. Αρκεί να γράψω και 0,9. Καταπληκτικά!

Φέτος είναι η τελευταία χρονιά που θα δω τους καθηγητές μου. Αυτούς που κάθε χρόνο με έκαναν να νιώθω χάρη που με περνάνε στην επόμενη τάξη, αυτούς που ποτέ δεν μου μίλησαν με χαμόγελο, ποτέ δεν έδειξαν την καρδιά τους, ποτέ δεν διακινδύνεψαν το παραμικρό για να γίνω καλύτερος σαν άνθρωπος. Στα μάτια τους ήμουν μόνο ένας κακός μαθητής, το πρόβλημα της τάξης. Τίποτε άλλο. Αδιαφορούσαν για όλα τα δικά μου εκτός από τη κακή μου βαθμολογία. Τελευταία φορά που τους βλέπω. Καταπληκτικά!

Αυτή τη χρονιά θα ξαναμπώ σε αίθουσες με λίγους μαθητές, θα έχω ικανότατους δασκάλους, όλα τα τεχνολογικά μέσα θα κάνουν την εκπαίδευσή μου ποιοτικότερη, δε θα χρειαστεί να ξεπαραδιάζονται οι δικοί μου στα φροντιστήρια, δεν θα έχω καταλήψεις, αποχές, απεργίες. Είμαι ευλογημένος! Ζω στον εκπαιδευτικό Παράδεισο της Ευρώπης. Καταπληκτικά!

Στη ζωή κάποια πράματα τελειώνουν το ίδιο άσχημα όσο αρχίζουν κι άλλα αρχίζουν ενώ ξέρεις ήδη το τέλος. Ανάποδα. Καλή αρχή! Σε όλα τα καταπληκτικά του εκπαιδευτικού μας συστήματος η ευχή είναι μία: καλή αντικαταπληκτική αρχή!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Τι έμαθα κοντά σου...

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Ξέφυγα πετώντας

Από τον κύκλο τον βαρυπενθή ξέφυγα πετώντας.

Ρήση των Προσωκρατικών φιλοσόφων, από το έργο της Ελένης Λαδιά "Τα άλση της Περσεφόνης", εκδόσεις Αρμός Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Ποιος φοβάται;

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

Η θητεία του καλοκαιριού

Τὸ σταφύλι αὐτὸ ποὺ δίψασε ἡ ψυχὴ
Γεμισμένη ἀπτόητο ἄνεμο
Ἡ θητεία τοῦ καλοκαιριοῦ
Στὰ πεῦκα καὶ στὰ κύματα
Ἕνας ἔρωτας ἄσπρος
καὶ γλαυκὸς

Μὲ γυμνὲς ὧρες
Ποῦ κρατᾶν στὰ δάχτυλα τὴν ὕπαρξη
Κυματιστὴ
Ξεφυλλισμένη
Ἐλεύθερη
Σὰν φῶς
Στὰ πλατιὰ ἐνδόμυχα δώματα.

Από τους «Προσανατολισμούς» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Τα φτερά είναι για να πετάς

Στη ζωή μας πολλές φορές χρειάζεται να κάνουμε νέα άλματα και αναζητήσεις που ξεκινάνε πάντα με το πρώτο μικρό βήμα. Συνήθως αμφιβάλλουμε, φοβόμαστε το άγνωστο, το τί θα συναντήσουμε, πως θα ανταπεξέλθουμε στις νέες συνθήκες και στο νέο περιβάλλον. Δηλαδή φοβόμαστε το ρίσκο και την αποτυχία.

Η αλήθεια είναι όμως, πως πρέπει να επιλέξουμε, και αν θέλετε: να "παίζουμε" αυτό το παιχνίδι. Μπορεί να χάσουμε, μπορεί να κερδίσουμε, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως θα μάθουμε, θα αναζητήσουμε, θα ψάξουμε και το μόνο σίγουρο είναι πως θα αποκομίσουμε την εμπειρία ότι προσπαθήσαμε, και δεν μείναμε μόνο στις σκέψεις του νου.

Πρέπει να επιλέξουμε, αν θα αναλωνόμαστε στα ίδια και στα ίδια ή εάν θα ξανανοιχτούμε σε νέα ταξίδια.

Η επιλογή είναι δική μας, όπως άλλωστε η απόφαση και το ταξίδι. Τα φτερά μας λοιπόν, είναι για να πετάμε και όχι για να φαντάζουν όμορφα πάνω μας... ας τα ξεδιπλώσουμε και ας επιχειρήσουμε το ταξίδι....
Τα φτερά είναι για να πετάς....

Από το «Να σου πω μια ιστορία» του Jorge Bucay, εκδόσεις Opera

Πολλές φορές το δίλλημα, σαν τοίχος, ορθώνεται ενώπιον σου ισχυρό και ψηλό. Κάνω το σωστό; Θα κάνω το σωστό; Και αυτό σε αδρανοποιεί. Η αντικατάσταση της δράσης από τη σκέψη. Η αδυναμία να σβήσεις μόνος σου τα ερωτηματικά.

Όπως όμως όλα τα μεγάλα ταξίδια, όλες οι συναρπαστικές στη ζωή μας περιπέτειες, έτσι και οι σημαντικές αποφάσεις ξεκινούν από ένα μικρό, από το πρώτο βήμα. Δεν είναι σίγουρο πως θα σε οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Ίσα ίσα. Μπορεί και να σε καταστρέψει, να σε πληγώσει ή να σε θανατώσει ακόμη. Σημασία όμως έχει η ευχαρίστηση και η χαρά με τις οποίες θα μπαίνεις στους «πρωτοειδωμένους λιμένας» του Καβάφη, μαζεύοντας «ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής». Το ταξίδι, τα πρόσωπα που συνάντησες, τα μέρη, ό,τι αγάπησες, οι σχέσεις σου με τους ανθρώπους θα είναι για σένα τα ομορφότερα ταξίδια. Με ένα χρέος μόνο δικό σου˙ να τα γυρέψεις. Να κάνεις το πρώτο βήμα. Να γίνεις ταξιδευτής ώσπου να βρεις λιμάνι.

Το ρίσκο δεν φοβίζει τους περισσότερους. Σχεδόν όλοι αγαπάμε το άγνωστο, κολακευόμαστε από το διαφορετικό, προβάλλουμε στοιχεία που θα θέλαμε να έχουμε σε άλλους, καλύπτουμε αρκετές από τις αδυναμίες μας με το ρίσκο. Δεν το φοβόμαστε. Την αποτυχία φοβόμαστε. Και γι’ αυτό δεν κάνουμε βήμα έξω από την ασφάλεια του δικού μας χώρου. Η αποτυχία όμως είναι τόσο σίγουρη, τόσο φυσιολογική και τόσο «μέσα» στη ζωή που θα ήταν τουλάχιστον αφελές να την παραθεωρήσουμε. Πόσα και πόσα πρόσωπα δεν θα γνωρίζαμε ποτέ, πόσες σχέσεις θα έμεναν ανολοκλήρωτες εάν μας κυρίευε ο φόβος της αποτυχίας. Χρειάζεται τέτοια εμπιστοσύνη και αηδία προς τη δειλία που να μπορείς να κάνεις την πτώση στο κενό χωρίς αλεξίπτωτο και να μη σκέφτεσαι τίποτα. Ναι, μπορεί και να φας τα μούτρα σου, για να βρεις όμως τους μεγαλύτερους επίγειους θησαυρούς χρειάζεται η εμπιστοσύνη να το κάνεις. Όπως και στην αγάπη. Ακριβώς το ίδιο. Αλλιώς θα απομείνεις μόνος ή θα αγαπάς μόνο τον εαυτό σου. Το ταξίδι θα είναι τόσο μικρό και τόσο περιορισμένο. Οι χώρες όμως στα πρόσωπα των άλλων ανθρώπων, η γεωγραφία του κορμιού τους, η ιστορία της μοίρας τους, ο καιρός μέσα από τα μάτια τους, τα αληθινά ταξίδια δηλαδή στους αληθινούς χάρτες, δεν θα τα κάνεις ποτέ δίχως να πραγματοποιήσεις το πρώτο βήμα ακόμη και προς την αποτυχία. Είναι πολύ απλό.

Ο Jorge Bucay από τη πλευρά του τονίζει αυτή μας την αέρινη φύση. Αυτό το μισό του εαυτού μας που φορά στα φτερά αγγέλου ίσα ίσα για να κοροϊδεύει και να διαφοροποιείται από τον άλλο μισό εαυτό μας, το διάβολο, που θέλει να μας πείσει πως το ψέμα είναι αλήθεια. Να μας πείσει πως ταξίδια δεν υπάρχουν, πως όταν οι άνθρωποι ταξιδεύουν πάνε από τη μια χώρα στην άλλη ή από τη μια πόλη στην άλλη, αυτού του εαυτού που δεν μπορεί αν βλέπει τα πράγματα ιδωμένα από άλλη θέα, που όλος ο κόσμος περιορίζεται στο πρόσωπό μας. Και γι’ αυτό ο κόσμος μας, οι ιστορίες, η ομορφιά του κόσμου παραμένει φτωχή.

Απόψε κιόλας δοκίμασε να κουνήσεις τα φτερά σου. Έλα να σου δείξω εγώ ή ο διπλανός σου, αυτός που αγαπάς και σ’ αγαπάει πώς είναι να πετάς. Πώς είναι να μετράς αλλιώς την απόσταση, αλλιώς το χρόνο, αλλιώς την ομορφιά. Κάνε σήμερα την πρώτη κίνηση. Αυτή τη στιγμή. Κάνε την εκτροπή στο μυαλό και στη ζωή σου. Τη ζωή, ξέρεις, τη ζούμε, δεν τη σκεφτόμαστε.

Και μην ξεχνάς δυο πράγματα. Αυτό που λέει ο συγγραφέας για τα φτερά είναι η πρώτη αλήθεια. Τα φτερά δεν τα έχουμε για να δείχνουμε ομορφότεροι. Αυτό είναι κατάντια κι αυτολύπηση στο πεπρωμένο μας. Τα φτερά είναι για να πετάμε ελεύθερα για τα ταξίδια που αξίζουν όσο τίποτα. Τη δεύτερη αλήθεια την αντιγράφω από την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου. «Οἱ ταξιδευτὲς τῶν Ἰνδιῶν ἔχουν περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπὸ τοὺς βυζαντινοὺς χρονογράφους». Ταξίδεψε. Βγες από τον εαυτό σου κι εμπιστεύσου. Ακόμη κι αν φας τα μούτρα θα είναι πάντα κάποιος δίπλα σου που να σε αγαπά αληθινά. Κι αυτό είναι το μισό ταξίδι της ευτυχίας. Το άλλο μισό είναι το δικό σου ταξίδι προς αυτόν.

Κούνα τα φτερά σου. Μη γελιέσαι. Τα φτερά είναι για να πετάς...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι

Ὅλα τὰ πῆρε τὸ καλοκαίρι
τ' ἄγριο μαλλί σου στὴν τρικυμία
τὸ ραντεβού μας ἡ ὥρα μία
Ὅλα τὰ πῆρε τὸ καλοκαίρι
τὰ μαῦρα μάτια σου τὸ μαντίλι
τὴν ἐκκλησούλα μὲ τὸ καντήλι
Ὅλα τὰ πῆρε τὸ καλοκαίρι
κι ἐμᾶς τοὺς δυὸ χέρι μὲ χέρι

Ὅλα τὰ πῆρε τὸ καλοκαίρι
μὲ τὰ μισόλογα τὰ
σβησμένα
τὰ καραβόπανα τὰ σχισμένα
Μὲς στὶς ἀφρόσκονες καὶ τὰ φύκια
ὅλα τὰ πῆρε τὰ πῆγε πέρα
τοὺς ὅρκους ποὺ ἔτρεμαν στὸν ἀέρα
Ὅλα τὰ πῆρε τὸ καλοκαίρι
κι ἐμᾶς τοὺς δυὸ χέρι μὲ χέρι.

Από το έργο: «Τα ρω του έρωτα» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Θέλω να με κάνεις τηλεόραση
(Αφιέρωση στους πολυάσχολους γονείς...)

Έκθεση από μαθητή Δευτέρας δημοτικού με θέμα:
" ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΤΗΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ".

Θεέ μου, απόψε σου ζητάω κάτι που το θέλω πάρα πολύ.
Θέλω να με κάνεις τηλεόραση.
Θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης που είναι στο σπίτι μου.
Να έχω το δικό μου χώρο.
Να έχω την οικογένειά μου γύρω από εμένα.
Να με παίρνουν σοβαρά όταν μιλάω. Θέλω να είμαι το κέντρο της προσοχής και να με ακούνε οι άλλοι χωρίς διακοπές ή ερωτήσεις.
Θέλω να έχω την ίδια φροντίδα που έχει η τηλεόραση όταν δεν λειτουργεί.
Όταν είμαι τηλεόραση θα έχω την παρέα του πατέρα μου όταν έρχεται σπίτι απ’ τη δουλειά ακόμα κι αν είναι κουρασμένος.
Και θέλω τη μαμά μου να με θέλει όταν είναι λυπημένη και στεναχωρημένη, αντί να με αγνοεί...
Θέλω τ’ αδέρφια μου να μαλώνουν για το ποιος θα περνάει ώρες μαζί μου. Θέλω να νιώθω ότι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη πότε πότε, μόνο και μόνο για να περάσει λίγο χρόνο με μένα.
Και τελευταίο, κάνε με έτσι ώστε να τους κάνω όλους ευτυχισμένους και χαρούμενους.
Θεέ μου δε ζητώ πολλά. Θέλω μόνο να γίνω σαν μια τηλεόραση!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Ερείπια της Παλμύρας

Ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς καὶ κάνω ἕνα προχώρημα
βαθύτερο μὲς στὴν παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι’ ἀποχτᾶς τὴ σημασία
ποὺ δίνουν στὰ ἐρείπια οἱ ἄνθρωποι. Ἐδῶ ποὺ ὅλα

σκουπίζονται, τὰ μάρμαρα κι’ οἱ πέτρες κι’ ἡ ἱστορία
μένεις ἐσὺ μὲ τὴν πυρακτωμένη σου πνοὴ γιὰ νὰ θυμίζεις
τὸ πέρασμα ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιά, τὴ μνήμη
ἐκείνου ποὺ ἐσίγησε ἀνεπαίσθητα ἐντός μου
σφαδάζοντας στὴν ἴδια του κατάρρευση κι’ ἀκόμα
τοὺς ἄλλους ποὺ ἀνύποπτοι μὲς σὲ βαθὺν ὕπνο διαρρέουν.
Ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς καὶ προχωρῶ βαθύτερα
στὸ ἀκίνητο φθινόπωρο ποὺ μαλακώνει πλένοντας
μὲ φῶς τὰ πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στὴ χρυσωμένη δωρεὰ τοῦ ἥλιου μιὰ ἐγκατάλειψη
γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα, γιὰ ὅσα
μοῦ ζήτησαν κι’ ἀρνήθηκα μὴ ἔχοντας, γιὰ ὅσα
μοιράστηκα ἀπερίσκεπτα καὶ μένω
ξένος καὶ κουρελιάρης τώρα.
Μὰ ὅταν μὲς στὴ θρυμματισμένη θύμηση ἀναδεύω
ἐρείπια, βρίσκω ἀπόκριση βαθιὰ γιατί τὰ μάρμαρα
κι’ οἱ πέτρες κι’ ἡ ἱστορία μένουν γιὰ νὰ θυμίζουν
τὸ πέρασμά σου ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιὰ – ἀπόκριση κρυφὴ
γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα.


Από την συλλογή «O θάνατος του Μύρωνα» του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, εκδ. Διαγώνιος

Τα ερείπια της Παλμύρας αποτελούν κατ’ ουσία ένα ποίημα για τη σημασία που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι, για τα ερείπια της ζωής μας. Η Παλμύρα υπήρξε κατά την αρχαιότητα σημαντική πόλη της κεντρικής Συρίας. Για αιώνες ήταν ζωτικός σταθμός για τα καραβάνια που διέσχιζαν τη Συριακή έρημο και ήταν γνωστή ως η «Νύμφη της Ερήμου». Για την μυθολογία υπήρξε τόπος που φιλοξενούσε μια από τις εισόδους Του Άδη.

Ο Ασλάνογλου ατενίζει τη ζωή του ήρωα του και τώρα που προχώρησε ο καιρός και νιώθει να έχει κάνει βήμα βαθύτερο μες στην παραδοχή του επικείμενου θανάτου, τον καιρό που όλα σκουπίζονται, βλέπει αυτή την αγαπημένη του Πόλη, το αλλοτινό πλούσιο κέντρο των καραβανιών να έχει μετατραπεί σε ερείπιο. Ερείπιο, αλλά ταυτόχρονα αγαπημένο θυμητάρι των καιρών που ήταν, εξαιτίας της, ευτυχισμένος. Αυτός κρατά ό,τι οι άλλοι αδυνατούν να δουν.

Αφήνει στους άλλους τους ανύποπτους επισκέπτες των λίγων στιγμών και των ανεπαίσθητων εντυπώσεων τα μάρμαρα τις πέτρες και την ιστορία και κρατά για τον εαυτό του την πυρακτωμένη της πνοὴ για να του θυμίζει το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός του σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση. Αυτό που χάθηκε δεν είναι, δεν μπορεί να είναι το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Η απώλεια όπως και η ευτυχία δεν μετριέται για όλους το ίδιο. Ο άλλος αφήνει ερείπια, ο άλλος τη ζωή του.

Ο ήρωας συνεχίζει τη ζωή του προχωρώντας βαθύτερα, γερνώντας, στο ακίνητο φθινόπωρο βλέπει στη δωρεά του ήλιου την εγκατάλειψη. Την εγκατάλειψη αυτή που έκανε την πλούσια Παλμύρα ερείπια στα μάτια ανύποπτων επισκεπτών. Αυτό που ο ίδιος κάποτε λάτρευε έγινε τώρα από αντικείμενο λατρείας, φτηνό μπακίρι στα παζάρια των ξένων αναγκών, έγινε κάτι πεπαλαιωμένο, δίχως ομορφιά, δίχως χρήση, δίχως αγάπη.

Ο Ασλάνογλου βάζει την εγκατάλειψη του ήρωα του σαν ένα μαχαίρι που κόβει τον καιρό στα δύο. Βάζει την εγκατάλειψη σαν ένα μεγάλο ερωτηματικό, ένα τεράστιο ανανταπόδοτο παράπονο, μια πλησμονή ανεκπλήρωτη, που άλλαξε τη μοίρα του και τον ίδιο. Η περιγραφή του ποιητή είναι συγκλονιστική. «Μια εγκατάλειψη για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα μου ζήτησαν κι’ αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω ξένος και κουρελιάρης τώρα». Για όλα όσα έγινε χωρίς την Παλμύρα, ζώντας ως ξένος και κουρελιάρης σε πόλεις που δεν αγάπησε ποτέ βαθιά όπως αγάπησε εκείνη. Ζώντας σε αυτήν ήταν κάποιος, ζώντας έξω από αυτή δεν ήταν κανείς. Τώρα που η Παλμύρα κατήντησε ερείπια αυτό που του θυμίζει το πρόσωπό του ήταν οι μέρες που έζησε στην ακμή της. Πριν την εγκαταλείψει και πριν τον εγκαταλείψει. Όλα έξω από αυτή τη σχέση έγιναν ερείπια.

Άλλην ελπίδα, άλλο τίποτε να τον κρατά στη ζωή δεν έχει παρά τη θύμησή της. Έτσι λοιπόν αναδεύοντας ο ίδιος μες στη θρυμματισμένη θύμηση μέσα από τα ερείπια των πολλών, αυτός ακούει τη βαθιά απόκριση, αυτό το ανεξάλειπτο, αυτό το κάτι μεταξύ των ανθρώπων που δεν χάνεται ποτέ και μένει πάντα για «να θυμίζουν το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά – απόκριση κρυφή για όσα περιμένω και δεν πήρα».

Την επόμενη φορά που ως επισκέπτες με το εισιτήριο στο χέρι επισκεφτούμε κάποια Παλμύρα, ας αναλογιστούμε πως κάτω από τα ερείπια και τα μάρμαρα υπάρχει ένα μεγαλείο αλλοτινό που μεταμόρφωνε τους ανθρώπους. Υπάρχει η μεταμορφωτική σχέση που χωράει σε δυο ζωές ή αν προτιμάτε χωρούν τόσα μάρμαρα και τόσα ερείπια σε δυο ζωές. Υπάρχει, ανύποπτε κοιμισμένε μου επισκέπτη, «τὸ πέρασμά ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιὰ – ἀπόκριση κρυφὴ γιὰ ὅσα περιμένω καὶ δὲν πῆρα». Μα εσύ τη σημασία αυτή δεν θα τη βρεις ποτέ. Για σένα η Παλμύρα θα είναι μόνο μάρμαρα κι ερείπια.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Ἐν ἑσπέρᾳ

Πάντως δὲ θὰ διαρκούσανε πολύ. Ἡ πείρα
τῶν χρόνων μὲ τὸ δείχνει. Ἀλλ' ὅμως κάπως βιαστικὰ
ἦλθε καὶ τὰ σταμάτησεν ἡ Μοίρα.
Ἤτανε σύντομος ὁ ὡραῖος βίος.
Ἀλλὰ τί δυνατὰ
ποὺ ἤσαν τὰ μύρα,
σὲ τί ἐξαίσια κλίνην ἐπλαγιάσαμε,
σὲ τί ἡδονὴ τὰ σώματά μας δώσαμε.
Μία ἀπήχησις τῶν ἡμερῶν τῆς ἡδονῆς,
μία ἀπήχησις τῶν ἡμερῶν κοντά μου ἦλθε,
κάτι ἀπ' τῆς νεότητός μας τῶν δυονῶ τὴν πύρα•
στὰ χέρια μου ἕνα γράμμα ξαναπῆρα,
καὶ διάβαζα πάλι καὶ πάλι ὡς ποὺ ἔλειψε τὸ φῶς.
Καὶ βγῆκα στὸ μπαλκόνι μελαγχολικά-
βγῆκα ν' ἀλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ὀλίγη ἀγαπημένη πολιτεία,
ὀλίγη κίνησι τοῦ δρόμου καὶ τῶν μαγαζιῶν.


Από τα Ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Η δύναμη της αδυναμίας

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις

Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις. Πως έζησες. Βγες έξω, διασκέδασε σαν τους πολλούς, άκου τα τραγούδια που θα’ χεις ξεχάσει πριν ακουστεί το επόμενο, πες πως περνάς καλά, άκου τις πληκτικές ιστορίες των άλλων με το μυαλό σου στην αυριανή σου εκδρομή. Διαβεβαίωσε τους γύρω σου πως παραμένεις νέος, τόσο ώριμος μα και τόσο νέος, οι άλλοι γερνάνε, εσύ απλά ωριμάζεις, τα γηρατειά είναι αρρώστια άλλων, πείσε τους πως εσύ δεν γερνάς, εσύ περνάς πολύ καλά για να γερνάς, παραμένεις νέος, μα τόσο νέος. Σήκωσε το ακουστικό, κάλεσε τον πρώτο αριθμό που θεωρείς διαθέσιμο, γίνετε δυο, τρεις, γίνετε χίλιοι δεκατρείς, απόψε, τα βράδια του καλοκαιριού πρέπει να διασκεδάζεις με χίλιους δεκατρείς, να βρίσκεσαι ανάμεσά τους, δίπλα τους, να διασκεδάζεις μαζί τους, εξαιτίας τους, τόσο αδιάφορα, τόσο περιττά, τόσο ξένα δίπλα τους.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Μίλα βιαστικά για όσα κατόρθωσες σήμερα, στις βιαστικές συναλλαγές σου, για το εύκολο ωράριο, για την ανέξοδη επαφή σου με τους ανθρώπους. Υπήρξες και σήμερα τόσο καλός, τόσο γενναιόδωρος, τόσο σοφότερος, τόσο πιο ψηλά από την μετριότητα και το τέλμα των πολλών, τόσο αξιαγάπητος, τόσο δραστήριος, τόσο αισιόδοξος. Ναι, θα μπορούσες απόψε να σώσεις όλο τον κόσμο. Αρκεί να σε έβλεπαν όλοι. Οι γύρω σου κι απόψε σε έχουν όλοι ανάγκη, κρατάνε τα καλά τους λόγια για να τ’ ακούσεις, δε μετράνε το χρόνο, το κέντρο του κόσμου τους, του κόσμου όλου είσαι μόνον εσύ.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Κάλεσε το ταίρι σου, πες του να έρθει να σε πάρει με το αμάξι, πρέπει να πάτε παραλιακή, να βρείτε τους χίλιους δεκατρείς, πρέπει να δουν όλοι τα νέα πανάκριβα ρούχα σου, τι θα’ σουν δίχως αυτά, τι θα’ σουν δίχως τα βλέμματά τους πάνω σου, τον θαυμασμό τους, τα τόσο όμορφα πανάκριβα ρούχα πάνω στην τόσο φτηνή ζωή σου. Καθίστε μαζί, φίλησέ τον/την κάθε τρία και σαράντα δύο, τρυφερά όπως στις διαφημίσεις, ψιθύρισέ του κάτι στο αυτί, χαμογέλασε για λίγο, ξαναγύρνα στη θέση σου, κάνε πως γελάς, πως διασκεδάζεις, πιες αργά το campari σου, ρίξε μια ματιά στα βλέμματα των θαυμαστών σου, πέρασαν τα τρία και σαράντα δύο πρέπει να τον/την ξαναφιλήσεις. Συνέχισε έτσι, πρέπει να μείνετε εδώ ως τις τρεις και δεκαεπτά ακριβώς, λίγο πριν αρχίσουν να αραιώνουν οι θαυμαστές.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Ρώτα τον εαυτό σου αν νιώθεις χαρούμενος και ό,τι κι αν σου πει εσύ άκουσε μόνο το ναι. Γράψε ένα σύντομο μήνυμα στο ταίρι σου πως και απόψε σου χάρισε τον Παράδεισο στο πιο in στέκι της παραλιακής, γράψε στη σελίδα σου στο facebook πως κι απόψε υπήρξες ζωντανός, πες το δυνατά να το ακούσουν όλοι, πιο δυνατά, μπας κι ακουστεί το ερωτηματικό στο τέλος κάθε σου σκέψης. Πρέπει όλοι να πειστούν, με φωτογραφίες, με λόγια, με εικόνες, με σχόλια πρέπει όλοι να πειστούν πως κι απόψε υπήρξες ζωντανός. Η ευτυχία κι απόψε κυλά ανάμεσα στα σκέλια σου, κυλά στα καλώδια του διαδικτύου που μεταφέρουν επευφημίες θαυμαστών σου, κυλά ανάμεσα στα χιλιοειπωμένα λόγια που θες να σου πουν ποιος είσαι, κυλά ανάμεσα από τα χέρια σου, σαν το νερό. Σαν το χρόνο.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Γύρνα αργά στο σπίτι, πλημμυρισμένος από ευτυχία, από σιγουριά πως κι απόψε τους έπεισες όλους, πλημμυρισμένος από βεβαιότητα πως επιτέλους κι απόψε αξίζει να κοιμηθείς με γαλήνη. Ονειρέψου τη ζωή που δεν έζησες, θα είναι όνειρο αύριο, κλείσε τη μέρα σου με την αγωνία για τα αυριανά σου ψώνια, με τον προγραμματισμό για την αυτοεπιβεβαίωση που χρειάζεσαι, με το παράπονο για το πήδημα που δεν πρόλαβες απόψε, με την πρόβα του «σ’ αγαπώ» που κι αύριο πρέπει να ακούγεται πειστικό, πρώτα για σένα, κλείσε τη μέρα σου με την επιβεβαίωση πως ναι, κι απόψε έζησες.

Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις. Οι άλλοι όλοι δεν ξέρουν τίποτα.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Ζωή προ ελευθερίας



(Έλαβε το ειδικό βραβείο στο φεστιβάλ παιδικού κινηματογράφου του Βερολίνου το 2006) Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Μια εξομολόγηση

Πολλές φορές συμβαίνει να διαβάζεις ένα βιβλίο, άλλα να περιμένεις από αυτό και άλλα να ανακαλύπτεις. Μια τέτοια ευχάριστη έκπληξη δοκίμασα ολοκληρώνοντας την Εξομολόγηση του Τολστόι. Η αλήθεια είναι πως ως συγγραφέας ο Τολστόι με είχε συνηθίσει σε άλλα μοτίβα, περισσότερο κλασσικά, λογοτεχνικά. Αυτό το βιβλίο αποτελεί ένα πρώτης τάξης ημερολόγιο ενός ανθρώπου των φυσικών επιστημών που ακολουθεί συνειδητά τους δρόμους της Μεταφυσικής.

Μέσα από μια αφοπλιστική λογική και ειλικρινέστατη καταγραφή των σκέψεών του ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας μεταφέρει τους προβληματισμούς και την ωριμότητα που τον οδήγησε να απαντήσει στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Όντας ένας διακεκριμένος άνθρωπος της εποχής του, έχοντας βιώσει πληθώρα έντονων και σπάνιων στιγμών, έχοντας κατακτήσει πολλά περισσότερα από πολλούς άλλους παρατήρησε στον εαυτό του πως οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Ως μόνη λύση πρόβαλε η αυτοκτονία. Ως μια ειλικρινή απάντηση μέσα από σωρεία φιλοσοφικών και λογικών συνειρμών πως η ζωή έχει κάποιο λόγο για να υπάρχει. Το μεγάλο ερώτημα λοιπόν που έθεσε ο Τολστόι στον εαυτό του ήταν για ποιο λόγο να ζει, γιατί να συνεχίσει να ζει. Τι σήμαινε αξία στη ζωή, ποιος ο προορισμός της και γιατί τέλος πάντων να μην έχουμε οι ίδιοι την ευθύνη για την ποιότητα της, τη διακοπή ή το χρόνο που θα σταματήσει.

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα ο συγγραφέας θα βρει μόνο μια απάντηση την οποία αποφασίζει να ακολουθήσει συνειδητά με κάθε κόστος. Αυτή του την εκλογή θα τη διυλίσει μέσα από το κόσκινο της επιστημονικής λογικής και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Καταλήγει να πορευτεί εκεί που ως χθες περπατούσε αδιάφορος, να βλέπει και να μοιράζεται πράγματα που μέχρι πρότινος δεν τον απασχολούσαν με μια νέα ξεκάθαρη ματιά που έδινε ένα νόημα, μια απάντηση στο εναγώνιο ερώτημα περί ζωής.

O τίτλος ευρηματικός καθώς το ημερολογιακό στοιχείο μπερδεύεται με τον εξομολογητικό χαρακτήρα του έργου. Στο τέλος δεν θυμόμαστε σε ποιον απευθύνεται ο Τολστόι «εξομολογούμενος», στον εαυτό του, σε εμάς, σε όσους είναι σε αδιέξοδο, σε αυτούς που γυρεύουν απάντηση σε σπουδαία ερωτηματικά, στους απελπισμένους ή απέναντι στη μοίρα του.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου είχα την απορία, εάν δεν γνώριζα εκ των προτέρων το συγγραφέα, πώς ένα τέτοιο βιβλίο είναι δυνατόν να μην έχει γραφτεί από έναν άνθρωπο μυημένο στον κόσμο των φυσικών επιστημών. Ίσως και μόνο για αυτή την έκπληξη να άξιζε να διαβαστεί.

Το βιβλίο «Μια Εξομολόγηση» του Λ. Τολστόι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Ζητούνται οπαδοί

Τί; Ψάχνεις; Θέλεις να πολλαπλασιαστείς επί δέκα, επί εκατό; Ψάχνεις για οπαδούς;
Αφού εσύ είσαι σίγουρα μια μονάδα, τότε ψάξε για μηδενικά!

Από το «Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο» του Φρίντριχ Νίτσε, εκδόσεις Δαμιανός Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Το εκ αντί του συν
(Η τραγική μοίρα δύο προθέσεων)

Ἐκπορεύονταν ἀπ' τὸ στῆθος μου
ἔρωτες γιὰ ὅλα ὅσα ἔβλεπα
κι ὅσα ἡ ψυχή μου συλλάβαινε
πίσω ἀπ' τὰ πράγματα ποὺ ἔβλεπα.
Καὶ σοῦ
χάιδευα τὸ νερὸ
καὶ σοῦ μιλοῦσε ἡ ψυχή μου
πολὺ τρυφερὰ κ' αἰσθανόμουνα
λύπη. Ὁ οὐρανὸς σὲ ἀγκάλιαζε
ἐνῶ ἐγὼ δὲ μποροῦσα.

Από τη «Συνάντηση με τη Θάλασσα» του Νικηφόρου Βρεττάκου, εκδ. Τρία Φύλλα
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Βασιλείς της ομορφιάς και μέλλοντες νεκροί

Εἶναι πρὶν τὸν γνωρίσεις ποὺ ἀλλοιώνει ὁ θάνατος•
ἀπὸ ζώντας μὲ τὶς δαχτυλιὲς του ἐπάνω μας
ἡμιάγριοι τὸ μαλλὶ ἀναστατωμένο σκύβουμε
χειρονομώντας πάνω σ' ἀκατανόητες ἅρπες.
Ἀλλ' ὁ κόσμος
φεύγει...
Ἀϊ ἀϊ δυὸ φορὲς τ' ὡραῖο δὲ γίνεται
δὲ γίνεται ἡ ἀγάπη.

Κρίμας κρίμας κόσμε
σ' ἐξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί•
καὶ κανεὶς κανεὶς δὲν ἔλαχε
δὲν ἔλαχε ν' ἀκούσει ἀκόμη
κὰν φωνὴν ἀγγέλων κὰν ὑδάτων πολλῶν
κὰν ἐκεῖνο τὸ «ἔρχου» ποὺ σὲ νύχτες ἀϋπνίας μεγάλης
ὀνειρεύτηκα

Από τη «Μαρία Νεφέλη» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Τι είναι η πατρίδα μας

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Το αναντικατάστατο

Χωρὶς ἀμφιβολία ὑπάρχει γιὰ τὸν καθέναν ἀπὸ ἐμᾶς κι ἀπὸ μία ξεχωριστῆ, ἀναντικατάστατη αἴσθηση ποὺ ἂν δὲν τὴν βρεῖ νὰ τὴν ἀπομονώσει ἐγκαίρως καὶ νὰ συζήσει ἀργότερα μαζί της, ἔτσι ποὺ νὰ τὴ γεμίσει πράξεις ὁρατές, πάει χαμένος.

Από τον «Μικρό Ναυτίλο» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Οικονομική ή πολιτική κρίση;

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΜΦΟΡΩΝ

Με τον κοινό νου που διαθέτω, δεν μπορώ να εξηγήσω και ακόμα περισσότερο να δικαιολογήσω την ταχύτητα με την οποία κατρακύλησε η χώρα μας από τα επίπεδα του 2009 σε τέτοιο σημείο, ώστε με το ΔΝΤ να απολέσουμε ένα μέρος της εθνικής μας κυριαρχίας και να τεθούμε σε καθεστώς κηδεμονίας.

Και είναι περίεργο ότι κανείς έως τώρα δεν ασχολήθηκε με το πιο απλό, δηλαδή την οικονομική μας διαδρομή με αριθμούς και στοιχεία από τότε έως τώρα, ώστε να καταλάβουμε κι εμείς οι αδαείς τους πραγματικούς λόγους αυτής της πρωτοφανούς και ιλιγγιώδους εξελίξεως, που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της εθνικής μας αυτοτέλειας και μαζί της την διεθνή ταπείνωση.

Ακούω για το χρέος των 360 δισεκατομμυρίων, όμως συγχρόνως βλέπω ότι τα ίδια και μεγαλύτερα χρέη έχουν πολλές άλλες χώρες. Άρα δεν μπορεί να είναι αυτή η βασική αιτία της κακοδαιμονίας. Επίσης με προβληματίζει το στοιχείο της υπερβολής στα διεθνή χτυπήματα με στόχο την χώρα μας, μαζί με ένα τόσο καλά εναρμονισμένο συντονισμό εναντίον μιας ασήμαντης οικονομικά χώρας, που καταντά ύποπτος. Έτσι οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι κάποιοι μας ντρόπιασαν και μας φόβισαν, για να μας οδηγήσουν στο ΔΝΤ, που αποτελεί βασικό παράγοντα της επεκτατικής πολιτικής των ΗΠΑ και όλα τα άλλα περί ευρωπαϊκής αλληλεγγύης ήταν στάχτη στα μάτια μας, για να μη φανεί ότι πρόκειται για μια καθαρά αμερικανική πρωτοβουλία, για να μας ρίξει σε μια εν πολλοίς τεχνητή οικονομική κρίση, ώστε να φοβηθεί ο λαός μας, να φτωχύνει, να χάσει πολύτιμες κατακτήσεις και τέλος να γονατίσει, έχοντας δεχθεί να τον κυβερνούν ξένοι. Όμως γιατί; Για να εξυπηρετηθούν ποια σχέδια και ποιοι στόχοι;

Παρ’ ό,τι υπήρξα και παραμένω οπαδός της ελληνοτουρκικής φιλίας, εν τούτοις πρέπει να πω ότι με φοβίζει αυτή η αιφνίδια σύσφιξη των κυβερνητικών σχέσεων, οι επαφές υπουργών και άλλων παραγόντων, οι επισκέψεις στην Κύπρο και η έλευση του Ερντογκάν. Υποψιάζομαι ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται η αμερικανική πολιτική με τα ύποπτα σχέδιά της, που αφορούν τον γεωγραφικό μας χώρο, την ύπαρξη υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, το καθεστώς της Κύπρου, το Αιγαίο, τους βόρειους γείτονές μας και την αλαζονική στάση της Τουρκίας, με μόνο εμπόδιο την καχυποψία και την εναντίωση του ελληνικού λαού.

Όλοι γύρω μας, ποιος λίγο ποιος πολύ, είναι δεμένοι στο άρμα των ΗΠΑ. Η μόνη παραφωνία εμείς, που από την επιβολή της Χούντας και την απώλεια του 40% της Κύπρου ως τους εναγκαλισμούς με τα Σκόπια και τους υπερεθνικιστές Αλβανούς, δεχόμαστε συνεχώς χτυπήματα δίχως να βάλουμε μυαλό.

Θα έπρεπε λοιπόν να καταργηθούμε ως λαός και αυτό ακριβώς γίνεται σήμερα. Καλώ τους οικονομολόγους, πολιτικούς, αναλυτές να με διαψεύσουν. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλη λογικοφανής εξήγηση παρά το γεγονός ότι υπήρξε μια διεθνής συνωμοσία, στην οποία συμμετείχαν και οι Ευρωπαίοι φιλοαμερικανοί τύπου Μέρκελ, η ευρωπαϊκή Τράπεζα, ο διεθνής αντιδραστικός τύπος, που όλοι μαζί συνωμότησαν για το «μεγάλο κόλπο» της υποβάθμισης ενός ελεύθερου Λαού σε υποτελή. Τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ να δώσω καμμία άλλη εξήγηση. Παραδέχομαι όμως ότι δεν διαθέτω ειδικές γνώσεις αλλά μιλώ βασισμένος στον κοινό νου. Ίσως και πολλοί άλλοι να σκέφτονται όπως εγώ κι αυτό ίσως το δούμε στις μέρες που θα ‘ρθουν.

Πάντως θα ήθελα να προετοιμάσω την κοινή γνώμη και να τονίσω ότι εάν η ανάλυσή μου είναι ορθή, τότε η οικονομική κρίση (που όπως είπα μας επεβλήθη) δεν είναι παρά μόνο το πρώτο πικρό ποτήρι στο λουκούλειο γεύμα που θα ακολουθήσει και που αυτή τη φορά θα αφορά ζωτικά και κρίσιμα εθνικά μας θέματα, που δεν θα ήθελα ούτε να φανταστώ πού θα μας οδηγήσουν.

Μακάρι να έχω άδικο.

Μίκης Θεοδωράκης
Αθήνα 27-4-201

Πηγή: http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?p=24020
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Κονιάκ μηδέν αστέρων

Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει
-ἔχει μεγάλη πείρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ
τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει
ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωΐας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.

Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς
Φωτογραφίας
ποῦ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς
καὶ ποὺ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.

Από το «Χαῖρε ποτέ» της Κικής Δημουλά, εκδόσεις Ίκαρος


Η Κική Δημουλά γράφει το Κονιάκ Μηδέν Αστέρων όταν ο άντρας της, ο Άθως Δημουλάς, έχει πεθάνει. Μια φωτογραφία των δυο τους από τον καιρό της νιότης τους σε κάποια παραλία, ενεργοποιεί τις αναμνήσεις της. Η ζωή σε υποκατάστατο επανέρχεται μπροστά της. Όμως το δυνατό κονιάκ, το ποτό του μνημοσύνου, έχει πια ξεθυμάνει. Είναι πια μηδέν αστέρων.

Πολλές φορές εκτιμούμε τη ζωή που έχουμε γύρω μας όταν είναι πολύ αργά. Όταν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο λείπει. Ο αποχωρισμός αυτός για την Δημουλά είναι οριστικός. Ο άντρας της δεν θα επιστρέψει ποτέ. Είναι ήδη αλλού. Αυτή όμως συνεχίζει να ζει. Ζει; Τι, πώς και με ποιους ζει;

Η ζωή δεν είναι πολλά περισσότερα από τις σχέσεις που έχουμε με τους ανθρώπους. Κι όταν αυτοί οι άνθρωποι λείψουν, η ζωή μετριέται αλλιώς. Αλλάζει η ποιότητά της. Τα δάκρυα, η νοσταλγία, ο πόνος, ο αβάσταχτος συχνά, τι να κρατήσουν; «Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία η τάξη σωπαίνει -έχει μεγάλη πείρα ο χαμός». Το μάθημα στο δίνει ακριβώς η εμπειρία της απουσίας του άλλου, της μη σχέσης μαζί του. Η ανάμνηση, η φωτογραφία ή κάποιες εικόνες μαζί του είναι μια ασπιρίνη και μόνο. Δεν είναι όμως, δεν μπορεί να είναι, ζωή.

Έχει πλέον έρθει το δραματικά σε όλα ανώφελο. «Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό του ανώφελου. Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωΐας σε ό,τι έχει πεθάνει». Να ακούς τα λόγια, τις συμβουλές των άλλων, να ξεγελιέσαι κοιτώντας φωτογραφίες, να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου τριγυρνώντας στις γειτονιές της μνήμης. Όμως ο άλλος είναι εκτός της ζωής σου. Είναι τραγικά αλλού. Έχει μεταφέρει όλες τις λεπτομέρειες που ζήσατε μαζί, σε έναν άλλον χώρο.

Έχει ήδη μαζί του τις αναμνήσεις από εκείνη τη φωτογραφία «ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι» στην παραλία τον καιρό της νιότης, το καθημερινό μεγάλωμά του, την έκπληξη ή την απογοήτευσή του, τον τρόπο που υπήρχε δίπλα σου, τον τρόπο που γερνούσατε μαζί.

Ανάμεσα στα μεγάλα μυστήρια του κόσμου ετούτου, υπάρχει ένας χρόνος κοινός που ο ένας ζει για τον άλλον. Σε ένα τέτοιο θαύμα μπορεί να χωρέσουν δυο ζωές. Μπορεί να αισθανθείς για λίγο το αναντικατάστατο και το αναπότρεπτο στη ζωή σου. Να νιώσεις πως ζεις μαζί με έναν άνθρωπο, πως πια δεν είσαι μόνος, δεν θα είσαι, δεν θα επιτρέψει να είσαι ποτέ πια μόνος.

Ώσπου έρχεται ο θάνατος, η απουσία, το αναπόφευκτο χώρισμα. Τότε ακριβώς αντιλαμβάνεσαι τι σημασία έχει ο θάνατος. Πόσο είναι ένα προνόμιο για όσους έζησαν αληθινά. Αν κι εσύ μοιράστηκες αυτή τη συμπόρευση ως την άκρη του σύμπαντος μαζί με έναν άνθρωπο, δεν θα ψάχνεις για δικαιολογίες ή παρηγοριές ανέξοδες. Δεν θα ψάχνεις πουθενά τη ζωή, γιατί την έζησες και σιχαίνεσαι τα υποκατάστατα.

Έκτοτε τη ζωή αυτή την κουβαλάς μέσα σου, όχι στα όρια μιας φωτογραφίας ή μιας ανάμνησης. Την κουβαλάς κάθε στιγμή μέσα σου, γιατί μόνο εκεί με τον τρόπο που έμαθες, δεν υπάρχουν όρια. Όπως ακριβώς και στη μεγάλη θάλασσα. Στον δίχως κανόνες κόσμο. Γιατί μόνο εκεί, όπως όταν ήταν μαζί σου «και πού δεν ήταν τότε θάλασσα».
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Σιχαίνομαι τη φρονιμάδα σου

Σιχαίνομαι τὴ φρονιμάδα σου. Ἂν μποροῦσα νὰ καταστρέψω μόνος μου τὸ κράτος τὸ Ἑλληνικὸ θὰ τὸ ἔκανα ἀμέσως.

Τί χρησιμεύει ἕνα κράτος Ἑλληνικὸ ποὺ ἀντὶ κάθε ἄλλη ἐξωτερικὴ πολιτικὴ διορίζει προξένους στὴν Ἀνατολὴ καὶ πρέσβεις στὴ Δύση καὶ τοὺς ξεπροβαδίζει μὲ τὴν μονάκριβη εὐχὴ καὶ ὁδηγία
"προσέχετε νὰ μὴν γεννᾶτε ζητήματα";

Ἂν τὸ κράτος δὲν νοιώθει τί μπορεῖ καὶ τί πρέπει νὰ κάνει, δὲν ἀξίζει νὰ ζεῖ. Ἔχουμε δυνάμεις ἀμέρητες καὶ στὴν Μακεδονία καὶ στὴν Θράκη καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἀνατολή. Καὶ ἂν τὸ κράτος δὲν τὶς ξέρει, δὲν θὰ πεῖ πὼς πρέπει νὰ μὴν τὶς ξέρω καὶ ἐγώ. Καὶ ἂν τὸ κράτος τὶς ἀφήνει κρυμμένες ἢ σκόρπιες καὶ δὲν θέλει νὰ τὶς περιμαζέψει, δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴν τὶς περιμαζέψω ἐγώ, ἢ τουλάχιστον νὰ προσπαθήσω.

Ναὶ ἐσὺ θὰ σώσεις τὸ ρωμέικο, ὢ φρόνιμε. Ὁ καθένας πρέπει νὰ ξέρει ὅτι σὲ αὐτὸν ἔλαχε νὰ σώσει τὸ ἔθνος του, ἔτσι θὰ προσπαθήσουν πολλοὶ καὶ θὰ τὸ σώσει ὅποιος μπορέσει. Καὶ ἀλήθεια νὰ ἦταν πὼς οὔτε ἕναν Ἕλληνα δὲν βρίσκεις στὴν Μακεδονία, πρέπει νὰ εἶναι Ἑλληνικὴ ἡ Μακεδονία. Ἄλλα κράτη ἁρπάζουν πολιτεῖες καὶ χῶρες καὶ ἐμεῖς, καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι δικά μας, καὶ ἐκεῖνα δὲν κρατοῦμε. Σκιαζόμαστε μὴν μᾶς ποῦν οἱ Εὐρωπαῖοι πὼς δὲν εἶναι δικά μας. Μὲ ντροπή μας μεγάλη καὶ δειλά-δειλὰ ξεστομίζουμε πῶς ἔχουμε κάποια ἐπιρροὴ στὴν Μακεδονία , γιατί τί θὰ πεῖ ἡ κοινὴ γνώμη ἄν μας ἀκούσει; Ἀφοῦ οἱ Βούλγαροι τὴν ἔχουν στὸ μάτι τὴν Μακεδονία καὶ φωνάζουν καὶ τὴν θέλουν δική τους, ταιριάζει νὰ μὴν τὴν θέλουμε ἐμεῖς;

Δὲν μὲ μέλει ἂν βάλω σὲ δύσκολη θέση τὴν κυβέρνηση, μία κυβέρνηση ποὺ δὲν τὴν σέβομαι, δὲν εἶμαι καμωμένος γιὰ τὴν κυβέρνηση ή γιὰ τὸ κράτος, ἔγινα γιὰ τὸ ἔθνος, καὶ τὸ ξέρω ἐπειδὴ γι' αὐτὸ ἴσα-ἴσα πονῶ.

Γιὰ τὴν κυβέρνησή μου ἔρχεται σιχαμὸς καὶ καταφρόνια, ἅμα συλλογίζομαι τὴν κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω καὶ μαραίνομαι. Σηκώνομαι, ξανοίγω καὶ ἀνθοβολῶ ἅμα νοιώθω τὸν Ἑλληνισμό. Σὲ ὅποια γωνιὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἂν βρεθῶ, θὰ πασχίζω πάντα νὰ δυναμώνω, νὰ ξυπνῶ, νὰ ζωντανεύω τὴν ψυχή του, καὶ ἂς γίνει ὅ,τι γίνει.

Ξυπνῶ κάθε ὕπνο, κεντρίζω κάθε βαρεμό, συνδαυλίζω κάθε στάχτη, ξεσκεπάζω κάθε σπίθα κρυμμένη καὶ ἀνάβω κάθε φωτιὰ σβησμένη, βγάζω κάθε πνοὴ κουρασμένη καὶ παίζω κάθε χορδὴ σιωπηλή.
Ξυπνῶ, ξυπνῶ, ξυπνῶ.

Από το «ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ» του Ίωνα Δραγούμη, εκδόσεις Σταμούλη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Κορυφές

Ὅσα βουνὰ κι ἂν ἀνεβεῖτε,
ἀπ' τὶς κορφὲς τοὺς θ’ ἀγναντεύετε ἄλλες κορφές,
ψηλότερες, μίαν ἄλλη πλάση ξελογιάστρα
καὶ στὴν κορφὴ σὰ φτάστε τὴν κατάψηλη
πάλε θὰ καταλάβετε πὼς βρίσκεστε
σὰν πρῶτα κάτου ἀπ' ὅλα τ' ἂστρα

Από τον «Δωδεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά, εκδ. Μπίρη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Δε γιατρεύεται τούτη η ομορφιά

Δεν ξεχωρίζω πια τον ερχομό σου από την άνοιξη
Το βάδισμά σου απ' το άνοιγμα των λουλουδιών
Τη νιότη από το χαμόγελό σου.
Δεν ξεχωρίζω το κορμί σου απ' των περιβολιών το θρόισμα
Την αφή σου απ' την αφή όλου του κόσμου
Τη γεύση σου απ' τη γεύση των τρικυμισμένων μυστικών.
Δεν ξεχωρίζω πια τα μάτια σου
Μάτια; Ουρανός; Θάλασσα; Αστέρια;
- δεν ξεχωρίζω πια
Εσπαταλήθηκες πολύ μες στη ζωή μου.
[...] Πάθος ανθρώπινο
Δε γιατρεύεται τούτη η ομορφιά
Λουσμένη σε πληγές και ηφαίστεια.
Άνοιξη, άνοιξη!.κι αχ, δε γιατρεύεται
Τούτη η ελπίδα της ζωής, η ελπίδα της αγάπης.

Από την "Ψυχοστασία" του Βύρωνα Λεοντάρη, εκδ. Ύψιλον
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Η προσευχή του ακροβάτη

Κύριε, είναι ώρα
να βοηθήσεις μια ψυχή
δρόμο να βρει τώρα
η ζωή μου η ρηχή.

Δεν μπορώ να ζω αντίθετα
με Σένα, κι όπου σταθώ
μ' άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα
βοήθεια Σου ζητώ.

Κύριε, δως μου θάρρος
το σκοινί να μην κοπεί
θέλω να 'μαι φάρος
που φωτίζει τη σιωπή.

Θέλω να πετάξω ελεύθερα
πιο πέρα κι απ' το κενό
πράγματα μικρά και δεύτερα
δεν ξέρω ν' αγαπώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.
Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω καινούργιο Θεό.

Αγαθή Δημητρούκα (Δίσκος: Αντικατοπτρισμοί, 1993, Σείριος)

Η παραπάνω προσευχή ερμηνεύτηκε για πρώτη φορά από την Αλίκη Καγιαλόγλου σε μουσική του μεγάλου Μ. Χατζιδάκι. Είναι η προσευχή ενός ακροβάτη, ενός ανθρώπου ιδιαίτερου που ζει ανάμεσά μας κι όμως τόσο μακριά από τις δικές μας φιλειρηνικές ζωές. Είναι πρώτα μια προσευχή, μια έκρηξη απελευθέρωσης, μια έκκληση για εμπειρική επαφή με την αλήθεια και τη γνησιότητα των αισθημάτων και των πράξεών μας.

Τον Θεό όλοι εμείς, πλην του ακροβάτη, τον χάσαμε. Πιθανότατα σε λίγες ώρες θα αναστηθεί ένας άλλος Θεός. Ένας Θεός των παπάδων, των γιαγιάδων ή των οπισθοδρομικών. Ένας Θεός από τον οποίο δεν έχουμε να ζητήσουμε τίποτα γιατί απλούστατα όλα περνάνε από τα δικά μας χέρια και μοναδικοί δημιουργοί της μοίρας μας είμαστε εμείς. Δεν έχουμε ευκαιρία να ξεφτιλιστούμε μπροστά στις αποτυχίες μας γιατί χρόνια χτίζουμε μιας καθώς πρέπει εικόνα που κανένας άστοχος χειρισμός δεν έχει δικαίωμα να χαλάσει. Για όλους είμαστε ένα πανέμορφο είδωλο που βλέπουν όσα θέλουν να δουν ενώ για τον εαυτό μας παραμένουμε ένας καθρέφτης μπροστά από τον οποίο κάθε μέρα, σαν τη μάγισσα του παραμυθιού, ρωτάμε εάν πρέπει, αν πρέπει να υπάρχει άλλος πιο όμορφος, πιο ευτυχισμένος, πιο καταξιωμένος άνθρωπος από εμάς.

Ο ακροβάτης προσεύχεται επειδή πρώτα ταπεινώνεται. Ζητά γιατί αναγνωρίζει την ανεπάρκειά του. Ζητά μια νέα αρχή γιατί με τις δικές του δυνάμεις η ζωή κατάντησε ρηχή. Αυτό όμως δεν τον πτοεί. Προσέξτε τι όμορφο στίχο χρησιμοποιεί η Α. Δημητρούκα για να δηλώσει την απομάκρυνση από ό,τι και όποιον αγαπήσαμε. «Δεν μπορώ να ζω αντίθετα με Σένα, κι όπου σταθώ μ' άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα βοήθεια Σου ζητώ». Όποιος βαθιά αγάπησε στη ζωή δεν μπορεί να ζει αντίθετα με τον αγαπημένο του. Δεν μπορεί να μένει αδιάφορος ή ξένος, δεν μπορεί να κοροϊδεύει ή να αυταπατάται, δε μπορεί να θέλει άλλα και να πράττει διαφορετικά. Εκτός κι αν δεν αγάπησε κι έτσι νόμισε.

Ο ακροβάτης προχωρά με πιο μεγάλα βήματα. Προσεύχεται για θάρρος, να μη κοπεί το σχοινί, να μη χάσει την επαφή με ό,τι αγάπησε και τον τροφοδοτεί, έστω και σαν ανάμνηση. Αυτή την ομορφιά που έζησε και δε θέλει να την απωλέσει από τη ζωή του, αυτόν τον διαφορετικό τρόπο θέασης της πραγματικότητας θέλει να κάνει φάρο που να φωτίσει τη σιωπή. Να εξαγιάσει δηλαδή όλα τα εκατομμύρια στιγμών που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο δεν ήταν μαζί με αυτό που αγαπούσε.

Αυτό το βήμα βέβαια θέλει θάρρος. Θέλει πρώτα εμπιστοσύνη και διάθεση υπέρβασης από μια πραγματικότητα μίζερη κι ανέραστη. Θέλει το ... άλμα στο κενό. Τι όμορφος στίχος: «Θέλω να πετάξω ελεύθερα πιο πέρα κι απ' το κενό πράγματα μικρά και δεύτερα δεν ξέρω ν' αγαπώ». Για τον ακροβάτη αυτό το άλμα θα είναι το πιο όμορφο μα και το πιο δύσκολο απ’ όσα έχει έως τώρα δοκιμάσει. Αυτό όμως θέλει και αυτό τον καταξιώνει. Πώς να ζει με τις συνήθειες, τα βολέματα, τις σαχλοϋποχωρήσεις και τους κούφιους χαρακτηρισμούς που καθημερινά χρησιμοποιούμε όλοι για να κάνουμε τη ζωή μας, σαν των άλλων, φορτική για τον εαυτό μας; Για την αγωνία του ακροβάτη αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο.

Πόσοι από εμάς συνηθίσαμε να ζούμε και να αγαπάμε πράγματα «μικρά και δεύτερα» επειδή δεν είχαμε την τόλμη και την όρεξη να κυνηγήσουμε το ανεπανόρθωτα όμορφο στη ζωή μας; Με τι ευκολία συμβιβαζόμαστε με υποκατάστατα κοροϊδεύοντας τον εαυτό μας για όλα εκείνα τα θαύματα που αφήσαμε να γλιστρήσουν από τα χέρια μας; Και εν τέλει, τι μας φταίνε όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που καταλαμβάνουν θέση «μπαλώματος» στη ζωή μας; Γιατί λέμε πως τους αγαπάμε αφού πέρα από τον εαυτό μας, πλέον δεν έχουμε χώρο για κανέναν άλλον να μοιραστούμε το παν; Μια δυο φορές στη ζωή του καθενός μας κι ύστερα το ψέμα. Το ολοκληρωτικά ισοπεδωτικό προς τους εαυτούς μας και τους άλλους ψέμα.

Η προσευχή του ακροβάτη ολοκληρώνεται με την αναζήτηση του νέου Θεού. Ο συλλογισμός είναι αληθινά σοφός. «Είμαι ακροβάτης και γυρεύω δικό μου Θεό. Είμαι ακροβάτης και γυρεύω καινούριο Θεό». Για να τον βρεις πρέπει να πάψεις να νομίσεις πως είσαι εσύ ο Θεός. Είσαι σαν, δεν είσαι Θεός. Και το πιο σημαντικό είναι πως για να βρεις αυτό το νέο Θεό πρέπει πρώτα να πεθάνεις. Δέστε το και στη πραγματικότητά μας. Τα μεγαλύτερα ερωτήματα συνήθως τα βάζουμε στον εαυτό μας όταν κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πεθάνει. Εκεί ανακαλύπτεις, δραματικά μεν φωτεινά δε, το νόημα της ύπαρξης. Έτσι κι εμείς ας εκμεταλλευτούμε το νόημα αυτών των ημερών για να μεταφερθούμε μέσα από ένα δικό μας θάνατο σε μια δική μας Ανάσταση. Αρκεί να σκεφτούμε για λίγο τη σχέση των λέξεων: θάνατος, σωτηρία, ανάσταση, αγάπη, Θεός. Όταν τους δώσουμε το αληθινό τους νόημα θα μπορέσουμε να ζήσουμε την ελπίδα που κραυγαλέα ζητά ο ακροβάτης.

Ένα άλμα στο «κενό» είναι η πρώτη για την Ανάστασή μας κίνηση...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Αν αγαπάς τη λευτεριά

Αν αγαπάς τη λευτεριά
σ' άλλον να μην ελπίζεις,
μόνος σου πάρ' την αν μπορείς
αλλιώς δεν την αξίζεις

Από τα "Απομνημονεύματα" του Θ. Κολοκοτρώνη Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Λάλημα φρικτόν

Κ' ἐνῶ πλησίαζε ἡ ὥρα τῶν Χαιρετισμῶν, παρατηροῦσα τὰ μαγαζιά, τοὺς μαγαζάτορες καὶ τοὺς ἐνσκήπτοντες νεαροὺς ἀλάστορες, ἄλλων ἄτυχων γονέων. Ὡραία καταστήματα, ποὺ ἐπιδείκνυαν προκλητικῶς ὄμορφα κατασκευάσματα, ἄλλα γοητευτικῶς ἄχρηστα κι ἄλλα ἀχρήστως γοητευτικά. Κι ἔβλεπα τοὺς νέους καὶ τὶς νέες μέσα στὰ μαγαζιὰ ἐκεῖ, μόνον νέοι σχεδὸν ἦταν ἐκεῖ μέσα, ὅλοι τους εὐσταλεῖς, χαλαροὶ μέσα στὴν κατανάλωση καὶ ὑποθερμικὰ παρόντες σ' ὅλη αὐτὴν τὴν ἀπουσία ἔντασης. Οὔτε ἢ ὀμορφιὰ τῶν πραγμάτων, οὔτε ἢ εὐειδής τους ρώμη, ἀπένειμε κάποιο νόημα στὸ τοπίο τῶν ὠνίων τῶν ὀνείρων τους.

Κι ἀναρωτιόμουν : τί στὴν εὐχή, αὐτὴ ἢ σαχλαμαροειδὴς ὁμοιομορφία τοῦ ἀγοράζω μέσα στὸ ἄντε νὰ σερνόμαστε, ὅ,τι νὰ 'ναι, ὅπου νὰ 'ναι καὶ ὅποια μέρα νὰ 'ναι; Παρασκευὴ τῶν Χαιρετισμῶν κι ὅπου νὰ 'ναι στὶς ἐκκλησιὲς παντοῦ, ἢ αἰώνια Ἑλλὰς θὰ ἐκτόξευε πάλι στὰ ὕψη, τὸ ὡραιότερο ποίημα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τὸν Ἀκάθιστο. Ἢ ζῶσα παράδοση, πρότεινε σ' αὐτὰ τὰ παιδιὰ νὰ γίνουν πυριφλεγεῖς Πύραρχοι, κι αὐτὰ τὰ ξενέρωτα χάζευαν κουρελαρίες τύπου ἄντε νὰ σὲ σινιάρουμε. Γιατί τέτοια ἀφασία; Πῶς αὐτὴ ἢ ἀκηδία; Καὶ δηλαδή, χάθηκε ὅλα αὐτὰ τὰ μηδενοπωλεία νὰ κλείνουν μισὴ ὥρα νωρίτερα, τέσσερεις Παρασκευὲς τὸν χρόνο καὶ νὰ τρέχουν ὅλοι τους μαζὶ νὰ χαζέψουνε τὸ ὡραιότερο σοῦπερ-σώου της χρονιᾶς (τῆς κάθε χρονιᾶς), τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου, ἀντὶ νὰ τ' ἀκουμπᾶνε σὰν βλαχαδερὰ στὸ Μέγαρο Μουσικῆς, ὅπου ὡς γνήσιοι Ρωμιοὶ σκυλοβαριοῦνται, μόλις παύουν νὰ ἀλληλοχαζεύουν τὰ πλουμίδια, ποῦ κρεμάσανε στὶς κρεμάστρες τῶν κορμιῶν τους; Τί πλουμίδια καὶ τί στολίδια ψάχνουν τὶς Παρασκευὲς τοῦ Ἀκαθίστου;


Από το «Χέσαιτο ει μαχέσαιτο» του Κώστα Ζουράρι, εκδόσεις Αρμός

O Κώστας Ζουράρις μένει αποσβολωμένος όταν η κόρη του, τού ζητά χρήματα να πάει για ψώνια. Μιλάει για μάρκες ξένες με άριστη χρήση αργκό και λέξεων ξένων, απευθυνόμενη στον πατέρα της. Εκείνος καταθέτει ως προβληματισμό το παραπάνω κείμενο, γενικεύοντάς το για όλα τα παιδιά της εποχής μας αφού προτιμούν την ώρα που «στις εκκλησιές παντού, η αιώνια Ελλάς θα εκτόξευε πάλι στα ύψη, το ωραιότερο ποίημα της ελληνικής γλώσσας, τον Ακάθιστο», να βρίσκονται «χαλαροί μέσα στην κατανάλωση και υποθερμικά παρόντες σ' όλη αυτήν την απουσία έντασης. Ούτε ή ομορφιά των πραγμάτων, ούτε ή ευειδής τους ρώμη, να απονέμει κάποιο νόημα στο τοπίο των ωνίων των ονείρων τους».

Κάπως έτσι, απροβλημάτιστα, ανέξοδα κι ανεύθυνα η ομορφιά από τη ζωή μας χάνεται. Μοιράζεται εκεί που γυρεύουμε αιτίες για να νιώσουμε ζωντανοί. Να νιώσουμε πως είμαστε ζωντανοί επειδή αγοράζουμε κι όχι επειδή μαθαίνουμε. Ζωντανοί επειδή καταναλώνουμε κι όχι επειδή αλλοιωνόμαστε. Ζωντανοί γιατί προτιμούμε να σερνόμαστε ξενέρωτοι προς ό,τι γυαλίζει στο μηδέν, παρά να πυρπολούμαστε από έρωτα ενώπιον της Αποκάλυψης που μπορεί να μας μεταμορφώνει.

Κάπως έτσι, με αυτή την απλοϊκή ευκολία των απερίσκεπτων γυρεύουμε την ποιότητα σε μέρη που δε μάθαμε ποτέ. Εκεί που μας υπέδειξαν κάποιοι επειδή γι’ αυτούς αυτό είναι κουλτούρα. Έτσι λοιπόν σερνόμαστε στο Μέγαρο αλλά σύντομα βαριόμαστε. Αντί να επισκεφτούμε μια Εκκλησία για να ακούσουμε αυτό το πολιτισμικό θησαυρό, προτιμούμε να ζούμε κι αυτές τις λίγες ώρες που ψάλλεται ο Ακάθιστος ύμνος, σαν όλες τις άλλες ώρες μέσα στην εβδομάδα. Τόσο αδιάκριτα, τόσο ανεύθυνα, τόσο ανυποψίαστα.

Το πρόβλημα ασφαλώς δεν είναι μόνο προσωπικό. Έχει την αφετηρία του σε όλους εκείνους που με προϊόντα «μηδενοπωλείων» προσπαθούν να μας κάνουν να κοιμόμαστε ξύπνιοι. Κι εμείς χορεύουμε όπως μας χτυπάνε το ντέφι. Χάσαμε την αίσθηση της ποιότητας γιατί απλά αυτή ζητά από εμάς κάποιον ελάχιστο κόπο που δεν μπορούμε να καταβάλουμε. Όταν μια ζωή έχεις σαν δόγμα την ήσσονα προσπάθεια για το βέλτιστο αποτέλεσμα, πώς μπορείς να μπεις στη διαδικασία να ριψοκινδυνεύσεις την απάθειά σου για να εισέλθεις σε δοκιμασίες αγώνων;

Τι να πας να ακούσεις από τον Ακάθιστο ύμνο, σε ποια γλώσσα, για ποιον Θεό; Αυτά είναι ανύπαρκτα. Μας το επιβεβαίωσαν τόσο εμφαντικά οι αδερφοί μας οι Γερμανοί αποκαλώντας τη Γλώσσα μας, μεταξύ μας συνεννοούμαστε με σημαντικά λίγες και απλές στη κατανόηση λέξεις, ενώ ο Θεός μας πέθανε από τη στιγμή που δεν ήταν σε θέση να μας προσφέρει υλικά για την ευζωία μας. Όχι. Ο Ακάθιστος ύμνος δε μας αφορά γιατί η «αφασία» που λέει ο συγγραφέας είναι λιγότερο επικίνδυνη από την «ένταση και τη ρώμη» που απαιτεί το αληθώς ζην. Ο Ακάθιστος ύμνος μιλά για έρωτα, εμείς παραμένουμε «ξενέρωτοι», μιλά για διακινδύνευση, εμείς μιλάμε για ασφάλειες, μιλά για εμπειρία της αλήθειας, εμείς ζούμε την απάθεια του δήθεν.

Με αυτό τον τρόπο, σήμερα το βράδυ που στις Εκκλησίες θα ακουστεί το «ωραιότερο σούπερ-σώου της χρονιάς», εμείς θα τρέχουμε στα «γοητευτικώς άχρηστα κι άλλα αχρήστως γοητευτικά» παντοπωλεία. Εκεί θα γυρέψουμε την έξοδο από την μιζέρια μας, εκεί θα ζητήσουμε την επιβεβαίωση του χρόνου μας, εκεί θα ανταλλάξουμε αξία δίχως τίμημα. Και θα βγαίνουμε το ίδιο κενοί, το ίδιο ανικανοποίητοι, το ίδιο μόνοι. Ο Ζουράρις το λέει πολύ εύστοχα, μάλλον σαν να λυπάται όλους εμάς και τις μικρομεγάλες νοθείες της ομορφιάς μας. Όλους εμάς που δεν είμαστε σε θέση να εννοήσουμε την ομορφιά και την ένταση από το υποκατάστατο και το ελεεινά αδιάφορο. Όλους αυτούς που... «σκυλοβαριούνται, μόλις παύουν να αλληλοχαζεύουν τα πλουμίδια, που κρεμάσανε στις κρεμάστρες των κορμιών τους; Τι πλουμίδια και τι στολίδια ψάχνουν τις Παρασκευές του Ακαθίστου»;

Ό,τι απάντηση δώσουμε κι απόψε το βράδυ, αυτή την είσοδο θα περάσουμε. Κι είτε θα μείνουμε «ξενέρωτοι» είτε θα μείνουμε ερωτεύσιμοι. Προς την αληθινή Ομορφιά λοιπόν...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Ό,τι αξίζει

Ξέρω καλὰ πὼς ὁ θάνατος δὲ νικιέται˙ μὰ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἡ νίκη, παρὰ ὁ ἀγώνας γιὰ τὴ Νίκη. Καὶ ξέρω ἀκόμα ἐτοῦτο, τὸ δυσκολότερο: δὲν εἶναι οὔτε ὁ ἀγώνας γιὰ τὴ Νίκη˙ ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία μονάχα, ἐτούτη: νὰ ζεῖ καὶ νὰ πεθαίνει παλικαρίσια καὶ νὰ μὴν καταδέχεται ἀμοιβή. Κι ἀκόμα ἐτοῦτο, τὸ τρίτο, ἀκόμα πιὸ δύσκολο: ἡ βεβαιότητα, πὼς δὲν ὑπάρχει ἀμοιβή, νὰ μή σου κόβει τὰ ἥπατα παρὰ νὰ σὲ γεμίζει χαρά, ὑπερηφάνια κι ἀντρεία.


Από την «Αναφορά στον Γκρέκο», του Νίκου Καζαντζάκη, εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Ευτυχώς που υπάρχουν οι Βάρβαροι...

Σε έναν πλούσιο δήμο της Γαλλίας υπάρχει μια σχολική κοινότητα οκτώ ιδιωτικών σχολείων που λειτουργούν με τον εξής κανονισμό: Η σχολική επιτροπή διαθέτει για τις ανάγκες των οκτώ αυτών σχολείων ένα σημαντικό ποσό ετησίως (ας πούμε γύρω στα 300.000 ευρώ). Τα χρήματα εξασφαλίζονται μέσα από τα δημοτικά τέλη και την κρατική επιχορήγηση. Διανέμονται δε σε κάθε σχολείο ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών του.

Η σχολική αυτή κοινότητα προσφέρει στους μαθητές του κάθε σχολείου χωριστά, τα εξής προνόμια: Δωρεάν συγγράμματα ποιοτικών βιβλίων, άριστη υλικοτεχνική υποδομή (άριστες χωροταξικά αίθουσες διδασκαλίας, γυμναστήρια, κολυμβητήρια, αμφιθέατρα, αίθουσες προβολών), δωρεάν σίτιση (λειτουργία εστιατορίου για δωρεάν μεσημεριανή σίτιση και ατελής προσφορά δυο προϊόντων από το κυλικείο του σχολείου κάθε μέρα), άριστο εκπαιδευτικό προσωπικό (επιλογή των καθηγητών με αυστηρά κριτήρια καταλληλότητας), δωρεάν παροχή ηλεκτρονικών υπολογιστών laptops που με ευθύνη του σχολείου θα αναβαθμίζονται ετησίως, ετήσια πενθήμερη εκδρομή στο εξωτερικό με συμβολική τιμή συμμετοχής για τους μαθητές και των τριών τάξεων, δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία και προετοιμασία για τις εξετάσεις για όσους από τους μαθητές το επιθυμούν.

Η σχολική κοινότητα πάλι, προκειμένου να παραχωρεί στα συγκεκριμένα σχολεία αυτές τις δυνατότητες, ζητά με τον κανονισμό της τρία μόνο πράγματα από τους μαθητές. Πρώτον συμμετοχή (όχι απόδοση) 80% στα διαγωνίσματα του σχολείου προκειμένου να ενισχυθεί η προετοιμασία των μαθητών για τις εξετάσεις τους στο τέλος της χρονιάς, δεύτερον όριο απουσιών 50 για κάθε σχολικό έτος. Εννοείται πως σε κάθε περίπτωση που ο μαθητής ασθενήσει και λήψει από το σχολείο, οι απουσίες αυτές δεν μετράνε αλλά υποχρεούται στα πλαίσια της ενισχυτικής διδασκαλίας που του προσφέρει το σχολείο του να αναπληρώσει τα μαθήματα που έχασε ούτως ώστε να ενταχθεί πάλι ομαλά στην ύλη του υπόλοιπου τμήματος της τάξης του. Τέλος ζητείται από τους μαθητές μια κόσμια διαγωγή αφού σε οποιαδήποτε σοβαρή παραβατική συμπεριφορά το σχολείο θα έχει το δικαίωμα να αποβάλλει τον μαθητή.

Οι πρώτες πέντε χρονιές κυλάνε ομαλά. Η σχολική κοινότητα εκπληρώνει τους παιδαγωγικούς της στόχους, καθηγητές, γονείς και μαθητές είναι ενθουσιασμένοι. Την έκτη χρονιά όμως έρχεται ο πρόεδρος αυτής της κοινότητας και θέτει στους διευθυντές των οκτώ αυτών σχολείων το εξής θέμα. Η σχολική επιτροπή αδυνατεί να συνεχίσει τη χρηματοδότηση της σχολικής κοινότητας γιατί ένα από τα σχολεία δεν πληρεί τους όρους του συμφωνητικού. Συγκεκριμένα, αυτά τα πέντε χρόνια, οι μαθητές αυτού του σχολείου έχουν συμμετοχή στα διαγωνίσματα 20% αντί για 80%, σημειώνουν κατά μέσο όρο 160 απουσίες αντί για 50 το χρόνο, ενώ έχει παρατηρηθεί πλήθος παραβατικών συμπεριφορών στους χώρους του σχολείου. Ο πρόεδρος φεύγοντας ζητά από τους διευθυντές να συζητήσουν το πρόβλημα μεταξύ τους και να του ανακοινώσουν την απόφασή τους.

Μετά από πολλή συζήτηση και λεπτομερειακή αντιμετώπιση του θέματος οι διευθυντές προτείνουν στον πρόεδρο τις εξής δυο λύσεις: Ή θα αποκλεισθεί το συγκεκριμένο σχολείο από τη σχολική κοινότητα ή θα πάρουν κάποια μέτρα στήριξής του προκειμένου να συνεχίσει η λειτουργία της κοινότητας ως έχει.

Ο πρόεδρος τους λέει τότε πως τα πράγματα αντικειμενικά έχουν ως εξής: Στην περίπτωση που αποφασίσουν να λάβουν μέτρα στήριξης του «προβληματικού» σχολείου θα σημειωθούν σημαντικές αλλαγές στις παροχές προς τους μαθητές προκειμένου να εξισορροπηθεί η οικονομική ζημιά που προκαλεί αυτό το σχολείο στη κοινότητα. Δηλαδή οι μαθητές θα πληρώνουν εφεξής τα σχολικά τους συγγράμματα, καταργείται η δωρεάν σίτιση στο σχολείο και τα δωρεάν από το κυλικείο γεύματα, δεν προσφέρεται η δυνατότητα παροχής ηλεκτρονικών υπολογιστών στο μέλλον, οι καθηγητές των σχολείων θα επιλέγονται με απλούστερες διαδικασίες καθώς δε θα μπορούν πλέον να αμείβουν και να διαλέγουν έτσι τους «καλύτερους» από αυτούς, οι εκδρομές πλέον θα είναι τριήμερες εγχώριες με αποκλειστική χρηματική συμμετοχή των μαθητών, ενώ όλα τα γυμναστήρια και κολυμβητήρια θα παραχωρηθούν στο Δήμο, αφού θα είναι πολύ δύσκολη πλέον η ετήσια συντήρηση των σχολικών χώρων.

Στην περίπτωση βέβαια που αποφασίσουν να αποκλεισθεί το «προβληματικό» σχολείο, τα υπόλοιπα επτά δεν θα έχουν καμία επιβάρυνση μιας και όλα αυτά τα χρόνια οι μαθητές τους τήρησαν απαρέγκλιτα τους κανονισμούς λειτουργίας της σχολικής κοινότητας. Είναι μάλλον πιθανό πως θα πριμοδοτηθούν και με το χρηματικό ποσό που αντιστοιχούσε στο μερίδιο του συγκεκριμένου προς αποχώρηση σχολείου.

Η απόφαση ήταν πολύ απλή και φάνηκε σε όλους δίκαιη. Το συγκεκριμένο «απροσάρμοστο» σχολείο αποκλείστηκε και η σχολική κοινότητα συνέχισε με τους πρότερους ρυθμούς της τη λειτουργία της.

Βάλτε τον εαυτό σας στη θέση ενός μαθητή από τα υπόλοιπα επτά πλην του «προβληματικού». Θα κάνατε κάτι διαφορετικό; Πώς θα ερμηνεύατε τη λέξη «δικαιοσύνη» ή την έννοια της ανάληψης ευθυνών; Διαφορετικά ίσως;

Ας ονομάσουμε λοιπόν αυτή τη σχολική κοινότητα Ευρωπαϊκή Ένωση και το «προβληματικό» σχολείο Ελλάδα. Σε τι θα διέφερε η αντιμετώπισή των άλλων από αυτή που εισπράττουμε σήμερα; Εμείς θα κάναμε κάτι διαφορετικό; Εάν στη θέση μας ήταν μια άγνωστη για εμάς οικονομικά χώρα, π.χ. η Λετονία, θα δεχόμασταν να χάσουμε τα προνόμιά μας ή να έχουμε κυρώσεις σαν τις τωρινές για υπαιτιότητες άλλων ... των Λετονών;

Η κριτική λοιπόν κι η καχυποψία με την οποία μας αντιμετωπίζουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαϊκοί λαοί δεν είναι τυχαία. Ούτε βέβαια φύτρωσε εν αγνοία μας τα τελευταία χρόνια. Είμαστε οι πρώτοι εμείς υπεύθυνοι της μοίρας μας. Εμείς με την κρατική κακοδιαχείριση των οικονομικών μας, με τη στήριξη ανίκανων πολιτικάντηδων, με την υιοθέτηση του ρουσφετιού και της κομπίνας σε στόχο ζωής, την εκούσια παράβλεψη της κρατικής μας προόδου προκειμένου να καλύψουμε τις μικρότερες προσωπικές μας παρανομίες. Ναι κύριε πρωθυπουργέ, διοργάνωσε Ολυμπιακούς Αγώνες γιατί μπροστά στα εκατομμύρια που θα χρεώσουν την Ελλάδα τι θα κοστίσει να τη χρεώσω κι εγώ με ένα αυθαίρετο στο νησί; Ναι κύριε πρωθυπουργέ, διοργάνωσε και φέτος το καλλιτεχνικό λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, τη Εurovision, γιατί μπροστά στα εκατομμύρια που θα χρεώσουν την Ελλάδα τα φορέματα της Βίσση ή τα ταξίδια του Σάκη μπροστά στο φιλοθεάμον πεπαιδευμένο κοινό, τι θα κοστίσει το δικό μου καινούριο σακάκι που αγόρασα δίχως απόδειξη;

Το πρόβλημα για εμένα δεν είναι ό,τι μας κατηγορούν. Αυτό είναι ζήτημα αναγνώρισης και χειρισμού της δικής μας ευθύνης που στο βήμα της όποιας εθνικής μας ενηλικίωσης πρέπει να κάνουμε. Το ζήτημα είναι ο τρόπος που μέρες τώρα προβάλλεται ενώπιόν μας αυτός ο δημοσιογραφικός ευτελισμός ημών και αλλήλων. Το ότι το όποιο focus μπορεί και μας ξεσηκώνει εναντίον των Γερμανών με θλίβει. Πιστεύω πως και εάν το οποιοδήποτε δικό μας κουτσομπολίστικο περιοδικό αποκαλέσει του Γερμανούς ηλίθιους, δεν θα το λάβουν καν υπόψη τους. Σε εμάς αντίθετα μέσω των δικών μας δημοσιογραφικών χειρισμών δημιουργήθηκε εθνική αντιγερμανική υστερία.

Και προσέξτε˙ εμείς οι ίδιοι που τέλος Φλεβάρη θαυμάζαμε το γερμανικό οικονομικό μοντέλο, μιλούσαμε για κράτος με πρότυπη οργάνωση, εκθειάζαμε τις αυτοκινητοβιομηχανίες και τις κινηματογραφικές ταινίες τους, εμείς οι ίδιοι πέσαμε στην παγίδα που βρίζαμε. Γίναμε σαν κι αυτούς. Τους απαξιώνουμε ή μιλάμε προσβλητικά μιμούμενοι συμπεριφορές μαθητών δημοτικού ή δημοσιογραφικού διαλόγου στο Ιράν. Και ξέρετε γιατί συμβαίνει όλο αυτό; Γιατί απλούστατα καλοί μου, μας λείπει, ή καλύτερα έχουμε χάσει, την εθνική μας αυτοσυνειδησία. Δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε και δεν μας πειράζει που οι άλλοι μας βρίζουν για κάτι που ούτε κι εμείς καταλαβαίνουμε καλά. Το δέον είναι η απάντησή μας. Η υβριστική μας απάντηση. Μόνον έτσι θα δείξουμε τι αληθινά αξίζουμε! Από τη στιγμή που το να είσαι Έλληνας κατάντησε να σημαίνει το ίδιο που σημαίνει (ρωτήστε όποιον μαθητή θέλετε) το να είσαι Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, να είσαι ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή Νέα Δημοκρατία, όταν βρίζουνε την Ελλάδα πρέπει να βρίσουμε κι εμείς όπως όταν βρίζουν την ομάδα ή το κόμμα μας.

Αυτήν ακριβώς την ευκαιρία πρέπει να αξιοποιήσουμε γόνιμα. Πρέπει δηλαδή να σταθούμε απέναντι σε κάθε ξένο (πολιτικό ηγέτη, δημοσιογράφο ή τουρίστα) με τη συνείδηση του τι είμαστε. Είμαστε οι φτωχοί συγγενείς της Ευρώπης που ζητούμε χάρη για να σώσουμε την οικονομία μας; Είμαστε αυτοί που δεν οργιζόμαστε όταν μας προτείνουν να ξεπουλήσουμε την εθνική μας κληρονομιά για να μη μας θεωρήσουν απολίτιστους; Είμαστε αυτοί που θα κάνουμε ό,τι μας υποδεικνύουν πάντα κάποιοι ξένοι εθνοσωτήρες γιατί «αγαπούν» περισσότερο την πελατειακή μας εξάρτηση από ό,τι εμείς τη πατρίδα μας; Αν ναι τότε δε χρειάζονται πολλά πράγματα. Αρκεί να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε αυτή την εκτυλισσόμενη γύρω μας παρωδία. Τα Μ.Μ.Ε. φροντίζουν καλά γι’ αυτό.

Εάν όμως έστω και λίγο νιώθουμε θιγμένοι όχι από αντίδραση αλλά από περηφάνεια χρειάζεται να κάνουμε κάτι πιο επίπονο. Να προβληματιστούμε και να ξηλώσουμε ό,τι δεν μας κάνει περήφανους που είμαστε Έλληνες. Είναι πολύ απλό και πολύ επίμοχθο συνάμα.Από την απόδειξη που δε δώσαμε ή δεν πήραμε ως το κλείσιμο της τηλεόρασης μπροστά σε εκπομπές που μάχονται για την εθνική μας υπόληψη όταν όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου χτίζουν την εθνική μας ταυτότητα μέσα από τα σκουπίδια των τηλεαστέρων και της εξίσωσης του σημαντικού με το αδιάφορο. Εξαρτάται με το τι και πώς θέλουμε να ζούμε. Επαναλαμβάνω, μόνο στην περίπτωση που έχει κάποια σημασία το γεγονός πως είμαστε Έλληνες.

Ολοκληρώνω με μια σκέψη για τη γνησιότητα της συμπεριφοράς μας. Το περίφημο Γερμανικό βίντεο που μιλούσε απαξιωτικά για τη χώρα μας χρησιμοποίησε δυο βασικά επιχειρήματα: Πρώτον πως οι Έλληνες δεν έχουμε Ιστορία αφού ό,τι κάναμε δεν ήταν παρά η επιτυχία μας στους Περσικούς πολέμους και το δεύτερον πως είμαστε ένας λαός που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια μιλάμε την ίδια γλώσσα, κάτι που για τους Γερμανούς φαντάζει τόσο ακατανόητο και ανώμαλο σαν αν μιλούσαν οι ίδιοι γοτθικά ή λατινικά. Την σχετική απάντηση στους πολλούς της Ευρώπης την έδωσε ο μοναδικός Οδυσσέας Ελύτης στο Λόγο του στην Ακαδημία της Στοκχόλμης για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Την σχετική όμως απάντηση στους λίγους εμάς της πατρίδας μας πρέπει να τη δώσουμε οι ίδιοι όταν οι μαθητές μας στο σχολείο (ή πιθανότατα κι εμείς όταν ήμασταν μαθητές) ρωτούν, δίχως να έχουν δει το γερμανικό βίντεο, μα λέγοντας τα ίδια πράγματα, γιατί να μαθαίνουμε σήμερα στο σχολείο ιστορία και αρχαία Ελληνικά. Με τους Γερμανούς αγανακτούμε. Όταν όμως λέμε ή πρεσβεύουμε πολιτισμικά κι εμείς τα ίδια; Δύσκολος λοιπόν δρόμος η εθνική μας αυτοσυνεδησία. Αν πρόεχει η οικονομική μας πρόοδος από αυτή τότε μάλλον χάνουμε την ευκαιρία. Κι όπως είπε ο συμπαθής κατά τ’ άλλα κ. Όλι Ρεν «...καλό κουράγιο...»!
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Αυτοπροσωπογραφία

Θεὲ τῶν χαμένων ψυχῶν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι χαμένος ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους θεούς, ἄκουσε μέ!

Ἐσύ, μοίρα γλυκιὰ πού μας παραστέκεις, κι ἐσεῖς τρελὰ περιπλανώμενα πνεύματα, ἀκοῦστε μέ:


Ἐγώ, ὁ πιὸ ἀτελής, κατοικῶ ἀνάμεσα σὲ μία τέλεια φυλή.

Ἐγώ, ἕνα ἀνθρώπινο χάος, ἕνα νεφέλωμα ἀπὸ συγκεχυμένα στοιχεῖα, περιφέρομαι ἀνάμεσα σὲ ὁλοκληρωμένους κόσμους -ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν τέλειους νόμους, ἀπαρασάλευτη τάξη καὶ συγκροτημένες σκέψεις. Ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν διευθετημένα ὄνειρα καὶ τὰ ὁράματά τους εἶναι καταγραμμένα καὶ ἀρχειοθετημένα.

Θεέ μου, οἱ ἀρετὲς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι μετρημένες, κι οἱ ἁμαρτίες τοὺς ζυγιασμένες. Καὶ τὰ ἀπροσμέτρητα πράγματα ποὺ διαβαίνουν στὸ θαμπὸ ἡλιοβασίλεμα, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἁμαρτία οὔτε ἀρετή, εἶναι κι αὐτὰ γραμμένα σὲ κατάστιχα.

Ἐδῶ οἱ μέρες καὶ οἱ νύχτες μοιράζονται σὲ ἐποχὲς συμπεριφορᾶς καὶ κυβερνιοῦνται ἀπὸ ἄψογους, ἀκριβεῖς κανόνες.

Νὰ τρῶς, νὰ πίνεις, νὰ κοιμᾶσαι, νὰ σκεπάζεις τὴ γύμνια σου, καὶ τέλος νὰ κουράζεσαι τὴν πρεπούμενη ὤρα.

Νὰ δουλεύεις, νὰ παίζεις, νὰ τραγουδᾶς, νὰ χορεύεις, κι ὕστερα νὰ πλαγιάζεις ὥσπου τὸ ρολόι νὰ σημάνει τὴν ὥρα.

Νὰ σκέφτεσαι ἔτσι, νὰ αἰσθάνεσαι τόσο, κι ὕστερα -μόλις ἕνα καθορισμένο ἄστρο ἀνατείλει στὸν ὁρίζοντα- νὰ σταματᾶς νὰ σκέφτεσαι καὶ νὰ αἰσθάνεσαι.

Νὰ ληστεύεις τὸ γείτονά σου χαμογελώντας, νὰ προσφέρεις δῶρα χειρονομώντας κομψά, νὰ ἐπαινεῖς, νὰ κατηγορεῖς κεκαλυμμένα, νὰ καταστρέφεις ψυχὲς μὲ ἕνα σου λόγο, νὰ καῖς τοὺς ἀνθρώπους μὲ μίαν ἀνάσα σου, κι ὕστερα - μόλις τελειώνει ἡ δουλειὰ τῆς μέρας - νὰ νίπτεις τᾶς χείρας σου.

Ν' ἀγαπᾶς σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς τάξης, νὰ ψυχαγωγεῖς τὸν καλύτερο ἑαυτό σου μὲ προσχεδιασμένο τρόπο, νὰ λατρεύεις τοὺς θεοὺς ὅπως τοὺς ἀξίζει, νὰ μηχανορραφεῖς ἔντεχνα μὲ τοὺς δαίμονες, κι ὕστερα νὰ τὰ λησμονεῖς ὅλα, σὰν νὰ ἔχει πεθάνει ἡ μνήμη σου.

Νὰ σκέφτεσαι ὑστερόβουλα, νὰ στοχάζεσαι μὲ ὑπολογισμό, νὰ εἶσαι ἐλαφρὰ εὐτυχισμένος καὶ νὰ ὑποφέρεις ἀριστοκρατικὰ -κι ὕστερα ν' ἀδειάζεις τὸ ποτήρι ὡς τὴν τελευταία σταγόνα, γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ τὸ γεμίσεις πάλι αὔριο.

Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, Θεέ μου, ἔχουν τέλεια προβλεφτεῖ, ἔχουν ἀποφασιστικὰ γεννηθεῖ, ἔχουν γαλουχηθεῖ μὲ φροντίδα, κυβερνιοῦνται ἀπὸ κανόνες, καθοδηγοῦνται ἀπὸ τὴ λογικὴ κι ὕστερα -σύμφωνα μὲ προκαθορισμένη μέθοδο- σφαγιάζονται καὶ θάβονται.

Κι ἀκόμα, οἱ σιωπηλοί. τάφοι, ποὺ βρίσκονται μέσα στὴν ἀνθρώπινη ψυχή, εἶναι σημειωμένοι κι ἀριθμισμένοι.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνας τέλειος κόσμος, ἕνας κόσμος ὁλοκληρωμένης τελειότητας, ἕνας κόσμος τρανῶν θαυμάτων, τὸ ὠριμότερο φροῦτο στοῦ Θεοῦ τὸν κῆπο, ἡ μεγαλοφυέστερη σκέψη στὸ σύμπαν.

Ἀλλὰ γιατί, Θεέ μου, πρέπει ἐγὼ νὰ βρίσκομαι ἐδῶ; Ἐγώ, ἕνας ἄγουρος σπόρος ἀνεκπλήρωτου πάθους, μία καταιγίδα τρελή, ἐγώ, ποῦ δὲ γυρεύω οὔτε τὴν ἀνατολὴ οὔτε τὴ δύση, ἐγώ, ἕνα ἀλλοπαρμένο θραῦσμα κάποιου πλανήτη ποῦ ἐξεράγη;

Θεὲ τῶν χαμένων ψυχῶν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι χαμένος ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους θεούς, γιατί βρίσκομαι ἐδῶ;

Από τον «Τρελό» του Χαλίλ Γκιμπράν, εκδόσεις Μπουκουμάνη

Το συγκεκριμένο αριστούργημα προέρχεται από το κεφάλαιο του τέλειου κόσμου στο βιβλίο του Γκιμπράν. Πολλές φορές σκέφτομαι τα λόγια αυτά όταν όλοι (ή σχεδόν όλοι) κι όλα (ή σχεδόν όλα) γύρω μου προσπαθούν να με πείσουν πως είμαι κάποιο γρανάζι στο δικό στους κόσμο. Όταν κάποιος κύριος Όλι Ρεν έρχεται ως σωτήρας στη χώρα μου κι οι ειδήσεις εξαντλούνται να με πείσουν για το πόσο φτωχός πρόκειται να γίνω, πόσο αναξιόπιστος απέναντι στους Δυτικοευρωπαίους εθνοσωτήρες μου αποδείχτηκα, και πόσο ανάγκη τους έχω για να ζω ανάμεσά τους, μέρος του όμορφου πολιτισμού τους.

Μαζί με τον Γκιμπράν κι εγώ αδιαφορώ. Αρνούμαι να μπω στη διαδικασία χειραγώγησης που ξεκινά από χίλιους δυο άλλους έξω από τις επιθυμίες μου. Πολύ συχνά ξεχνάμε πως είμαστε ένα κράμα μαζί πολλών ανόμοιων στοιχείων, δωμάτιο με φως που χωρά μαζί το Θεό και τον δαίμονα. Ξεχνάμε πως δεν είμαστε αυτά που λέμε ή κάνουμε αλλά αυτό που φυλάμε μυστικό στη καρδιά μας κι ο πόθος μας να το υλοποιήσουμε.

Ποιος θα μας μιλήσει για τους σιωπηλούς τάφους που έχουμε στη ψυχή ή για το πώς θα θέλαμε να είναι η ζωή μας; Ποιος ενδιαφέρεται για το τι έχει αξία στη ζωή μας, οι άνθρωποι ή ο δέκατος τέταρτος μισθός; Ποιος μπορεί να αφαιρέσει ανθρώπους από την προσωπική μας ιστορία με την ίδια προετοιμασία που προηγείται η κατάργηση των επιδομάτων από τους μισθούς; Όλα αυτά μου είναι αδιάφορα. Πραγματικά αδιάφορα. Όχι πως δεν θα επηρεαστεί σημαντικά, όπως κι όλων μας σε ένα μέτρο, η ποιότητα της ζωής μου. Αυτό όμως που αξίζει και προσέχω περισσότερο δεν είναι αυτό που οι άλλοι νομίζουν πως μέσα από τέλειους νόμους ή σωστά μέτρα μπορούν να ρυθμίσουν το τι και κυρίως πώς θα ζω.

Χρειάζεται να βγεις από αυτό που οι άλλοι θεωρούν ως μέτρο για να μπορέσεις να μετρήσεις διαφορετικά το κόσμο γύρω σου. Χρειάζεται να αρχίσεις να αμφιβάλλεις για τους ανθρώπους γύρω σου που λεν’ ότι έχουν τέλειους νόμους, απαρασάλευτη τάξη και συγκροτημένες σκέψεις. Να γελάς με όσους έχουν διευθετημένα όνειρα και τα οράματά τους είναι καταγραμμένα και αρχειοθετημένα. Αυτούς που νόμισαν πως μπορούν να χωρέσουν το ευτυχώς άπειρο.

Χρειάζεται να πάψεις να μετράς τις μέρες και τις νύχτες σα να μοιράζονται σε εποχές συμπεριφοράς που κυβερνιούνται από άψογους, ακριβείς κανόνες. Να τρως, να πίνεις, να κοιμάσαι, να σκεπάζεις τη γύμνια σου, και τέλος να κουράζεσαι, να δουλεύεις, να παίζεις, να τραγουδάς, να χορεύεις, κι ύστερα να πλαγιάζεις την ώρα που θες εσύ κι όχι την πρεπούμενη ώρα. Να μην σκέφτεσαι έτσι, να μην αισθάνεσαι τόσο, κι ύστερα -μόλις ένα καθορισμένο άστρο ανατείλει στον ορίζοντα- να σταματάς να σκέφτεσαι και να αισθάνεσαι. Αυτά άστα για τους επαγγελματίες της ρουτίνας.

Χρειάζεται πάλι να πάψεις να ληστεύεις το γείτονά σου χαμογελώντας, να προσφέρεις δώρα χειρονομώντας κομψά, να επαινείς, να κατηγορείς κεκαλυμμένα, να καταστρέφεις ψυχές με ένα σου λόγο, να καις τους ανθρώπους με μιαν ανάσα σου, κι ύστερα -μόλις τελειώνει η δουλειά της μέρας- να νίπτεις τας χείρας σου, χρειάζεται να κάνεις στροφή στο απίθανο και να σταματήσεις ν' αγαπάς σύμφωνα με τους κανόνες της τάξης, να ψυχαγωγείς τον καλύτερο εαυτό σου με προσχεδιασμένο τρόπο, να λατρεύεις τους θεούς όπως τους αξίζει, να μηχανορραφείς έντεχνα με τους δαίμονες, κι ύστερα να τα λησμονείς όλα, σαν να έχει πεθάνει η μνήμη σου. Χρειάζεται σε όλα αυτά να βρεις το δικό σου τρόπο, τον κατάδικό σου τρόπο για να είσαι εσύ αυτός που δίνεις αξία στη ζωή σου κι όχι αυτή σε σένα.

Χρειάζεται εξάλλου να σταματήσεις να σκέφτεσαι υστερόβουλα και να στοχάζεσαι με υπολογισμό, να είσαι ελαφρά ευτυχισμένος και να υποφέρεις αριστοκρατικά - κι ύστερα ν' αδειάζεις το ποτήρι ως την τελευταία σταγόνα, για να μπορείς να το γεμίσεις πάλι αύριο. Άγγιξε την ευτυχία όταν ενσαρκώνεται ή πιες τον πόνο μέχρι τη τελευταία στάλα. Αντέχεις;

Ίσως έτσι καταλάβουμε πως αυτός ο τέλειος κόσμος, ο κόσμος της ολοκληρωμένης τελειότητας που ευαγγελίζεται ο κύριος Όλι Ρεν, ένας κόσμος τρανών θαυμάτων, μας είναι ή πρέπει να μας είναι ξένος.

Εγώ τουλάχιστον του τον χαρίζω. Και σε αυτόν και στους ευρωπαίους δικτάτορες εθνοσωτήρες και στους δικτάτορες εθνοσωτήρες πολιτικούς μας και στους δικτάτορες γελοίους δημοσιογραφίσκους μας. Ζητώντας απάντηση κι εγώ από τον Θεό, μονολογώ μαζί με τον συγγραφέα: Θεέ μου, πρέπει εγώ να βρίσκομαι εδώ; Εγώ, ένας άγουρος σπόρος ανεκπλήρωτου πάθους, μια καταιγίδα τρελή, εγώ, που δε γυρεύω ούτε την ανατολή ούτε τη δύση, εγώ, ένα αλλοπαρμένο θραύσμα κάποιου πλανήτη που εξερράγη;
Θεέ των χαμένων ψυχών, εσύ που είσαι χαμένος ανάμεσα στους άλλους θεούς, γιατί βρίσκομαι εδώ;
Ολόκληρη η ανάρτηση...