Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Ο δάσκαλος της χρονιάς

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Αυτός που με δυσκολεύει

Συντροφικότητα. Η αίσθηση ότι είναι ο δικός μου άνθρωπος. Ο αγαπημένος. Ο σημαντικός. Αυτός που με δυσκολεύει με το να είναι διαφορετικός, ακόμη κι όταν συμφωνούμε. Αυτός που με δυσκολεύει με το να είναι παρών, ακόμη και στη μοναξιά μου. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μη δέχεται τους συμβιβασμούς μου. Αυτός που με δυσκολεύει με την ομορφιά της αγάπης του. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μην του φτάνει ποτέ ο κοινός μας χρόνος. Αυτός που με δυσκολεύει με το να με εμπιστεύεται απροϋπόθετα. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μη μου επιτρέπει να εγκλωβίζομαι στα άσχημα. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μη μου επιτρέπει να παραιτούμαι. Αυτός που με δυσκολεύει με το να με βλέπει ερωτικά, ακόμη κι όταν εγώ δεν αντέχω τον εαυτό μου. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μου ζητά να είμαι ο εαυτός μου και μόνο αυτό.

Από το «Έρωτας ή τίποτα» του Δημήτρη Καραγιάννη, εκδόσεις Αρμός
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

«Δεν είναι αριθμολογικό το πρόβλημα της Ελλάδας, είναι αξιακό»

Προέλευση:sciencearchives.wordpress.com

Σε συζητήσεις και συνεντεύξεις με ουσία και βάθος, ο Έλληνας φιλόσοφος, διανοητής και συγγραφέας δεκάδων βιβλίων εκφράζει, χωρίς φόβο, με πάθος, απόψεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα, ειδικά στις ημέρες που διανύουμε.

O Στέλιος Ράμφος αποτελεί παράδειγμα διανοουμένου, ο οποίος εδώ και χρόνια ευρίσκεται επί των επάλξεων και μετά παρρησίας παίρνει θέση, διαφωτίζοντας όλους όσους αναζητούν να κατανοήσουν καινά ερμηνεύσουν τη συλλογική πολιτισμική συμπεριφορά αυτού του έθνους. Ο Ράμφος είναι φανερό ότι άκουγε πάντα «τη βουή των πλησιαζόντων γεγονότων», κατά τον μεγάλο Αλεξανδρινό… »

«Ζούμε σήμερα και στην Ελλάδα την κρίση της μετανεωτερικότητας. Πρόκειται για ιστορικο-πολιτικό προϊόν του ‘89. Τότε έπεσαν τα σύνορα, διπλασιάστηκαν οι διαστάσεις του κόσμου, οι ταχύτητες αυξήθηκαν και η κίνηση του χρήματος έγινε ιλιγγιώδης, χάθηκε η πραγματική αντιστοιχία μεταξύ πραγματικότητας και δυνατοτήτων αφηρημένων, γεννήθηκαν οι «φούσκες» και φτάσαμε στη χώρα μας –εκτός από την οικονομική κρίση – να συνειδητοποιήσουμε επιτέλους αυτή την κρίση ταυτότητος που ταλανίζει χρόνια τον Ελληνισμό: τη σφοδρή σύγκρουση δύο βουλημάτων – της αξιολογικής αναγνώρισης στους κόλπους της ομάδας και της εσωτερικής βεβαιώσεως.

Αυτή η ακατάσχετη σύγκρουση ενεργεί στη ζωή μας αποσυνθετικά, φτάνοντας στο σημείο να προκαλεί την άγνωστη μέχρι πρότινος ανελέητη αδιαφορία για τους τρίτους (όλο και πιο πολύ αυτή μας κυριεύει!), ενώ ταυτόχρονα μας έχει καταλάβει μία ψυχωτική θέρμη για ό,τι αφορά εμάς και τους όποιους δικούς μας.

Κατέκλυσε τον τόπο μας η ασυνειδησία, επειδή ούτε στην ομάδα ανήκουμε εντελώς ούτε στον εαυτό μας. H κουλτούρα μας, όπως λένε οι ανθρωπολόγοι και οι ιστορικοί είναι μια κουλτούρα κατακερματισμού, δηλαδή μικρών ενοτήτων – οικογένεια, χωριό, μικρή πόλη κ.λπ.-, η οποία δεν διευκολύνει την ατομική ωρίμανση και η οποία, ταυτοχρόνως, είναι συνδεδεμένη και κρατάει τη συνοχή της πάντοτε με όρους συναισθήματος, πράγμα που εμποδίζει τους όρους καθολικότητας.

Οι μοναδικοί δεσμοί που έχουμε στην ελληνική κοινωνία είναι οι οικογένειες και οι παρέες. Δεν έχουμε κοινωνία πολιτών, ώστε να μας ενδιαφέρει ο τρίτος ή ο άγνωστος. Γι’ αυτό έχουμε και ιδιοτελές κράτος. Δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο πολιτικό μας σύστημα και αυτό είναι χειρότερο από την κρίση. Ένα πολιτικό σύστημα χωρίς την εμπιστοσύνη των πολιτών είναι μετέωρο. Και δεν βλέπω να κάνει κάτι για να διεκδικήσει την εμπιστοσύνη μας, δυστυχώς».

Αναδιφώντας στα κεφάλαια της ψυχικής ιστορίας των Ελλήνων, ο Ράμφος τονίζει με έμφαση τη μακραίωνη αγωνία να βγει ο Ελληνισμός από τον ομαδικό στον αυτεξούσιο, τον ανοιχτό, ώστε να κατορθώσου με τη δική μας εξατομίκευση, άρα να αποκτήσουμε και βαθύ αίσθημα προσωπικής ευθύνης.

«Κι όμως» λέει χαμογελώντας χαρακτηριστικά με χαρμολύπη «το πρόβλημα μας το αντιλαμβανόμαστε αριθμολογικά, ενώ είναι αξιακό. Ζούσαμε, καταναλώνοντας ξένα προϊόντα. Μόνο ένας ανατολίτης – γιατί είμαστε λαός της βαθιάς θρησκευτικής παράδοσης – όταν του δίνουν λεφτά ξέρει απλώς να τα τρώει, χωρίς να τα αξιοποιεί παραγωγικά!».

Σκιαγραφώντας την ψυχική ιδιοσυστασία του ατόμου της ανατολίτικης νοοτροπίας – σε αντίθεση με τον άνθρωπο της Δύσης, ο οποίος εμφορείται από τα ιδανικά του Διαφωτισμού και εξακολουθεί να είναι επηρεασμένος -, «ο ανατολισμός» εξηγεί ο Έλληνας φιλόσοφος «έγκειται στις μεγάλες ιδέες, τις γενικές σκέψεις και την άρνηση της εργασίας. Δεν μας αρέσει να δουλεύουμε, μας αρέσει να απολαμβάνουμε τα έτοιμα. O τρόπος που αντισταθμίζουμε την τεμπελιά είναι ένα κράτος το οποίο αρμέγουμε. Δημιουργούμε πελατειακές σχέσεις μαζί του και περιμένουμε να μας συντηρεί. Όμως, οι σύγχρονες κοινωνίες, που παράγουν πλούτο, απαιτούν εργασία. O ανατολίτης έχει ένα αίσθημα πλούσιο. Οφείλουμε να διατηρήσουμε το αίσθημα μας, αλλά να του δώσουμε μορφή, ώστε να μας κάνει κοινωνικούς και όχι άγρια θηρία. Και αν θέλουμε πλούτο, πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε να τρώμε από τα έτοιμα!».

Σχολιάζοντας την περιβόητη ρήση “Όλοι μαζί τα φάγαμε” αναφορικά με την ευθύνη των πολιτών, ο Ράμφος επισημαίνει με εμφατικότητα:

«Δεν τα φάγαμε μαζί, γιατί δεν τα παίρναμε όλοι. Τα έπαιρνε το κράτος και μετά γινόταν η μοιρασιά σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Ακόμα και στο σχολείο δεν μαθαίνουμε να εργαζόμαστε, αλλά να αποστηθίζουμε. Αν είσαι εκεί παθητικός, πώς θα είσαι στη δουλειά σου παραγωγικός;» απευθύνει το εύλογο ρητορικό ερώτημα.

Επανέρχεται και επιμένει στην ψυχική σκιαγράφηση του Ελληνισμού, διότι κατά τη γνώμη του εκεί είναι κρυμμένο το κλειδί της κατανόησης, άρα και της λύσης:

«Είμαστε λαός έντονα θρησκευτικός και γι’ αυτό δεν μας αρέσει το καινούργιο. Είμαστε πολύ συντηρητικοί, με την κακή έννοια του όρου. Επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα δεν (εν)νοείται, επειδή είμαστε ένας λαός πίστεως. H έρευνα δεν μας ενδιαφέρει. Μας νοιάζει να επιβεβαιώνουμε αυτό που πιστεύουμε. Διψάμε για επαλήθευση, μισούμε τη διάψευση. Εχουμε συνεχώς έναν μπαμπά από πάνω μας ή και μέσα μας που μας υπαγορεύει τι να κάνουμε.

H άρνηση της αναλήψεως ευθυνών είναι παιδική συμπεριφορά. H εμμονή στην παιδικότητα είναι η επιμονή του παιδιού, που έχει υποστεί τέτοια πίεση από τους γονείς του ώστε δεν θέλει να μεγαλώσει ποτέ.Έχει εθιστεί και συμβιβαστεί με την παιδικότητα του. Γι’ αυτό και έχουν παρασυρθεί και οι Ευρωπαίοι και μας αντιμετωπίζουν σαν τα άτακτα παιδιά, που πρέπει να πάνε στο αναμορφωτήριο!

Ένα φαγοπότι 35 ετών είναι φαγοπότι ψευδαισθήσεων και ο πραγματικός λογαριασμός έρχεται τώρα. Το γλέντι στήθηκε πάνω στη βάση του ότι η βασιλεία των ουρανών είναι εντός ημών. Δηλαδή στο τραπέζι επάνω, στις ψησταριές. Στο τραγούδι και στις διαδηλώσεις. Γιατί το μεγάλο τρίγωνο των τελευταίων 35 ετών ήτανε διαδηλώσεις, απεργίες, πορείες, τραγούδι πολύ και καγιέν. Αυτό το μεγάλο τρίπτυχο ήτανε εκείνο που καλούμαστε τώρα και είναι λογικό ένας λογαριασμός να πρέπει να πληρωθεί.

Αυτά τα τρία είναι σύμβολα απολυτότητας συναισθήματος. Με το καγιέν είσαι μοναδικός, με το τραγούδι εκφράζεσαι. Και με τη διαδήλωση πολιτικοποιείσαι και εκφράζεις την ευθύνη σου απέναντι στα τεκταινόμενα παγκοσμίως και εν Ελλάδι. Οπότε ολοκληρώνεται η εικόνα σου. Ό,τι κάνουμε στην Ελλάδα επειδή γίνεται για λόγους συναισθηματικούς έχει μιαν απόληξη. Ποια είναι η απόληξη; Η ανάγκη συμπτώσεως φαντασιώσεως με εικόνα. Η εικόνα μας φτιάχνεται έτσι όπως τη θέλουμε και φτιάχνοντας την εικόνα έτσι όπως τη θέλουμε φτιάχνουμε και μια πραγματικότητα την οποία παρακολουθούμε μέχρι να έρθει η ώρα του λογαριασμού.

Ο Βορράς, αλλά όχι η Πορτογαλία, η Ισπανία, η νότια Ιταλία, η Ελλάδα κ.τ.λ., έχει αντίθετη συμπεριφορά, γιατί κατάφερε στην ιστορία του ένα πράγμα: να ταιριάξει το αίσθημα με τη λογική. Κάνοντας λογική το αίσθημα μόνο σε φαγοπότι αντέχεις ή σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ή κάνεις πολέμους και κινείσαι με τρόπο τέτοιο ώστε την επομένη να μπορείς να αλληλοσφάζεσαι με τη μεγαλύτερη ευκολία. Και ακριβώς επειδή το συναίσθημα είναι το κυρίαρχο, έχεις χάσει το πρίσμα με το οποίο αρχίσαμε και το οποίο είναι στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι η ζωή. Το συναίσθημα είναι τα άκρα. Έχοντας φτάσει λοιπόν στα άκρα το μόνο που σου μένει είναι ή να αυτοκτονήσεις ή να πέσεις στο κενό. Εμείς προτιμήσαμε το φαγητό. Έτσι έγινε η ιστορία.

Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να είμαστε διαφορετικοί από τους Γερμανούς;

Η πρώτη εντύπωση που έχει κανείς είναι ότι οι βόρειοι λαοί είναι ψυχροί. Και είναι ψυχροί γιατί έχουν και σκέψη. Και όταν περνάει κάτι από τη σκέψη παγώνει. Αλλά αυτό δεν απηχεί στην πραγματικότητα. Γιατί εκεί γεννώνται τα μεγάλα έργα τέχνης. Εκεί έχουμε τον Beethoven, τον Bach, τους μεγάλους ποιητές. Άρα δεν είναι η ψυχρότης του τύπου που εισπράττουμε στον δρόμο. Στον δρόμο μπορεί να εισπράξουμε είτε μια επιφύλαξη είτε μια ανάγκη περισκέψεως. Σε αυτό τους βοηθάει η ίδια τους η θρησκευτικότητα, η ίδια τους η κουλτούρα, όπως είπατε, η ίδια τους η νοοτροπία.

Τι είναι η νοοτροπία τώρα. Η νοοτροπία είναι μια ζωή που έχει γίνει συνήθεια. Γι’ αυτό αλλάζει. Άρα μπορούμε να ελπίζουμε, αρκεί να καταλάβουμε τους μηχανισμούς πλέον του τι μεταβάλλουμε σε συνήθεια εμείς. Και αυτό θα το καταλάβουμε αν βγούμε από τη σφαίρα της φύσεως και πάμε στη σφαίρα των σκοπών.

Οι Γερμανοί λοιπόν και οι βόρειοι έκαναν και θρησκευτικές επιλογές αντίστοιχες. Ο προτεσταντισμός τους παίζει μεγάλο ρόλο στην ψυχραιμία με την οποία αντιμετωπίζουν τον κόσμο. Ενώ οι ορθόδοξοι είναι κάτι διαφορετικό. Ο προτεσταντισμός τους λαμβάνει υπόψη την ανάγκη ενός διαμορφωμένου εγώ, όχι με την έννοια του εγωισμού, με την έννοια της οντότητας.

Πράγμα το οποίο για εμάς ήταν μονίμως καταστροφικό. Εμείς έπρεπε να είμαστε μονίμως ταπεινοί και σεμνοί. Ταπεινοί βαθύτερα με την έννοια του να έχουμε μια απώλεια εαυτού για να πλησιάσουμε τον Θεό. Τότε μοιραία το μόνο που σου μένει είναι να αγαπάς όπως μισείς, δηλαδή αδιακρίτως. Το πρόβλημά μας είναι ότι αγαπάμε όπως μισούμε.

Είμαστε αδιάκριτοι στο συναίσθημα επειδή είναι μόνο του. Η διάκριση του βορείου επειδή είναι προτεστάντης ή επειδή είναι πιο σύγχρονος καθολικός, όπως οι Γάλλοι, του δίνει τη δυνατότητα διαφορετικής στάσεως απέναντι στα πράγματα. Ενώ ο νότιος, ο παλαιο-καθολικός ή ο ορθόδοξος, έχει μια συναισθηματική αδιακρισία η οποία μετράει σε αυθεντικότητα σε μέτρο εκρηκτικό. Ένα θέμα που πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ είναι η έπαρσή μας στο συναίσθημα. Μέχρι τώρα το είχαμε κάνει άλλοθι.

Και τι κερδίσαμε; Κερδίζουμε μια ψευδαίσθηση του παρόντος. Γιατί το φαγοπότι είναι στο παρόν. Ούτε στην πείνα της προηγουμένης ούτε στον λογαριασμό της επομένης. Και θέλω να πω ότι ένα μεγάλο φαγοπότι και μια έμφαση στο παρόν είναι εκείνα που αποτελούν πρόβλημα για τους λαούς που είπαμε πριν, για λαούς χωρίς διάρκεια και χωρίς προοπτική. Οπότε το μόνο που τους μένει ως διάρκεια είναι θλιβερές διαδικασίες, οι οποίες πληρώνονται πολλαπλά αφού δεν υπάρχουν προοπτικές. Και αυτό το πράγμα κοστίζει. Όταν το παρόν αρχίζει να μεταβάλλεται σε αιωνιότητα, τότε πρέπει να αρχίσουμε να κοιτάμε πού είναι ο πιο κοντινός ψυχίατρος».

Ο Έλληνας φιλόσοφος πλειστάκις έχει αναφερθεί στη λογική της ήσσονος προσπάθειας, που έχει κατακυριεύσει τα τελευταία 30 χρόνια τη χώρα μας. Και την εξηγεί ιστορικά:

«Η Μεταπολίτευση ανέβασε στο προσκήνιο όσους ήταν μόλις πριν θύματα των πολιτικών διακρίσεων και διώξεων. Επίσης, μετά το ‘8ι στηρίχτηκαν οικονομικά και πολιτικά τα λαϊκότερα στρώματα. H εποχή διψούσε για ισότητα, όμως – και εδώ συνετελέσθη το μέγα ιστορικό σφάλμα! μπροστά σε αυτή τη δίψα της παρέβλεψε τον σεβασμό της αξίας. Και βεβαίως, όταν σου ζητάει κάποιος τη μικρότερη δυνατή προσπάθεια, είναι σαν να σου λέει ότι αξίζεις ανεξαρτήτως αυτού που κάνεις. Όμως, σε μια κοινωνία ίσων πολιτών υπάρχουν φυσικές ανισότητες. Δεν μπορώ εγώ να μπω στην Εθνική Μπάσκετ!

Το σύστημα των πελατειακών σχέσεων εξυπηρέτησε έτσι την παράλογη αντίληψη ότι στη δημοκρατία δεν είμαστε μόνο πολιτικά ίσοι, αλλά και φυσικά ίσοι. Αυτή η εξίσωση δημιούργησε τερατογονία και οδήγησε λαϊκιστικά σε μοιραία εξίσωση των πάντων προς τα κάτω. H αντικατάσταση της φυσικής ανισότητας έγινε με τον παράνομο ή το διεφθαρμένο χρηματισμό. Αν δεν ανατραπεί αυτό, δεν μπορούμε να βγούμε από την κρίση ακόμα κι αν ξεπληρώσου με το χρέος μας.

Ο μέσος λαϊκός φοροφυγάς είναι αυτός που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους παραλογισμούς του κράτους. Το ελληνικό κράτος σχεδόν σε υποχρεώνει να παραβιάσεις και το ίδιο σου το αίσθημα περί δικαιοσύνης. Διότι, από τη μία, για να εξυπηρετήσει ημετέρους χαρίζεται και, από την άλλη, για να εισπράξει γίνεται αγιογδύτης.

Ο Έλληνας δεν αγαπάει το κράτος, αλλά και το κράτος δεν αγαπάει τον Ελληνα. O δημόσιος υπάλληλος μπορεί να φέρεται τυραννικά, γιατί επιτέλους αποκτάει κοινωνικό ρόλο. Και δυστυχώς, δεν είμαστε ακόμη οι Έλληνες άνθρωποι με ολοκληρωμένο εσωτερικό κόσμο, ώστε να παίρνουμε την εικόνα του εαυτού μας από μέσα μας.

Και φυσικά, το μέγα ερώτημα που προκύπτει εν προκειμένω είναι: Πώς αλλάζει αυτή η κατάσταση; Σε αυτό ο Ράμφος είναι κατηγορηματικός:

«Είναι ευνόητο ότι μια κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο με την αγορά. Χρειάζεται και εμπιστοσύνη σε αξίες, λόγους υπάρξεως. H αυτοματοποίηση θα φέρει μεγάλες αλλαγές στην εργασία και οι άνθρωποι στο εγγύς μέλλον δεν θα έχουν απολύτως σταθερά επαγγέλματα. Για να προσαρμοστείς θα χρειάζεται να έχεις ελαστικότητα και ευρύτητα αντιλήψεως.

Αυτά δεν είναι αποτελέσματα στενού επαγγελματικού προσανατολισμού, αλλά εσωτερικής κουλτούρας. Ο άνθρωπος των ανθρωπιστικών γραμμάτων έχει το ένστικτο, που του επιτρέπει να διαισθάνεται τις τάσεις, τις ροπές και τις εξελίξεις. Μη σπεύδουμε να απαξιώσουμε την κλασική παιδεία. Οι κοινωνίες κατευθύνονται από ελίτ, οι οποίες, όμως, λειτουργούν αρνητικά όταν συνδέονται με πολύ χαμηλούς μέσους όρους καλλιέργειας και αποδίδουν όταν οι μέσοι όροι είναι υψηλοί. Και τα δύο είναι ζήτημα Παιδείας!» συμπληρώνει.

Για τη σημερινή κατάσταση

«Πίσω από την μεγάλη συζήτηση για το μνημόνιο να διαβάσουμε την θεραπευτική μέθοδο. Γιατί ένας Έλληνας που πηγαίνει να ζήσει στο εξωτερικό, σταδιακά, χάνει τις κακές συνήθειες της πατρίδας του και προσαρμόζεται; Κοινός παρονομαστής του ελληνικού προβλήματος είναι ο φόβος. Η χώρα μας δεν γνώρισε αναγέννηση και ο ιστορικός χρόνος λειτουργεί αντίστροφα: στιλβώνεται η απουσία της αυτοπεποίθησης του λαού. Έτσι επικρατούν οι ίδιες συμπεριφορές συναισθηματικής παιδικότητας. Αν ένα παιδί δεν μεγαλώσει, θα νιώθει πάντα παιδί, θα συνεχίζει να τρώει ξύλο. Πρέπει να ωριμάσεις για να μετασχηματιστείς. Αυτή η σκέψη θα μπορούσε να γίνει χρήσιμος οδηγός σε κείνους που αντιμετωπίζουν τα δύσκολα σημερινά προβλήματα.

Ως νέοι, ως φοιτητές, οι αριστερές ιδέες μάς ελκύουν. Βοηθούν τις εσωτερικές πληγές μας, την αντιμετώπιση του αισθήματος αδυναμίας, καταπίεσης από τους μεγαλύτερους. Όταν πατάμε τα τριάντα, τότε που παράγουμε και δημιουργούμε θετικότητα στην ζωή μας, το νεανικό μένος διαδέχεται η κατάφαση στη ζωή, η ανάγκη πρωτοβουλιών για δημιουργία και τα τεράστια ποσοστά εφηβικών εξεγέρσεων και αμφισβήτησης σβήνουν, ευτυχώς, γιατί πώς αλλιώς η κοινωνία θα προχωρούσε; Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την ιστορική ενηλικίωση των λαών.

Αυτός που κυνηγά την ευκολία κι όχι την δουλειά και τον κόπο, χάνει μακροπρόθεσμα. Δείτε τους παραγωγούς της Κατερίνης, οι απολύτως εξαρτημένοι από τους μεσάζοντες, πώς αποκτούν σιγουριά. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για την πρώτη διαρθρωτική αλλαγή.

Σε μια προχωρημένη δημοκρατία ο ηγέτης αποτελεί ζωντανό παράδειγμα υπέρβασης του ελλείμματος αυτοπεποίθησης. Πρέπει να απελευθερώσει τον λαό του από ψυχολογικά δεσμά. Ναι, χρειάζεται ένας ηγέτης καθ΄ υπέρβαση, με αυτοπεποίθηση, χωρίς αμφιβολίες. Γιατί όσοι αμφιβάλλουν, απλώς κολακεύουν τον κόσμο, προσπαθούν να στηρίξουν την σχέση τους με τον λαό εκμεταλλευόμενοι ακριβώς το έλλειμμα εαυτού. Αλλά αυτό είναι που πληρώναμε μέχρι τώρα. Από την άκρα Αριστερά μέχρι την άκρα Δεξιά, με τις όποιες φαντασιώσεις τους, εκεί έχουν ποντάρει: στον λαϊκισμό.

Τόσα κόμματα, τόσοι αρχηγοί για να γλυτώσουν τη μπόρα και το λέω με αίσθηση της σοβαρότητας των πραγμάτων. Είναι επίσης ένας τρόπος να γίνεις κάτι… Για να βρίσκεσαι μέσα στο κάδρο. Γιατί αυτός κι όχι εγώ; Διεκδικείς την αρχηγία για να μπορείς να ρίξεις τις ευθύνες σε άλλους. Πρόκειται για μια «ενεργητική» στάση, μέρος της δομής της ελληνικής εξουσίας. Θα μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να διαφύγουν, να απομακρυνθούν της «κακής» πολιτικής.

Έτσι ενεργητικά εκφράζεται συχνά η ανημπόρια, η ανασφάλεια, η ανεπάρκεια, ο φθόνος, η επιβεβαίωση μέσω της κριτικής των άλλων ότι είσαι σπουδαίος. Το έλλειμμα εαυτού είναι δυστυχώς το κυριαρχικό στοιχείο στο σύνολο των αντιδράσεων μας.

Θεωρεί ότι η δομή του γερμανικού πνεύματος, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις νόρμες της λουθηρανικής πίστης έχουν ως προέκταση την «επιταγή» της βούλησης:

«Γι΄ αυτό είναι δυναμικός λαός παρότι έχασε δυο πολέμους. Οι Αγγλοσάξονες, μάγοι της ανάλυσης, ξεκινούν από την εμπειρία, ξέρουν να προβλέπουν καλύτερα».

Και ποια είναι η μεγάλη αρετή των Ελλήνων: η έμπνευση και ό,τι αυτή συνεπάγεται, κατά καιρούς:

«Σκεφτείτε το μεγαλείο του ΄40 και μετά την αλληλοσφαγή του ΄42… Ο φόβος προηγείται των γεγονότων και δίνει διαστάσεις ανεξέλεγκτες. Η ανασφάλεια, η τάση κάλυψής μας – γιατί θεωρούμε εαυτούς υποκείμενα συνωμοσιών -, αποτελεί το κεντρικό φοβικό στοιχείο της φυλής μας, έχει μάλιστα θεσμοποιηθεί απ΄ την πολιτική. Πρόκειται για την πολιτική που βασίζει την επιτυχία της στον βαθμό που θα εξάψει τον φόβο. Με σαφή επίγνωση της ψυχολογίας και υποδαυλίζοντας το νοσηρό της στοιχείο, θέλει να διατηρεί την παιδικότητα στη συμπεριφορά των πολιτών».

Info: Ο Στέλιος Ράμφος γεννήθηκε στην Αθήνα (1939). Φιλόσοφος, πανεπιστημιακός, συγγραφέας δοκιμίων. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών ενώ συνέχισε στο Παρίσι σπουδάζοντας Φιλοσοφία. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Βενσάν. Στην εργοβιογραφία του περιλαμβάνεται πλούσια αρθρογραφία, δημοσιευμένη σε περιοδικά όπως «Ευθύνη», «Ερουρέμ», «Ινδικτος».
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Άνθρωπος στο φεγγάρι

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Του Μιχάλη

Μου φαίνεται παρ’ ολίγον κουτό να γράφονται τα καλύτερα λόγια εν είδει μνημοσύνου για κάποιον όταν πεθαίνει, λόγια για να ακουστούν στη κηδεία του, στις κουβέντες του μνημοσύνου, στις φιλικές συζητήσεις συμπαράστασης που ακολουθούν. Σήμερα θα σου μιλήσω για τον Μιχάλη με τα λίγα λόγια που θα ήθελα να κρυφακούει όχι όταν θα είναι αργά μα εδώ και τώρα. Ο άλλος δαίμονας κάνει μια σημαντική παρατήρηση: «δεν μπορείς να αποκαλύψεις πολλά, μα όσα εννοούνται». Όποιος ξέρει εύκολα θα καταλάβει, όποιος δεν πρέπει ή δεν αξίζει θα συνεχίσει τον αδιάφορο δρόμο του, όποιος πρέπει ή αξίζει θα εννοήσει.

Ο Μιχάλης είναι ο άνθρωπος που θες ένα βήμα για να τον αποκαλέσεις φίλο. Παρ’ όλο που τον νιώθεις έτσι, παρόλο που είναι το «καλύτερο» παιδί παρόλο που έχει κάνει όλα όσα κάνει ένας φίλος. Δεν του το έχεις πει όμως ποτέ, ποτέ δεν τον έχεις αποκαλέσει φίλο επειδή νομίζεις πως είναι από τις εκφράσεις που εύκολα εννοούνται. Είναι από την πάστα των ανθρώπων που δεν δημιουργούν πρόβλημα σε κανέναν. Με ένα περίεργο τρόπο αν και καθημερινά περιτριγυρίζει την πραγματικότητα όλων μας, δεν έχει δυσαρεστήσει κανέναν μας˙ σε κανέναν δεν έχει δώσει την παραμικρή αφορμή να στεναχωρηθούμε ή να δημιουργήσουμε κάποιο πρόβλημα ή παρεξήγηση εξαιτίας του. Δεν θυμάμαι να ζήτησε από κανέναν μας ποτέ τίποτα, ακόμη κι όταν μας έβγαζε φωτογραφίες το έκανε τόσο διακριτικά που δεν το καταλαβαίναμε καν. Ήξερε να δίνει, πολλά, λίγα, δεν θυμάμαι, θυμάμαι όμως καλά πως όποτε έδινε, έδινε πάντα μαζί και κάτι από τον εαυτό του.

Όλα αυτά δεν θα τα έγραφα εάν δεν είχε προηγηθεί εκείνη η επίσκεψη στον γιατρό και όσα ακολούθησαν. Τα επεισόδια μιας άσχημης ιατρικής επίσκεψης είναι γνωστά. Το απίθανο γίνεται βεβαιότητα, το άγνωστο σιγουριά, ποιος μπορεί να καταλάβει αν δεν τα έχει ζήσει; Τα επεισόδια μετά τις ειδήσεις της αρρώστιας παίχτηκαν πολύ γρήγορα. Όλοι κοιτούσαμε συγκλονισμένοι, βουβοί, αμήχανοι να εξηγήσουμε, να δικαιολογήσουμε να καταλάβουμε. Ο Μιχάλης; Ο δικός μας Μιχάλης; Το καλύτερο παιδί; Είναι δυνατόν; Τώρα; Έτσι; Σιωπή. Τα μεγάλα ερωτήματα απαντώνται με μεγάλες σιωπές. Υπάρχει απάντηση για την κορυφαία παράνοια της ανθρώπινης πραγματικότητας, τον θάνατο;

Το πέρασμα ενός ανθρώπου είναι δυνατόν να είναι τόσο σύντομο; Να φωτίζει τις ζωές μας κι έπειτα να χάνεται με την πρόφαση μιας διάγνωσης, μιας επιθετικής ασθένειας που έμαθε να νικά με την ισχύ του αιώνια άδικου νόμου της φθαρτής ανθρώπινης φύσης. Για μένα τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Όσα ακολουθήσουν θα είναι ακόμη πιο δύσκολα, ακόμη χειρότερα και σίγουρα πιο επώδυνα για όσους τον αγαπάμε. Δεν θα μιλάω όμως για σένα σε παρελθόν. Είσαι εδώ και θα είσαι ανάμεσά μας όχι ως ανάμνηση αλλά ως αλήθεια, ως παρουσία σε έναν κοινό κόσμο με δυο σίγουρες και διακριτές προς το παρόν διαστάσεις. Άσε με να το συνηθίσω, το ξέρω πως έτσι είναι αλλά θα μου πάρει ίσως λίγο καιρό να το συνειδητοποιήσω. Παρουσία, απουσία, ποιο μένει, τι είναι αυτό που θα λείπει; Αποκλείεται η ζωή να τελειώνει με έναν θάνατο, δίχως νόημα, έτσι ανόητα. Δεν θα ήταν ζωή.

Δεν ξέρω αν γίνεται αλλιώς ή αν στο σύνολό της κάθε σελίδα του άπειρου χειρόγραφου βιβλίου των ανθρώπινων ιστοριών γράφεται με τον ίδιο τρόπο. Πάντα λέμε λιγότερα από όσα θα θέλαμε, από όσα μπορούσαμε να πούμε, πάντα μένει κάτι ανείπωτο, ανέκφραστο, κάτι που δεν έγινε, κάτι που έπρεπε να γίνει κι όμως δε συνέβη ποτέ. Για ένα παρά κάτι γινόμαστε σαν θεοί και για ένα παρά κάτι σαν δαίμονες. Πάντα ένα ελάχιστο υπολείπεται όταν δεν υπάρχει η ουσιαστική σχέση. Αλήθεια σαν δεν είσαι πια εδώ τι να σου πω και να είναι πιστευτό; Να σου πω πόσο πολύ σε αγαπάμε και σε ευχαριστούμε όλοι; Πόσο πολύ έχει σημασία η τωρινή σου απουσία; Δε ξέρω αν πρέπει να έχει νόημα μια τέτοια αγωνία. Σημασία έχει να το δείχνεις, να βεβαιώνεσαι πως ο άλλος το ξέρει, το εισπράττει, βιώνει όχι ως υποψία αλλά ως βεβαιότητα την αγάπη και την παρουσία σου δίπλα του. Όταν φεύγεις κι ειδικά όταν φεύγεις έτσι γρήγορα όλοι λένε πολλά, ίσως περισσότερα από όσα θα ήθελες να ακούσεις όλες εκείνες τις φορές που τόσο αθόρυβα, τόσο συνηθισμένα, τόσο όμορφα συνηθισμένα περπατούσες δίπλα μας, ανάμεσά μας, τριγύρω μας. Κάποιος προχθές είπε πως στο νοσοκομείο έχασες το χαμόγελό σου. Πάντα σου άρεσαν τα αστεία. Τον κορόιδεψες κι αυτόν! Αυτό το χαμόγελο της ζεστής καρδιάς σου δεν μπορεί να σβηστεί έτσι απλά. Σε κανένα κόσμο δεν χάνεται ένα τέτοιο χαμόγελο. Πώς νομίζεις ότι ζωγραφίζουν οι άγγελοι τον Θεό στο πρόσωπό τους;

Μιχάλη θέλω να κλείσω με δυο σκέψεις που έκανα με ένα αγαπημένο μου πρόσωπο όταν μιλάγαμε για σένα. Το πόση αξία έχει στο αληθινό μέτρημα η ζωή ενός ανθρώπου φαίνεται στα σίγουρα από την απουσία του. Ποιος είπε πως οι άνθρωποι δεν είναι αναντικατάστατοι; Έπειτα την ημέρα που θα αποχαιρετήσεις το φως αυτού του ουρανού δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να κλάψει από λύπη για σένα. Μας χάρισες μιαν αιτία γι’ αυτό το πολύτιμο «κρύσταλλο για συναίσθημα». Στα «γυμνά μέτωπα», τα δάκρυα όλων μας θα είναι από περηφάνια και από μια βαθύτατα πονεμένη αγάπη, όχι από την αναλώσιμη λύπη των νεκροταφείων. Στο υπόσχομαι.

Ὅλα τά σύννεφα στή γῆ ἐξομολογήθηκαν
Τή θέση τούς ἕνας καημός δικός μου ἐπῆρε
Κι ὅταν μές στά μαλλιά μου μελαγχόλησε
Τό ἀμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' ἕναν κόμπο λύπης.

II
Ἡ ὥρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Μέ τό δέντρο τῆς ἀμίλητο
Πρός τή θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Μέ τήν ὄψη τῆς ἀκίνητη
Πρός τή θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως ἕρωτα
Μέ τό στόμα τῆς ἀνένδοτο
Πρός τή θάλασσα
Κι ἐγώ - μές στή Γαλήνη πού σαγήνεψα.

III
Ἀπόγευμα
Κι ἡ αὐτοκρατορική του ἀπομόνωση
Κι ἡ στοργή τῶν ἀνέμων του
Κι ἡ ριψοκίνδυνη αἴγλη του
Τίποτε νά μήν ἔρχεται Τίποτε
Νά μή φεύγει
Ὅλα τά μέτωπα γυμνά
Καί γιά συναίσθημα ἕνα κρύσταλλο.

Οδυσσέας Ελύτης «κλίμα της απουσίας»

Ο Μιχάλης έφυγε από κοντά μας σήμερα 23 Νοέμβρη 2015. Μια μέρα που ξημέρωσε σαν όλες τις άλλες αλλά νύχτωσε σαν καμιά πριν στον δικό μας κόσμο. Όλοι όσοι πλουτίσαμε με την αγάπη και την παρουσία σου θα σε χαιρετίσουμε αύριο το μεσημέρι. Θα προσπαθούμε να δώσουμε με τη σιωπή και τα δάκρυά μας μιαν απάντηση στο αίνιγμα του θανάτου τόσο ιδιαίτερων ανθρώπων με τόσο ιδιαίτερο τρόπο. Θα είμαστε όλοι εκεί. Δίπλα σου. Για τη τελευταία εικόνα. Για να θυμάσαι εκεί ψηλά πόσο σ’ αγαπάμε πόσο ευγνώμονες είμαστε για τον χρόνο που περπάτησες δίπλα μας και τι σημαίνεις για μας. Αύριο, δίχως περιγραφές. Για την πιο μεγάλη απουσία, αμέτρητες παρουσίες.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Ώριμη ερωτική αγάπη

Η παιδαριώδης αγάπη ακολουθεί την αρχή: «Αγαπώ επειδή με αγαπούν». Η ώριμη αγάπη ακολουθεί την αρχή «με αγαπούν επειδή αγαπώ». Η ανώριμη αγάπη λέει: «Σ’ αγαπώ επειδή σε χρειάζομαι». Η ώριμη αγάπη λέει: «Σε χρειάζομαι επειδή σ’ αγαπώ».

Αν ένα πρόσωπο αγαπά μονάχα ένα άλλο πρόσωπο και αδιαφορεί για τους άλλους συνανθρώπους του, η αγάπη του δεν είναι αγάπη, αλλά μεγεθυμένος εγωισμός. Αν αγαπώ πραγματικά έναν άνθρωπο, τότε αγαπώ όλους τους ανθρώπους, αγαπώ όλον τον κόσμο, αγαπώ τη ζωή. Αυτή είναι η αδελφική αγάπη και βρίσκεται στη βάση κάθε άλλης αγάπης.

Η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να διεγερθεί από την αγωνία της μοναξιάς. Καμιά φορά από ματαιοδοξία. Η πηγή της μπορεί να είναι η επιθυμία για κατάκτηση, για εκδίκηση ή για καταστροφή. Η αγάπη είναι μόνο ένα από τα δυνατά συναισθήματα που μπορούν να προκαλέσουν σεξουαλική επιθυμία. Οι περισσότεροι άνθρωποι εύκολα ξεγελιούνται και πιστεύουν ότι είναι ερωτευμένοι όταν επιθυμούν ο ένας τον άλλον σεξουαλικά. Η αγάπη μπορεί να εμπνεύσει την επιθυμία για σεξουαλική ένωση κι όταν γίνει αυτό, η σωματική σχέση είναι ένα με την τρυφερότητα. Αν η επιθυμία για σωματική ένωση δεν έχει προκληθεί από αγάπη, τότε ποτέ δεν οδηγεί σε κάτι πέρα από μια φευγαλέα ένωση.

Η ώριμη ερωτική αγάπη θα πρέπει να είναι, ουσιαστικά, μια πράξη θέλησης. Να δεσμεύει κανείς τη ζωή του απόλυτα στη ζωή ενός άλλου προσώπου. Το να αγαπά κανείς κάποιον δεν είναι απλώς ένα δυνατό συναίσθημα – είναι μια απόφαση, μια κρίση, μια υπόσχεση. Η αγάπη δεν είναι αποτέλεσμα σεξουαλικής ικανοποίησης. Αντίθετα, η σεξουαλική ευτυχία – ακόμα και η γνώση της λεγόμενης σεξουαλικής τεχνικής – είναι αποτέλεσμα της αγάπης. Αν ένα ανίκανο ή ψυχρό πρόσωπο μπορέσει να αναδυθεί από το φόβο ή το μίσος και να αγαπήσει, τότε τα σεξουαλικά προβλήματα του λύνονται. Αν δεν μπορέσει, τότε καμιά σεξουαλική τεχνική δεν θα τον βοηθήσει.

Οι πραγματικές συγκρούσεις δεν είναι καταστρεπτικές. Όταν αντιμετωπιστούν τίμια, οδηγούν σε ένα ξεκαθάρισμα από το οποίο και οι δύο βγαίνουν κερδισμένοι σε δύναμη και γνώση. Η αγάπη είναι εφικτή μόνο αν δυο πρόσωπα επικοινωνούν μεταξύ τους από το κέντρο του είναι τους και αν δεν προσπαθούν να αποφύγουν τα προβλήματά τους.

Μόνον ο άνθρωπος που έχει πίστη στον εαυτό του μπορεί να είναι πιστός στους άλλους. Η αγάπη είναι μια δύναμη που παράγει αγάπη. Η ικανότητα να αγαπά κανείς σαν μια πράξη δοσίματος, εξαρτάται από το κατά πόσο ο χαρακτήρας του ανθρώπου έχει εξελιχτεί πέρα από την ανάγκη της εξάρτησης, από την αγάπη του εαυτού του, από την επιθυμία να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται τους άλλους ή να συσσωρεύει. Αγαπώ σημαίνει εγκαταλείπομαι χωρίς καμία εγγύηση, δίνομαι εντελώς ελπίζοντας ότι η αγάπη μου θα αφυπνίσει την αγάπη στον άλλον.

Από το έργο «Η τέχνη της αγάπης» του Έριχ Φρομ, εκδόσεις Διόπτρα
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

Φθινοπωρινή αφιέρωση

Σ' ἐκείνους πού μέσα σέ θυελλώδεις νύχτες ἐξεγέρσεων ψάχνουν γιά ἕνα φεγγάρι παιδικό.
Σ' αὐτούς πού δέν τούς ἔμεινε...καιρός.
Σ' ἐκείνους πού τούς ξέχασαν στή γλυκύτητα τοῦ ὕπνου ὅταν ὅλοι μας εἶχαν ἐγκαταλείψει.
Στούς καθρέφτες πού κοιταχτήκαμε.
Στίς θάλασσες πού δέν θά ταξιδέψουμε.
Στά μονοπάτια πού περπατήσαμε ἐρωτευμένοι κι ἴσως νά μήν ξαναγυρίσαμε ἀπό τότε.
Στή Μοίρα.
Στήν ὡραία νεότητα.
Στούς διαβάτες / κι ἐγώ ποῦ πήγαινα; κι ἦταν τόσα πολλά αὐτά ποῦ ζήτησα;
Μά τώρα εἶναι ἀργά - ὥρα νά φεύγω/
Στ' ἀποδημητικά πουλιά.
Στίς ἀτμομηχανές πού κουράστηκαν κι ἔγειραν τό πλευρό νά κοιμηθοῦνε.
Στίς καλαμποκιές ὅταν τίς λούζει τό φεγγάρι.
Στά κορίτσια πού βγάζουν τό φουστάνι τους γιά νά μποῦν στόν οὐρανό.
Στήν ἀλληλογραφία ἑνός ἀγγέλου μ' ἕνα παιδί.
Σ' ἐκείνους πού ἄργησαν.
Σ' αὐτούς πού δέν θά ξανάρθουν.
Στή γυναίκα πού ρίχνει τά χαρτιά.
Στό γέρο πού κλαίει.
Στήν Ὀδύσσεια πού ζεῖ ὁ ποιητής γράφοντας τό πιό μικρό ποίημα.
Στή φευγαλέα στιγμή πού ἔζησε ἕνας ἄνθρωπος ζῶντας μιά ολόκληρη ΖΩΗ…

Από «Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Οι στάχτες της Άντζελα

Γύρω από τα εξαντλημένα βιβλία στήνεται κάθε φορά ένας ιδιαίτερος μύθος. Ένας μύθος για να αναζητήσεις το έργο, να κάνεις την ερευνά σου, να έρθεις πολύ κοντά, να ελπίσεις πως το βρήκες, να διαψευστείς, να το κυνηγήσεις, να το ξαναψάξεις, κι έπειτα να έρθει η σπουδαία εκείνη ημέρα που θα το αποκτήσεις. Άξιζε τελικά όλην αυτή την προσπάθεια; Τον αγώνα, την ανησυχία, την φροντίδα και τις ελπίδες που ξόδεψες για το χατίρι του;

Οι στάχτες της Άντζελα είναι ένα από αυτά τα σπάνια βιβλία που δικαιωματικά μπορούν να δικαιολογήσουν κάθε σου κόπο να τα αποκτήσεις. Στην αρχή με είχε κεντρίσει η φράση του Μακ Κορτ στον πρόλογο από τον Δάσκαλο (έγινε και αντικείμενο μεταπτυχιακού ο αθεόφοβος, στη Θεσσαλονίκη) πως «αν δεν είχα γράψει τις Στάχτες της Άντζελας, θα είχα πεθάνει παρακαλώντας, Δώσε μου άλλον ένα χρόνο μόνο, Θεέ μου, άλλον ένα χρόνο μόνο, γιατί αυτό το βιβλίο είναι το ένα και μοναδικό πράγμα που θέλω να κάνω στη ζωή μου». Το μοναδικό πράγμα που ήθελε να κάνει κανείς στη ζωή του; Αυτό κι αν είναι σημαντικό. Και κάπως έτσι έζησα την απίθανη περιπέτεια ώσπου να το φέρω στα χέρια μου.

Ολοκληρώνοντάς το θεώρησα τον θαυμασμό μου πολύ φτωχό όπως και τις προσδοκίες μου μπροστά σε ένα έργο που από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα είναι μια έκπληξη. Μια έκπληξη μεστής καταγραφής αναμνήσεων, αστείρευτου χιούμορ, βαθιάς συγκίνησης και συμπύκνωσης της πιο όμορφης εποχής ενός παιδιού στα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του. Το βιβλίο περιλαμβάνει την εξιστόρηση των αναμνήσεων του Φρανκ Μακ Κορτ, που γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της εποχής της Μεγάλης Κρίσης από γονείς που είχαν πρόσφατα μεταναστεύσει από την Ιρλανδία και μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές του Λίμερικ της Ιρλανδίας. Η μητέρα του Άντζελα γίνεται η ηρωίδα του μιας και είναι πάντα απένταρη λόγω της φτώχειας και της ανικανότητας του πατέρα του Μακ Κορτ να φέρει χρήματα στο σπίτι όχι μόνο λόγω της ανεργίας αλλά και του ποτού που ξόδευε συνέχεια τα χρήματά του. Ο ίδιος μεταφέρει τα βιώματά του με την λεπτομέρεια ενός ανθρώπου που τα βλέπει από δίπλα. Υπάρχουν στις σελίδες του έργου δραματικές σκηνές που διαπλέκονται με χιουμοριστικές δίχως να μπερδεύουν τον αναγνώστη μιας κι η ίδια η ζωή είναι αυτή ακριβώς η ρόδα των ασταμάτητων αλλαγών.

Πολλές φορές χρειάστηκε να συγκινηθώ, να συμπονέσω τον μικρό Μακ Κορτ, άλλες τόσες να τον θαυμάσω και να του συμπαρασταθώ αλλά ποτέ δεν έφτασα το σημείο να πιστέψω πως οι δυσκολίες της ζωής, οι κοινωνικές αθλιότητες, η εξοντωτική φτώχεια, το κλίμα όλων αυτών των δυσκολιών θα ήταν ικανά να τον καταβάλλουν. Όπως και ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του κι ο ίδιος έτρεχε τόσο γρήγορα ανάμεσα στα προβλήματα του που δεν επέτρεψε να τον κερδίσουν ακόμη κι όταν τον οδήγησαν ένα βήμα πριν τον θάνατο. Τελειώνοντας θέλω να κρατήσω την ερώτησή μου για ποιον κατέγραψε όλες του τις παιδικές αναμνήσεις με αυτό τον εκκωφαντικά παραστατικό τρόπο ο σπουδαίος ιρλανδός συγγραφέας. Και ακόμη γιατί «οι στάχτες της Άντζελα»; Ως έμπρακτη απόδειξη ευγνωμοσύνης για όσους τον κράτησαν ζωντανό εκείνες τις δύσκολες μέρες; Για την ίδια τη μητέρα του πρώτα απ’ όλους; Νομίζω πως όχι, καλύτερα όχι μόνο. Το έγραψε για όλους εμάς, όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα παιδιά που τους αρέσει ή συνήθισαν να μιλάνε για δυσκολίες και προβλήματα δικαιολογώντας πολλά ή ρίχνοντας εκεί τις ευθύνες. Ο Μακ Κορτ αντιστρέφει με τη διάθεση του παιδιού που θυμίζει θεό αυτή την πορεία. Πίσω και μέσα στα προβλήματα είμαστε εμείς, εσύ, εγώ ο καθένας μας και χρειάζεται να προσπαθούμε αντί να κλαίμε. Θα νικήσουμε τα προβλήματα, ζώντας τα και ξεπερνώντας τα όχι κρύβοντάς τα στο περιθώριο και αφήνοντάς τα να στοιχειώνουν τη ζωή μας. Λίγο εύθυμη διάθεση βοηθά πάντα σε αυτέ στις περιπτώσεις. Ο μικρός Φρανκ τουλάχιστον το ήξερε καλά αυτό.

Και κάτι τελευταίο: Εάν οι «στάχτες της Άντζελα» αποδείχτηκε τόσο θαυμάσιο ανάγνωσμα (βαφτίστηκε κλασσικό πια) άραγε τι συγκινήσεις μας περιμένουν στον «Δάσκαλο»;

Οι «στάχτες της Άντζελα» του Φρανκ Μακ Κορτ κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Λιβάνη και Scripta
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Η πτώση

Διαβάζοντας διάφορες κριτικές για την Πτώση του Καμύ συνειδητοποίησα πως πιθανότατα εγώ είχα διαβάσει άλλο βιβλίο. Τη πρώτη στιγμή απόρησα, έπειτα χάρηκα. Το βιβλίο εννοείται δεν είναι γραμμένο για τον συγκλονιστικό μονόλογο του πετυχημένου Γάλλου δικηγόρου Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς, ενός αλαζόνα νάρκισσου που σε κάθε σελίδα μιλά για την αντίληψη από ψηλά ενός κόσμου σε όλα υποδεεστέρου του. Η διήγηση περιστρέφεται σε μια αναδρομική πτώση από μια γέφυρα μιας κοπέλας την οποία ο ήρωας δεν βοήθησε. Αλίμονο! Ο Καμύ θα ήταν ένας συγγραφέας σαν τους πολλούς εάν έμενε σε έναν τέτοιον μονόλογο. Δεν το καταλαβαίνω. Για μένα ο μονόλογος του βιβλίου, δανείζεται τα χείλη του Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς αλλά στην πραγματικότητα είναι αυτός ο ίδιος μονόλογος του διαβόλου. Η πτώση είναι όχι αυτή της κοπέλας που βούτηξε στα νερά του παγωμένου ποταμού αλλά την πτώσης ενός αγγέλου από τον Παράδεισο, μιας εκούσιας κίνησης, που έκανε έναν άγγελο, τον δαίμονα.

Οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο νομπελίστας Καμύ είναι χαρακτηριστικές αυτού του δαιμονικού πνεύματος. Αλαζονεία, απέχθεια σε κάθε ανθρώπινο, λυσσαλέα αυτό εξασφάλιση, εγωιστική περιχαράκωση, ένας ηθικά απογυμνωμένος ήρωας που δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί τον καθένα και το κάθε τι μόνο και μόνο γι ανα δικαιολογεί το γεγονός πως υπάρχει. Καμία κοινωνία, καμία λύπηση ή έστω συναίσθημα οίκτου ακόμη κι όταν η νεαρή κοπέλα βουτά στη λίμνη. Το δαιμονικό στοιχείο, γνώριμο στην προσωπικότητα του καθενός μας, δίπλα στο αγγελικό αναγνωρίζεται σε όλες τις περιπτώσεις που η σκέψη μας γλιστρά σε συμπεριφορές του Κλαμάνς που θυμόμαστε ως γνώριμες. Ο καθένας κι ο άγγελος, ο καθένας και ο δαίμονας του καθώς λένε.

Υπάρχουν δυο εξαιρετικά σημεία στην ανάγνωση του βιβλίου που δεν τα παραθέτω ολόκληρα λόγω έκτασης χώρου. Στο πρώτο ο ήρωας κάνει μια σκέψη για το πώς αναγνωρίζει τους ανθρώπους που του ανήκουν, αυτοί που κατά κάποιον τρόπο είναι δικοί του. Παραδέχεται πως αυτοί είναι όσοι περιστρέφονται γύρω από την πραγματικότητα του εαυτού τους ως αξία. Χρησιμοποιεί μάλιστα ένα έξυπνο όρο που με κέντρισε. Το λέει «αυτοαναφορικότητα» λέγοντας πως οι άνθρωποι αυτοί νομίζουν πως όλα κινούνται γύρω τους, εάν τους ρωτήσεις για προβλήματα θα ξεκινήσουν από τα δικά τους πιστεύοντας πως όλος ο κόσμος κι η παγκόσμια ιστορία τους χρωστά κάποια ωφελούμενα λόγω του μοναδικού και σπάνιου χαρακτήρα τους! Παρακάτω σημειώνει για τον τρόπο με τον οποίο καταφέρνει να αναπαύει τους λογισμούς όσων θέλουν να φύγουν από την επιρροή του. Υποστηρίζει λοιπόν πως σε αυτή την περίπτωση αφαιρεί από τη σκέψη των ανθρώπων την έννοια του αγώνα και τους οδηγεί να δικαιολογήσουν κάθε σφάλμα ως αδυναμία, ως δύναμη της φύσης που δεν μπορούν να αντιπαλέψουν και δικαιολογούν πάντα πολύ εύκολα. Ο δικός μου είναι εκεί όπου απουσιάζει ο αγώνας, ισχυρίζεται ο δικηγόρος Κλαμάνς, ή ο ίδιος ο διάβολος κατά τη δική μου κρίση.

Η «Πτώση» του Αλμπέρ Καμύ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Γι' αυτό το αύριο που δεν θα έρθει ποτέ...

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν' απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατέβουμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας... Όλα, όλα, Σαλονικιέ, τ' αφήνουμε γι' αυτό το αύριο που δεν θα έρθει ποτέ...

Από το έργο: Χαμογέλα ρε,… τι σου ζητάνε; Του Χρόνη Μίσσιου, εκδόσεις Γράμματα
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Libertà o Morte (ή αλλιώς πώς έμαθα κολύμπι)

Η Μanarola είναι ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό στη Σικελία. Βρέθηκα εκεί πριν από κάποια χρόνια, όταν είχα πάει για καλοκαιρινές διακοπές και για να ξαναδώ κάποιους αγαπημένους φίλους που με συνέδεαν με το πιο παλιό χωριό των Cinque Terre. Στο παρελθόν υπηρέτησα με απόσπαση σε μια μεγάλη πόλη της Ιταλίας και είχα εκεί έναν μικρό κύκλο γνωριμιών, ενώ με κάποιους διαλεχτούς κάναμε τακτικά και κάποιες μικρές και μεγάλες εκδρομές.

Το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του αλλά η γλύκα των θερινών διακοπών είχε κρατήσει τους τελευταίους της χυμούς. Το χωριό είναι από τα πλέον γραφικά σε ολόκληρη τη Σικελία, διάσημο τόσο για το τοπικό κρασί, το Sciacchetrà που παράγουν οι ντόπιοι στους τοπικούς αμπελώνες, όσο και για τις εξαιρετικής ομορφιάς παραλίες που περιστοιχίζουν το χωριό.

Ήταν Κυριακή απόγευμα και την επόμενη μέρα θα φεύγαμε. Μαζί μου ήταν δυο νεαρά ζευγάρια, όλοι Ιταλοί, ξεχωριστοί, αγαπημένοι μου μαθητές από το σχολείο που υπηρετούσα παλιότερα. Εκείνοι ήταν πλέον φοιτητές, απολάμβαναν την υπέροχη ανέμελη περίοδο της φοιτητικής ζωής, είχαν ένα θαυμάσιο και πολλά υποσχόμενο μέλλον εμπρός τους να ζήσουν, ένα μέλλον που ήταν απλωμένο στα πόδια τους κι όλο δικό τους. Ο Lorenzo, ο ένας από τους αγαπημένους μου μαθητές είχε μόλις βγει από τη θάλασσα και έκανε νόημα στην κοπέλα του την Silvana να του πετάξει μια πετσέτα.

- Ε, συ δάσκαλε γιατί δε βουτάς; Το νερό είναι υπέροχο, perfetto…

Τον κοίταξα χαμογελώντας. Το κολύμπι αποτελούσε εκείνα τα χρόνια για μένα μια υπόθεση γέλιου και δράματος. Λόγω ενός τραυματικού επεισοδίου, παρ’ ολίγον πνιγμού στην παιδική μου ηλικία, δεν κατάφερα να μάθω κολύμπι όσο ήμουν μικρός. Όσοι κατά το παρελθόν είχαν προσπαθήσει να με μάθουν να κολυμπώ είχαν αποτύχει ή αποθαρρυνθεί. Να μάθεις σε ένα παιδί κολύμπι πάει στο καλό, σε έναν μεγάλο όμως, δεν είναι και το πιο εύκολο, ιδίως όταν αυτός είναι κακός μαθητής. Και κάπως έτσι άπλωνα για ηλιοθεραπεία τα χρόνια μου δίχως να τολμώ να τα βουτήξω στη θάλασσα. Κι αυτά πλήθαιναν. Είχα πλέον συνηθίσει. Με ενοχλούσε αλλά το είχα πλέον μάθει. Ίσως και να είχα πειστεί πως δεν θα μάθαινα ποτέ να κολυμπώ και τα υγρά ταξίδια θα έμεναν απλά όνειρα.

- Δε νομίζω… δάσκαλε δε νομίζω να μη ξέρεις να κολυμπάς…niente; Ακούστηκε ο άλλος μου μαθητής ο Marco από την διπλανή ξαπλώστρα.

Η Rafaela, η αγαπημένη απουσιολόγος εκείνης της τάξης όρθωσε το κορμί της κι έβγαλε αργά τα μεγάλα γυαλιά ηλίου που έκρυβαν τα υπέροχα μάτια της. Με κοίταξε και στο πρόσωπο της μαζεύτηκαν όλες οι απορίες που δεν είχε ως μαθήτρια. Καλά κύριε είναι δυνατόν; Non sarà immergersi;

- Όχι, της απάντησα, Rafaela, δεν θα βουτήξω.

Εκείνη την ώρα η Silvana πέταξε την πετσέτα στον Lorenzo και στράφηκε σε μένα. Γι’ αυτό κάθε μέρα βγαίνετε τόσο γρήγορα; Come circa ora ...

Ο Marco κάθισε δίπλα μου. Perché;

- Perché, δεν έχει Marco. Μη με ρωτάς. Απλά δεν έμαθα, δεν έτυχε να μάθω. Δεν κατάφερα να μάθω. Δεν είχα τους κατάλληλους δασκάλους, άσε που κι εγώ ήμουν κακός μαθητής.

- Chiunque;

- Κανείς μικρή μου Silvana. Έτσι είναι η ζωή, δεν μπορείς να τα έχεις όλα…

- Κι εσείς; Εσείς δε θέλατε να μάθετε; Δεν σας αρέσει το κολύμπι;

- Πολύ Marco, απάντησα. Πάρα πολύ. Δεν μπορώ όμως, είναι απλό.

Οι τέσσερις νέοι κοιτάχτηκαν αμέσως σαν να ήταν συνεννοημένοι. Ο Lorenzo χαμογέλασε και μίλησε πρώτος.

- Σκέφτεστε αυτό που σκέφτομαι; Οι άλλοι ανταπέδωσαν εν είδει συνεννόησης το χαμόγελο κουνώντας το κεφάλι. Η Rafaela μού πρότεινε το χέρι της. Κύριε, καιρός να σας διδάξουμε εμείς. E 'il momento !

Δεν κατάλαβα ποια ώρα είχε έρθει αλλά στη συγκινητική παρότρυνση των αισιόδοξων νέων είχα έτοιμη την πικρή πείρα του παρελθόντος.

- Το έχω ξανακούσει αυτό! Δυστυχώς όμως δεν έγινε τίποτα. Πόσοι και πόσοι απογοητεύτηκαν μαζί μου. Μην ασχολείστε, δεν θα είστε οι μόνοι…

– Κύριε είπε ο Marco, σειρά σας να μας εμπιστευτείτε. Υπάρχει ο σωστός τρόπος, έτσι δεν είναι; Οι χίλιοι τρόποι αποτυχίας στο παρελθόν δεν αποκλείουν την επιτυχία της χιλιοστής πρώτης προσπάθειας έτσι δεν λέγατε;

- Τώρα τι να του απαντήσω; Να φανώ ανακόλουθος με τα όσα τους έλεγα; Έτσι είναι Marco, μόνο που …

- Φοβάστε κύριε; Ακούστηκε η φωνή της Silvana.

- Όχι μικρή μου δεν φοβάμαι απλά, έχω μάθει να ζω με αυτό.

- Καιρός να ξεμάθετε απάντησε δυνατά ο Lorenzo παρασύροντας σε μια κραυγή επιδοκιμασίες τους συνδαιτημόνες του. Θυμάστε που μιλούσαμε για τον καθημερινό θάνατο πριν τον θάνατο της μιας φοράς; Θυμάστε που είχαμε πει πως κανείς ή θα είναι ελεύθερος ή νεκρός; Τι θέλετε εσείς; Ελευθερία ή θάνατο;

Στο μυαλό μου άστραψαν τα λάβαρα του 21, Ελευθερία ή θάνατος! Επανάσταση! Μα είναι δυνατόν στις μέρες μας συνθήματα του 21; Κι όμως άλλος τρόπος να γίνει ο φόβος παρελθόν δεν υπήρχε. Έπρεπε η ελευθερία να νικήσει τον θάνατο, τον φόβο που παραλύει και νεκρώνει ζωές που νεκρώνει επιθυμίες και λαχτάρες, ακόμη κι αν αυτές είναι τόσο αθώες όσο να μάθει κανείς να κολυμπά.

Με μια βιαστική κίνηση η Rafaela με τράβηξε από τη ξαπλώστρα μου και έκανε νόημα στον Marco να με οδηγήσουν στο μικρό παλιό λιμανάκι του χωριού, λίγα μέτρα πιο πέρα. Εκείνη η τοποθεσία ήταν πλέον ερημική μιας και το νέο λιμάνι του χωριού είχε χτιστεί σε μια άλλη τοποθεσία, από την άλλη πλευρά του μικρού βουνού.
- Κύριε την βλέπετε την προβλήτα; Από εκεί πρέπει να πηδήξετε!

- Να κάνω τι;

- Να πηδήξετε, saltare, πώς το λέτε;

- Saltare, ναι να πηδήξω, μια λέξη είναι αλλά…

- αλλά δεν έχει αλλά, σιγά το ύψος˙ και μέσα που θα πέσετε θα πατώνετε. Μια ιδέα είναι κύριε.

- Μια ιδέα;

- Μια ιδέα. Ο Marco έπιασε τον ώμο μου. Κύριε, θυμάστε τι μας λέγατε για αυτόν που νικάει τον φόβο του;

- να τον αντιμετωπίζει κατάματα.

– ακριβώς αυτό. Ένας φόβος είναι, ένας ηλίθιος φόβος και μόνο. Αντιμετωπίστε τον. Βουτήξτε!

- Και βοήθεια; Ένα σωσίβιο, κάποιος δίπλα μου;

- Η Silvana κούνησε εμφατικά τα χέρια της: nessuno, κανείς απάντησαν κι οι άλλοι. Δεν είστε στο Baywatch κύριε, εσείς κι η θάλασσα μόνο…

Έπρεπε να βουτήξω. Για μια στιγμή γύρισα το βλέμμα μου στα καταγάλανα πανέμορφα σικελικά νερά, λες να είναι αυτή η τελευταία εικόνα πριν πνιγώ; Και γιατί να πνιγώ; Είναι τόσο όμορφη η ζωή! Γύρισα έπειτα τα μάτια μου στους νέους. Τους ζήλεψα. Έτσι πρέπει να μετρά τελικά κανείς τους φόβους του. Με την σιγουριά και την αψηφισιά των νέων. Ελεύθερος ή νεκρός; Ο τρόπος δίνει την απάντηση. Βαρέθηκα, κουράστηκα να φοβάμαι. Αν κάποιος πρέπει να πεθάνει για να μάθω κολύμπι, αυτός είναι ο παλιός μου εαυτός, ο δειλός, ο γεμάτος ανασφάλειες μαθητής που συνηθίζει να φοβάται αντί να χαίρεται. Ελεύθερος να χαίρομαι να κολυμπώ ή νεκρός στη ξαπλώστρα μου να βλέπω τους άλλους να κολυμπάνε και να ζηλεύω;

- Saltare κύριε, saltare…

- «Saltare»! Αυτό ήταν λοιπόν! Έπρεπε να βουτήξω. Ο φόβος ή θα παρέμενε φόβος ή θα έπαιρνε διαζύγιο από τα άνυδρα στοιχειωμένα μου χρόνια την ώρα που με μια απογευματινή βουτιά από την προκυμαία του παλιού λιμανιού της Manarola θα βουτούσα στα σικελικά νερά. Γέλασα για λίγο, ψιθύρισα στον εαυτό μου πως μετά από αυτή τη βουτιά όλα θα είναι διαφορετικά κι έκανα μια θεατρική κίνηση πως ετοιμάζομαι για μια θεαματική βουτιά.

O Lorenzo με σταμάτησε. -Κύριε, felicimente, με χαρά, τώρα θα μάθετε να κολυμπάτε! Δεν αξίζει ένα χαμόγελο μια τέτοια στιγμή;

Ναι, μικροί μου πολύτιμοι δάσκαλοι, στ’ αλήθεια εκείνη η στιγμή που αντιπαλεύεις πρόσωπο με πρόσωπο έναν μεγάλο σου φόβο όχι για να τον νικήσεις μόνο αλλά για να κατακτήσεις αυτό που ονειρεύεσαι, ναι, ένα χαμόγελο τουλάχιστον το αξίζει. Τα περασμένα πολλά χρόνια της άνυδρης ζωής μου θα έπαιρναν πανηγυρικά εκδίκηση! Στα χρόνια που ακολούθησαν απορώ κάθε φορά που το σκέφτομαι πόσο κουτό ήταν να μην διακινδυνεύσω να μάθω κάτι τόσο απλό και συνάμα όμορφο παρά περίμενα έξωθεν βοήθεια από ανθρώπους που εύκολα αποθαρρύνονταν κι από έναν εαυτό που δύσκολα κι άκοπα τολμούσε. Εγώ κι ο φόβος μου λοιπόν!

Δε θυμάμαι πια τι σκεφτόμουν εκείνη την ώρα της θεαματικής μου πρώτης βουτιάς˙ θυμάμαι όμως καλά δυο πράγματα. Την απερίγραπτη ομορφιά από τέσσερα ιταλικά νεανικά χαμόγελα απλωμένα σε ένα πανέμορφο σικελικό παραθαλάσσιο χωριό και μια κραυγή αγάπης και σιγουριάς που συνόδευσε τα δυο δευτερόλεπτα από την απογείωσή ως τη βουτιά μου στη θάλασσα. Libertà o Morte κύριε… Libertà o Morte…

Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Υπόγειο σύμπαν

Ἄν ἄρχιζε ὁ Θεός μία μέρα νά μετράει ὅσα ἐφτίαξε,
ἄστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θά τελείωνε ἴσως κάποτε. Ἐγώ κάθομαι ἐδῶ, ὁλομόναχος,
μέσα σέ τοῦτο τό ὑγρό ὑπόγειο, ἔξω βρέχει,
καί μετράω τά >σφάλματα πού ἔκανα, τίς μάχες πού ἔδωσα,
τίς δίψες, τίς παραχωρήσεις,
μετράω τίς κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τίς καλοσύνες μου
συχνά ἐπηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
νά τελειώνω ― ἅ, ἐσεῖς,
ἐσεῖς ταπεινώσεις, ἁλτῆρες τῆς ψυχῆς μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αἰώνιε πόνε μου,
ὅλη ἡ δροσιά τοῦ μέλλοντος τραγουδάει μές στίς κλειδώσεις μου
τήν ἴδια ὥρα πού μου στρίβει τό λαρύγγι ἡ πείνα χιλιάδων
φτωχῶν προγόνων,
κι ὦ ἧττες, συντρόφισσές μου, πού μέσα σέ μία στιγμή
μέ λυτρώσατε ἀπ’ τούς αἰώνιους φόβους τῆς ἥττας.

Εἶμαι κι ἐγώ ἕνας Θεός μές στό δικό του σύμπαν, σέ τοῦτο
τό ὑγρό ὑπόγειο, ἔξω βρέχει,
ἕνα σύμπαν ἀνεξιχνίαστο κι ἀνεξάντλητο κι ἀπρόβλεπτο,
ἕνας Θεός καθόλου ἀθάνατος,
γι’ αὐτό καί τρέμοντας ἀπό ἕρωτα γιά κάθε συγκλονιστική
κι ἀνεπανάληπτη στιγμή του.

Από τα «Ποιήματα» του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Ραντεβού με μιαν άγνωστη

Τί θὰ φορᾷς συνεννόηση
νὰ σὲ γνωρίσω
ὥστε νὰ μὴ χαθοῦμε πάλι
μὲς στοὺς πολυπληθεῖς σῳσίες σου;

Από την «Εφηβεία της λήθης» της Κικής Δημουλά, εκδόσεις Ίκαρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Λόγος σκληρός: Κεφάλαια τοξικής θεολογίας

Ο «Λόγος σκληρός» είναι ένα βιβλίο για απαιτητικούς αναγνώστες. Όχι. Καλύτερα για αναγνώστες που αντέχουν στα δύσκολα μονοπάτια της Ανάγνωσης. Όπως κάθε τι δύσκολο όμως έτσι και τούτο το έργο κρύβει μονοπάτια εξαιρετικής ομορφιάς για ακριβά μάτια. Ας ξεκινήσουμε με τα απλά. Ο Δημήτρης Αρκάδας δεν χρειάζεται συστάσεις. Τα διαπιστευτήριά του τα έχει δώσει τόσο με τα εμπνευσμένα άρθρα του στο υπουργείο όσο και με την εν γένει παρουσία του στην πνευματική ωρίμανση πολλών από τις συζητήσεις που έγιναν εδώ. Ο Δημήτρης Μπεκριδάκης, παλιός συνδαιτυμόνας του πρώτου, συνοδεύει τη συγγραφική προσπάθεια που μας χάρισε ένα αντίδοτο στην θεολογική αφασία.

Γιατί μιλάμε για απαιτητικούς αναγνώστες; Αρχικά για να παρακολουθήσεις κάποια κεφάλαια πρέπει να έχεις ακουστά το κίνημα του Λετρισμού που εμφανίστηκε στη Γαλλία το 1940 και τον κυριότερο εκπρόσωπό του στην Ελλάδα, τον Ν. Λαπαθιώτη. Προσπαθώντας να βρείτε μια εύλογη σύνδεση με τα κεφάλαια του βιβλίου θα χαθείτε. Υπάρχουν γι’ αυτό στις σελίδες του ταξιδιωτικές οδηγίες και ανάλογες προειδοποιήσεις προς υπευθύνους. Όχι πως έτσι εξασφαλίζεται ένα ήρεμο αναγνωστικό ταξίδι, ίσα ίσα.

Για να παρακολουθήσει κανείς το περιεχόμενο χρειάζεται να διακινδυνεύσει πολλές από τις ασφάλειες του στην θεολογική βιβλιογραφία. Να θέσει πολλά ερωτήματα και να λάβει πολύ λίγες, αν όχι και καθόλου απαντήσεις. Χρειάζεται για παράδειγμα να συνδυάσει τον Μαρξ με τον ευαγγελιστή Μάρκο ή να τολμήσει να προσεγγίσει την έννοια των όρων «Καίσαρας» και «Θεός» σε συνάφεια με την τρέχουσα πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Οι προτάσεις της αυθεντικής απάντησης της Εκκλησίας «προς πάσας τας βασιλείας του κόσμου και την δόξαν αυτών» είναι, σύμφωνα με τους συγγραφείς προφητική και εσχατολογική και αναπτύσσεται με ένα εξαίρετο πάντρεμα λογοτεχνίας, θεολογίας και ποίησης στο δεύτερο μέρος του έργου. Εάν δεν προσφέρονταν αντίλυτρα από τις παγίδες της σύγχρονης θεολογικής σκέψης, ο λόγος θα παρέμενε φυλακή και για τούτο σκληρός ως βάσανο. Αντίθετα οι προτάσεις τοξικής θεολογίας προκαλούν ως τρόπος δραπέτευσης της σύνολης ύπαρξης, όχι μόνο της σκέψης, από την τοξική θεολογική πραγματικότητα. Δρόμος δύσκολος, επικίνδυνος αλλά σωτήριος.

Τελειώνοντας χρειάζεται να επισημάνω πως για την πληρέστερη παρακολούθηση του έργου, ο αναγνώστης θα πρέπει αν έχει δεχτεί εκ των προτέρων πως από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου θα χρειαστεί να εγκαταλείψει πολλές από τις επιστημονικές και θεολογικές του ασφάλειες, ίσως και στον κάλαθος των αχρήστων και ίσως για πάντα. Τα γραφόμενα λειτουργούν ως πρόκληση μετάνοιας, αλλαγής του νου σε αυτό που αποτελεί ή πρέπει να αποτελεί τον θεολογικό λόγο που υπάρχει και δρα ως πρόταση ελευθερίας και ανατροπής. Ο αναγνώστης μέσα σε λίγες σελίδες θα γεμίσει τις αποσκευές του με τόση εμπειρία εσχατολογικού προβληματισμού και βιοθεωρίας που πιθανότατα δεν έχει υποψιαστεί πως μπορεί να χωρέσει. Και μόνο για αυτό το τόλμημα, ο δύσκολος δρόμος αξίζει. Άλλωστε ένα ηλιοβασίλεμα απελευθερωμένης από ψέματα και λάθη κρίσης και στάσης ζωής, δεν δικαιολογεί μια σκληρή ανάβαση μεταξύ εγκατάλειψης και αυτομεμψίας;

Όσοι απαιτητικοί προσέλθετε…

Ο «Λόγος σκληρός» των Δημήτρη Αρκάδα και Δημήτρη Ι. Μπεκριδάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εξάντας
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Το εικόνισμα

Ἴσως κάτι πού μου ἀνήκει ἀνέκαθεν νά διεκδικῶ
Μπορεῖ καί ἁπλῶς μία θέση μές στά Ἐρχόμενα
Ποῦ εἶναι τό Ἴδιο• ἔνδυμα καμωμένο ἀπό φωτιά ψυχρή
Πράσινά του χαλκοῦ καί βυσσινιά βαθιά τῆς Παναγίας.

Στέκω μέ τό δεξί μου χέρι στήν καρδιά
Πίσω μου δυό ἤ τρία κηροπήγια
Τό μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στήν καταιγίδα
Τά Πέραν καί τά Μέλλοντα.

Από «Τα ελεγεία της Οξώπετρας» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Βιογραφία της φωτιάς μου

Θα ξεράσω είπε, τις ιδεολογίες. Ενίσχυσα την ευφυία μου με αισχρολογίες και προσευχές. Η καρδιά μου φλέγεται από τον έρωτα της ερήμου. Βρίσκομαι στην παράγραφο της φωτιάς.

Από την "Άκρα ταπείνωση" του Ματθαίου Μουντέ, εκδόσεις Καστανιώτη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Ένα νησί για όλες τις απαντήσεις

Ο Φιλάρετος ήταν τέσσερα χρόνια δόκιμος. Όχι ένα και δυο. Τέσσερα ολόκληρα χρόνια στο κοινόβιο της Παντοκράτορος στο Άγιον Όρος ασκήτευε στη μοναστική πολιτεία επιχειρώντας την εκπλήρωση της μεγαλύτερης συντριβής που είχε γνωρίσει έως τότε η ψυχή του, την γνωριμία του με τον Θεό. Εδώ και πέντε μήνες, στην αλλαγή του χρόνου ο ηγούμενος του είχε αναθέσει το διακόνημα του υποτακτικού στο γηροκομείο της Μονής. Τρία γεροντάκια όλα κι όλα, που δεν τα έπιανε το μάτι σου πως ήταν ανήμπορα να συγυρίσουν τον εαυτό τους, το πρόσωπό τους ήταν φωτεινό και πρόσχαρο όλη την ώρα παρά την ασθένεια που φιλοξενούσε σε τούτο το χαρούμενο πρόσωπο η ταλαιπωρημένη τους σάρκα.

Στην αρχή ο Φιλάρετος είχε εκφράσει τη δυσαρέσκειά του στον Γέροντα. Μα είναι δυνατόν αυτός, ένας ικανότατος ψάλτης, από τους λίγους στο Όρος, ακόμη θυμούνται το ψάλσιμό του στην αναστάσιμη πανήγυρη στη σκήτη του προφήτη Ηλία, ένας εξαίρετος γνώστης των θεολογικών σπουδών, ένας επιδέξιος τραπεζάρης τα τελευταία τρία χρόνια να καταλήξει στο γηροκομείο της Μονής; Τόσο λίγα περίμενε ο Γέροντας πια από αυτόν; Τέσσερα χρόνια δόκιμος κάτι τέτοιο φάνταζε στο μυαλό του μάλλον σαν πισωγύρισμα παρά σαν πρόοδος στην πνευματική ζωή. Μα δεν ήταν δυνατόν, έπρεπε πια να μιλήσει στον Γέροντα. Να του υποδείξει το λάθος του, να ηρεμήσει τους λογισμούς του, δεν είναι δυνατόν, ο Γέροντας κάποιο λάθος θα έκανε, κάτι άλλο θα είχε στο μυαλό του και μπερδεύτηκε τότε που ανακοίνωνε τα διακονήματα της νέας χρονιάς. Σήμερα κιόλας μετά το απόδειπνο θα ζητήσει να δει τον Γέροντα, να μιλήσει μαζί του, να τον ρωτήσει μήπως θέλει να διορθώσει το λάθος του, είναι δυνατόν να αδικείται τόσο κατάφωρα ένας τέτοιος ψάλτης, ένας τόσο ικανός τραπεζάρης στη φροντίδα τριών γερόντων.

- Φιλάρετε, Φιλάρετε έλα λίγο σε παρακαλώ.

Από το γωνιακό δωμάτιο ακούστηκε η φωνή του γεροΙακώβου. Ενός γέροντα από την Ήπειρο που ήρθε σε μεγάλη ηλικία, μετά τα σαράντα στο μοναστήρι και συμπλήρωσε ήδη άλλα τόσα κλεισμένος στα τείχη του μεγάλου μοναστηριού, χωρίς να χρειαστεί να βγει ποτέ πια από το Όρος, ούτε για γιατρό, ούτε κι όταν πέθαναν κάποια συγγενικά πρόσωπα της οικογένειά του. Η οικογένειά του τώρα, έλεγε, ήταν αυτή, δεν ήθελε να βγει έξω, δεν τολμούσε, φοβόταν, ποιος ξέρει, μόνο αυτός κι οι δυο γέροντες που γνώρισε στη μοναστική του ζωή, αυτοί ήξεραν γιατί αυτό το λιγνό γεροντάκι δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ τα αγιορείτικα σύνορα.

- Φαίνεται καθαρά η Θάσος παιδί μου;

Ο δόκιμος έστρεψε το βλέμμα του στο παράθυρο προσπαθώντας να διακρίνει τη γραμμή του νησιού στον ορίζοντα. Μα ναι, ο ουρανός ήταν ξάστερος, θρέμμα μιας θαυμάσιας μαγιάτικης μέρας, ναι το δίχως άλλο η Θάσος φαίνονταν μια χαρά. Κουνώντας ελαφρά το κεφάλι έδειξε την κατάφασή του στον κατάκοιτο γέροντα.

- Τίποτε άλλο; Θες να φέρω τη σούπα σου να φας τώρα και να ξεκουραστείς;

- Τίποτε άλλο παιδί μου, αρκεί που φαίνεται το νησί. Αρκεί που όλα είναι καθαρά και ξάστερα. Δε θέλω τίποτε άλλο, πήγαινε στην ευχή του Θεού, σ’ ευχαριστώ.

- Μα καλά γεροΙάκωβε για αυτό με κάλεσες; Να με ρωτήσεις για το αν φαίνεται ένα νησί;

- Για τι άλλο παιδί μου; Όλα τα άλλα τα έχω λυμένα. Δεν υπάρχουν ερωτήσεις σε αυτό τον κόσμο γιε μου, είσαι μικρός ακόμη αλλά θα καταλάβεις.

- Δεν υπάρχουν ερωτήσεις; Ο δόκιμος τέντωσε το κορμί του έκπληκτος. Είναι δυνατόν; Όλα μπορούσε να τα συγχωρέσει σε τούτο το διακόνημα και καθημερινά έκανε τεράστιες θυσίες στην υπομονή και στην άσκησή του μα τούτο δίχως άλλο ήταν μια ξεκάθαρη πρόκληση του πειρασμού. Ο νέος ήταν βέβαιος, έτσι τουλάχιστον ήξερε από τους άλλου πατέρες, πως ο γεροΙάκωβος δεν είχε τελειώσει καν το Γυμνάσιο. Είναι ποτέ δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να τα ξέρει όλα; Να μην έχει ερωτήματα; Μικρά έστω; Τόσο οίηση; Τόση έπαρση πια; Άκου: όλα τα άλλα τα έχω λυμένα! Τι θα έλεγε γι’ αυτόν ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης; Πού θα τον κατέτασσε; Σίγουρα στα τελευταία σκαλιά της ουρανοδρόμου κλίμακας. Μα όχι αυτός ο δύστυχος γεράκος είναι κοντά στον τερματισμό της επίγειας ζωής του, πρέπει να πάει έτοιμος στην θύρα της άλλης ζωής, όχι με τόση έπαρση, όχι με τόσο κομπασμό, τι μπελάδες είναι αυτοί που ξετυλίγονται στο μυαλό του νεαρού διακονητή; Λες γι’ αυτό ο Γέροντας να τον τοποθέτησε εδώ σε τούτη τη γωνιά του Μοναστηριού για να ετοιμάζει με την παιδεία του τους απαίδευτους γέροντες της Μονής για το πέρασμά τους στην άλλη ζωή; Μα ναι, το δίχως άλλο αυτή είναι η μεγάλη του πρόκληση, η ευκαιρία να αποδείξει στον Γέροντα πως είναι έτοιμος πια να φορέσει το σχήμα του μοναχού, να συγκαταλεχθεί κι αυτός στη μεγάλη χορεία των μοναχών που αφιέρωσαν τη ζωή τους σε τούτο τον αγιασμένο παραθαλάσσιο βράχο.

- Την ευχή σου γέροντα μα είναι δυνατόν να μην έχεις ερωτήματα; Να τα ξέρεις όλα και να ρωτάς μόνο για το αν φαίνεται ένα νησί στον ορίζοντα; Είναι δυνατόν; Αυτό το ξέρει κι ένα μικρό παιδί, το βλέπει, το καταλαβαίνει. Κι εσύ εάν ήσουν υγιής και σηκωνόσουν όρθιος θα μπορούσες να διακρίνεις τη γραμμή της Θάσου στον ορίζοντα. Τα άλλα δηλαδή τα ξέρεις όλα;

- Όχι. Ίσα ίσα που αυτά που ξέρω είναι λίγα, πολύ λίγα. Πώς φτιάχνεται ένα αμάξι για παράδειγμα, αυτό το ξέρω καλά, αυτή τη δουλειά έκανα έξω στον κόσμο.

- Μα αυτό είναι κάτι ελάχιστο που το ξέρει ο καθένας. Υπάρχουν όμως χιλιάδες πράγματα για τα οποία πρέπει να ρωτάς.

- Όπως για παράδειγμα;

- Ο δόκιμος έγειρε λίγο το κεφάλι του κατά τον ανοιχτό ορίζοντα. Τι απλόχερα ήταν απλωμένο τούτο το μπλε στον ουρανό στη φύση στη θάλασσα στα μάτια του, στο βλέμμα του. Σπάταλος ο Θεός για να κρύβεται, δίκιο είχε ο ποιητής.

- Πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος, οι μοναχοί για να κληρονομήσουν την αιώνια Βασιλεία, οι σύζυγοι για να έχουν μια ολοκληρωμένη συζυγική ζωή, ο καθένας για να βρει την ευτυχία. Αυτά δεν είναι κορυφαία ερωτήματα;

Ο ξαπλωμένος γέροντας έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να χαμογελάσει ευγενικά, συγκρατώντας περισσότερο την έκπληξη του σε κάτι που του ακούστηκε τόσο άξιο γέλιου. Έπρεπε όμως να συγκρατηθεί. Ίσως και η ασθένειά του να μην του επέτρεπε να είναι τόσο εκδηλωτικός με τις κινήσεις του προσώπου του.

- Καλό μου παιδί. Δεν σε παρεξηγώ. Είσαι πολύ μικρός ακόμη. Αυτά που λες όμως δεν είναι ερωτήματα. Ή αν θες καλύτερα δεν είναι ερωτήματα που μπορούν να απασχολούν κάποιον σώφρονα άνθρωπο. Είναι… να πώς να το πω; Έτσι απλά για να περνά η ώρα.

Το βλέμμα του συνομιλητή σκοτείνιασε. Ανάξιο λόγου να ρωτά κανείς πώς να ζει για να ζει ολοκληρωμένα να κυνηγήσει την ευτυχία, τη Βασιλεία του Θεού; Μάλλον τούτος ο γέροντας δεν έχει υπόψη του τις σπουδές, την εμβρίθεια, τις θεολογικές ανησυχίες τούτου του νεαρού φιλοπρόοδου καλόγερου. Η καταιγίδα στο βλέμμα, απλώθηκε στο πρόσωπο, απλώθηκε στο κορμί, τρύπωσε με μια απότομη κι έντονη κίνηση βαθιά και σκοτείνιασε με μιας την ψυχή του Φιλάρετου. Αλλά βέβαια πώς να γίνει αλλιώς, να προσποιείται τον αδιάφορο όταν ένας άλλος μοναχός δηλώνει αδιαφορία για τις ανησυχίες των συνανθρώπων του ασφαλισμένος σε μια εγωιστική διατύπωση πως γνωρίζει ήδη τα πάντα; Και από την άλλη είναι λογικό ένας άνθρωπος του Θεού, έτσι δεν λένε οι πολλοί για τους μοναχούς, να μην ενδιαφέρεται για την προσέγγιση του Θεού, την ολοκληρωμένη πρόταση που ως επίγεια ευτυχία καταθέτει η διδασκαλία του Κυρίου στον σύγχρονο άνθρωπο;

- Μη σκοτεινιάζεις Φιλάρετε, έτσι είναι. Θα περάσει λίγο ο καιρός και θα δεις κι εσύ. Αυτό που λες ευτυχία είναι απλά μια λέξη, ένα λιμάνι σε ένα ταξίδι δίχως τέλος, κάτι που οι άνθρωποι θέλουν να κυνηγούν για να ξεχνούν την αγωνία από τις ευθύνες της ζωής τους, τίποτε άλλο. Για εμάς τους ανθρώπους αυτή η ζωή είναι ένα άθλημα, μια δοκιμασία με αμέτρητες δυσκολίες και σπάνιες χαρές. Σπάνιες και για τούτο πολύτιμες κι ανεκτίμητες.

- Κι αν είναι έτσι, ο άνθρωπος δεν έχει ερωτήματα; Δεν πρέπει να τον ενδιαφέρει τίποτα; Τα ξέρει όλα ή πρέπει να είναι αδιάφορος;

- Κάπως έτσι. Ένα μόνο ερώτημα υπάρχει παιδί μου. Ένα μόνο. Κι από την απάντηση που δίνει ο καθένας μας καταλαβαίνεις τι ζωή περνά.

Ο νεαρός μοναχός άνοιξε τα μάτια με έκπληξη! Ένα; Μόνο ένα ερώτημα; Μόνο ένα το ερώτημα; Και αυτός τότε γιατί κοπιάζει μια ζωή; Γιατί εάν τα πράγματα είναι τόσο απλά που καθορίζονται από μια απάντηση ο Γέροντάς του τον υποβάλλει σε τόσες καθημερινές δοκιμασίες; Μα είναι στ’ αλήθεια ξεκάθαρο˙ τούτο το γεροντάκι έχει απωλέσει και την τελευταία στάλα λογικής και ορθής κρίσης, η αρρώστια του έχει καταβάλει και το μυαλό του.

- Δε θες να μάθεις την ερώτηση;

Ο Φιλάρετος έστρεψε γρήγορα την πλάτη ανοίγοντας το βήμα του προς την έξοδο.

- Όχι γεροΙάκωβε, δε χρειάζεται˙ λοιπόν η Θάσος είναι στη θέση της, φαίνεται μια χαρά, ο ουρανός είναι καταγάλανος όπως κι η θάλασσα, λοιπόν εάν θες κάτι άλλο, όποτε θες τη σούπα σου κάλεσέ με, την ευχή σου…

- Υπάρχει Θεός; Αυτό είναι το ερώτημα παιδί μου, στο καλό, η Παναγία μαζί σου…

Το κορμί του νέου πάγωσε με τον μοναδικό τρόπο που οι ήχοι κάποιων λέξεων έχουν την ικανότητα να αδρανοποιούν αυτόν που δεν είναι υποψιασμένος πως μπορεί να τις ακούσει. Το χέρι του έμεινε καρφωμένο στο ξύλινο δοκάρι της πόρτας. Γύρισε απλά το βλέμμα στο μέρος από όπου ακούστηκε το ένα και μόνο ερώτημα του κόσμου. Αν υπάρχει Θεός! Να το ρωτά ένας μοναχός και μάλιστα ένας υπερήλικας μεγαλόσχημος μοναχός λίγο πριν εκδημήσει εις Κύριον, μα στ’ αλήθεια τι έκανε όλα αυτά τα χρόνια σε τούτα τα βράχια αυτό το φιλήσυχο γεροντάκι; Αν υπάρχει Θεός; Αυτό είναι το ερώτημα; Είναι δυνατόν;

- Το ξέρω πως σου φαίνεται παιδιάστικη η διατύπωσή του όμως στα αλήθεια καλέ μου Φιλάρετε όλη η ανθρώπινη περιπέτειά μας σε τούτο τον κόσμο δεν είναι τίποτε άλλο από την αντανάκλαση της απάντησης που δίνουμε σε τούτο το απλό ερώτημα. Αν και πόσο πιστεύεις.

- Μα εδώ στο μοναστήρι δεν υπάρχει κανείς που να μην πιστεύει, ή τουλάχιστον δεν πρέπει να υπάρχει. Ο δόκιμος έστρεψε το κορμί στο παράθυρο και πλησίασε με βήματα αργά το κρεβάτι του συνομιλητή του.

- Φιλάρετε, από τη στιγμή που ο καθένας μας μαθαίνει τον εαυτό του καλείται να δώσει μια τίμια απάντηση στο μεγάλο ερώτημα. Εάν υπάρχει Θεός του αξίζουν τα πάντα, εάν όχι μπορεί να ζήσει όπως θέλει.

- Κι αν υπάρχει Θεός δε ζει όπως θέλει; Η ελευθερία μας; - Μπορεί να ζήσει όπως θέλει, το μυστικό αυτής τη ζωής είναι τούτο: ζήσε όπως θες, αρκεί να ξέρει πως ό,τι κι αν κάνεις είσαι μες στη χούφτα του Θεού.

- Αν πιστεύω στον Θεό.

- Βέβαια. Εάν πιστεύεις στον Θεό.

- Κι αν όχι; Εάν πως θα ζω όπως θέλω και δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχει Θεός;

- Δεν αλλάζει κάτι, ζήσε όπως θες δίχως να σε ενδιαφέρει για το εάν υπάρχει Θεός.

- Και τι είδους σχέση τότε έχω; Εάν δεν τον αγαπώ, δεν ενδιαφέρομαι γι αυτόν;

- Δεν πειράζει παιδί μου, αρκεί που σε αγαπά Αυτός. Δε πειράζει που δεν τον αγαπάς και δεν ξέρεις τίποτα για Αυτόν, σημασία έχει πως σε αγαπά Αυτός και ξέρει τα πάντα για σένα.

Ο μαθητής της μοναστικής πολιτείας πλησίασε το κρεβάτι του ηλικιωμένου μεγαλόσχημου, έσυρε ένα μικρό ξύλινο καρεκλάκι που βρίσκονταν δίπλα και κάθισε πιο κοντά του, γέρνοντας το πρόσωπο στο μέρος του σαν να συνομιλούσαν κρυφά.

- Κι έπειτα κοίτα πόσο απλά τα κάνει ο Θεός με την αγάπη του τα πράγματα για εμάς. Σου λέει κάνε ό,τι θες, ό,τι θες το ακούς; Αρκεί να ξέρεις πως υπάρχω και είμαι δίπλα σου κάθε φορά που χάνεις τον προορισμό σου ή αστοχείς.

- Κι αρκεί αυτό; Και να αμαρτήσω είμαι ελεύθερος από τον Θεό;

- Προπάντων αυτό. Θυμήσου Φιλάρετε πως μια στιγμή μετάνοιας μπορεί να νικήσει μια ζωή αμαρτίας. Αρκεί να θυμηθείς την κατάλληλη στιγμή πού βρίσκεσαι.

- Στην χούφτα του Θεού…

- Στην χούφτα του Θεού, ακριβώς!

- Μα πώς να το ξέρω; Γνωρίζεται αυτό;

Ο γέροντας χαμογέλασε με μια γλυκύτητα που συμπύκνωνε μια βεβαιωμένη εμπειρία χτισμένη με το βάρος των χρόνων στις πλάτες του.

- Υπάρχει κάτι ανώτερο από τη γνώση παιδί μου. Λέγεται πίστη. Με τη γνώση απλά μαθαίνεις κάτι που μπορεί να μαθευτεί, κάτι που έχει όρια, με τη πίστη το ξεπερνάς, ζεις το θαύμα κατάσαρκα, τον Θεό μέσα σου, όπως το καταλαβαίνει κανείς αυτό…

- Τον Θεό μέσα σου…

Ο νεαρός δόκιμος σηκώθηκε αργά από το καρεκλάκι. Η σιωπή υποδέχτηκε τα γλυκά χρώματα από το ηλιοβασίλεμα που έσταξαν στον καθαρό ουρανό. Τα βλέμματα των δυο αντρών συναντήθηκαν σαν αγκαλιά και σαν ευχαριστία κάπου στο κέντρο του δωματίου. Το δείλι αποκαθήλωνε σιγά σιγά όλα τα περιττά από τούτες τις στιγμές.

- Λυπάμαι τους επιστήμονες, είπε ο δόκιμος τραβώντας κατά την έξοδο. Αφιερώνουν μια ζωή για να μάθουν κάτι που υπάρχει ήδη. Το θαύμα όμως ξεκινά με μια απάντηση, μόνο μια…

- Έτσι είναι παιδί μου, δεν υπάρχουν ερωτήσεις σε αυτή τη ζωή. Μόνο ένα είναι το ερώτημα. Μόνο ένα…

Τα βήματα του μικρού καλόγερου έσυραν τις σκέψεις του ως την πόρτα. Ξανάβαλε το χέρι του στο ξύλινο δοκάρι μα αυτή τη φορά όχι από έκπληξη, δεν είχε πια απορίες, δεν υπήρχαν απορίες, όλα είχαν τακτοποιηθεί τόσο όμορφα και γαλήνια μέσα και γύρω του. Ούτε ερωτήματα στον Γέροντα, ούτε στον εαυτό του, καμία απορία να λυθεί, κανένα ζήτημα αξεδιάλυτο. Όλα στη θέση τους, για το χατίρι μιας και μόνο απάντησης που έκανε κάθε ερωτηματικό κάτι παντελώς άγνωστο από τη γραμματική των ανθρώπινων ανησυχιών. Όλα είναι στη θέση τους, όπως πρέπει να γίνονται, με τη σοφία που η ίδια η ζωή τα στολίζει.

- Την ευχή σου γέροντα! Η Θάσος φαίνεται πεντακάθαρα…

- Του Κυρίου παιδί μου, αυτό αρκεί, δόξα τω Θεώ… αυτό αρκεί…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Η δύσκολη επιστήμη του «ζειν»

Ν΄ ἀγκαλιάζεις ἕνα σῶμα γυναίκας εἶναι τό ἴδιο σάν νά σφίγγεις ἐπάνω σου τήν παράδοξη ἐκείνη χαρά πού νιώθεις κάποτε νά κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό πρός τή θάλασσα.

Σέ λιγάκι, ὅταν ἡ στιγμή φτάσει νά πέσω καί νά κυλιστῶ μές στίς ἀγριομέντες ὅσο πού νά ποτίσει τό κορμί μου ἀπό τήν εὐωδιά τους, ξέρω πώς θά ΄χῶ τή συναίσθηση- κι ἄς μ΄ ἔχουν μάθει ἀλλιῶς- ὅτι πραγματώνω μιάν ἀλήθεια˙ τήν ἀλήθεια τοῦ ἥλιου, πού μέλλει νά ΄ναί καί ἡ ἀλήθεια τοῦ θανάτου μου. Ἐπειδή, ἀπό μιάν ἄποψη, παίζεται ἡ ζωή μου ἐδῶ πέρα˙ μία ζωή μέ τή γεύση τῆς πυρωμένης πέτρας, γιομάτη ἀπό τίς φωνές τῆς θάλασσας καί τῶν τζιτζικιῶν πού ἀρχινᾶν κιόλας τό τραγούδι τους. Φυσάει ὁ μπάτης ὅλος δροσιά κι ὁ οὐρανός εἶναι καταγάλανος. Δίνομαι σέ μία τέτοια ζωή μ΄ἀληθινόν ἔρωτα κι ἀποζητάω ἐντελῶς ἐλεύθερα νά προσδιορίσω τί μέ κάνει νά αἰσθάνομαι: ναί, μέ κάνει περήφανο νά νιώθω ἄνθρωπος.

Ἄς πά΄ νά λένε γύρω ὁλοένα: «Μπά, μήν κάνεις ἔτσι, δέν ὑπάρχει δά καί κανένας λόγος». Ὄχι, ὄχι, ἀπεναντίας, ὑπάρχει. Αὐτός ὁ ἥλιος κι αὐτή ἡ θάλασσα, ἡ καρδιά μου, ὅλο νεότητα, πού σκιρτάει τό κορμί μου τό ἁρμυρισμένο κι ἡ ἅπλα ἡ ἀπέραντη ὡς πέρα, ὅπου αὐτό πού λέμε τρυφεράδα κι αὐτό πού λέμε δόξα συνυπάρχουνε μέσα στό μπλέ καί στό κίτρινο˙ ναί ˙ γιά τήν κατάκτησή τους ἀξίζει νά βάλω μπροστά κάθε μέσο πού διαθέτω, κάθε μου δύναμη. Ἀπό μέσα τούς βγαίνω ἀκέραιος, ἄθικτος, οὔτ΄ ἕνα μόριο τοῦ ἑαυτοῦ μου δέν πάει χαμένο, καμιά προσωπίδα δέ μου χρειάζεται. Τό πᾶν εἶναι ὑπομονετικά νά μυηθῶ στή δύσκολη ἐπιστήμη τοῦ «ζείν», πού μπροστά τῆς ὅλα τ΄ ἄλλα δέν σημαίνουν τίποτε.

Από το «Εν λευκώ» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Ο αληθινός έρωτας

Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια τῆς ἀναπνοῆς σου ἀκόμη / Πᾶνε κι ἔρχονται πάνω στήν πέτρα καί τίς νύχτες παίζουνε φεγγάρι / Ἀλλ' ἐκεῖνος πού σάν γλύπτης ἥχων μουσική ἀπό μακρινούς / ἀστερισμούς συνθέτει / Νύχτα μέρα ἐργάζεται. Καί τί ντό φαιά καί τί σόλ ἰώδη ἀνεβαίνουν / Στόν ἀέρα. Ποῦ κι οἱ βράχοι πιό ἱερεῖς τέτοιο κλάμα τό / εὐλαβοῦνται. / Καί τά δέντρα πιό πουλιά συλλαβές ὀμορφιᾶς ἀνερμήνευτης / Ὁμολογοῦν. Ὅτι ὁ ἔρωτας δέν εἶναι αὐτό πού ξέρουμε μήτε αὐτό / πού οἱ μάγοι διατείνονται. / Ἀλλά ζωή δεύτερη ἀτραυμάτιστη στόν αἰώνα.

Από τα «Ελεγεία της Οξώπετρας» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Μάνος Χατζιδάκις: ένας αστροναύτης ανάμεσά μας


Προέλευση: www.huffingtonpost.gr

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι 23 ετών. Το θέατρο Μουσούρη στην πλατεία Καρύτση λέγεται τότε θέατρο «Αλίκη», ανήκει στην Αλίκη Θεοδωρίδου και παραχωρείται στα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο στον Κάρολο Κουν και στο νεαρό ακόμη Θέατρο Τέχνης του. Η μεγάλη επιτυχία της μουσικής του Μάνου για το «Ματωμένο Γάμο» του Κουν συζητιέται σ' όλη την Αθήνα. Πολλοί μιλούν ήδη με ένα μείγμα ενόχλησης και θαυμασμού για τον λεπτό τρόπο με τον οποίο έχουν διεισδύσει μέσα στις μελωδίες του έργου δύο τραγούδια του Τσιτσάνη -το «Μπαξέ Τσιφλίκι» και η «Αρχόντισσα». Ο Τσιτσάνης δεν είναι τότε το ιερό τέρας το σημερινό, σχεδόν δε μπορείς να πεις χωρίς ντροπή τη λέξη «συνθέτης» δίπλα στο όνομά του. Ιδιαιτέρως δε μπροστά σε ένα ακροατήριο αστών ή νεαρών αριστερών διανοουμένων, που -για τους δικούς της λόγους η κάθε πλευρά- συνδυάζουν το λαϊκό τραγούδι με μιαν ανεπιθύμητη παρακμή. Ο κόσμος λοιπόν που είχε την περιέργεια να ακούσει το νεαρό σ' αυτήν την διάλεξη της 31ης Ιανουαρίου 1949 για το Ρεμπέτικο είναι πολύς και το θέατρο γεμίζει ασφυκτικά. Τότε ο Μάνος Χατζιδάκις ανάμεσα στ' άλλα λέει και τα εξής:

«Η εποχή μας δεν είναι ούτε ηρωική ούτε επική και το τελείωμα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου άφησε σχεδόν όλα τα προβλήματα άλυτα και μετέωρα. Τα μετέωρα αυτά προβλήματα δημιουργούν περιφερόμενα ερωτηματικά που δεν περιορίζονται φυσικά μόνο στον τομέα της πολιτικής και της κοινωνιολογίας μα εξαπλώνονται με την ίδια δύναμη και στη φιλοσοφία και την τέχνη, ακόμη και στην πιο καθημερινή στιγμή τ΄ ανθρώπου. Ο τόπος μας επιπλέον εξακολουθεί, σχεδόν δίχως διακοπή, ένα πόλεμο με επιμονή και με πίστη για την τελική νίκη, μα πάντα και ιδιαίτερα σήμερα, κοπιαστικό και οδυνηρό. Σκεφθείτε τώρα κάτω απ΄ αυτές τις αδυσώπητες συνθήκες την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας - παρθενική, γιατί τα εκατό χρόνια μόνον ελεύθερης ζωής δεν ήσαν ικανά ούτε να την ωριμάσουν ούτε και ν΄ αφήσουν περιθώριο για να ριζωθούν τα τελευταία ευρωπαϊκά ρεύματα.

Φανταστείτε λοιπόν αυτή τη στοιβαγμένη ζωτικότητα και ωραιότητα συνάμα ενός λαού σαν του δικού μας, να ζητά διέξοδο, έκφραση, επαφή με τον έξω κόσμο και να αντιμετωπίζει όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω σαν κύρια γνωρίσματα της εποχής, κι ακόμη τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες του τόπου μας. Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από ΄δω πηγάζει η θεματολογία του.»


Πολύ αργότερα κι ενώ το σκάνδαλο που προκαλεί στους Αθηναίους η διάλεξη αυτή έχει γίνει κοινός τόπος (όλοι πια οι συνθέτες, από τους φανατικούς αριστερούς συμφωνιστές του '49 μέχρι τους συντηρητικούς δημιουργούς τανγκό και σουίνγκ της δεκαετίας του '50 γράφουν λαϊκότροπα τραγούδια, άλλοι με ιδεολογικό και άλλοι με εμπορικό πρόσχημα), ο Μάνος Χατζιδάκις είναι πάλι μόνος του-και κάπου αλλού. Είναι στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη, ζει απέναντι ακριβώς από το Κάρνεγκι Χολ, ακούει αποκλειστικά δίσκους νεαρών μουσικών της ψυχεδελικής ροκ και βλέπει στους κινηματογράφους του Μανχάταν το «Μπλόου Απ», το «Σατυρικόν», το «Θεώρημα», τον «Καουμπόϋ του μεσονυκτίου».

Σε ένα γράμμα του στις 21 Ιουλίου του 1968 προς τον φίλο του νεαρό σκηνοθέτη Δημήτρη Βερνίκο στην Ελλάδα, λέει μεταξύ άλλων τα εξής:

« Ετούτη τη στιγμή είμαι βαθύτερα Έλληνας από κάθε άλλη φορά. Κι όταν λέω Έλληνας εννοώ στο σώμα μου, στη σκέψη μου, στο αίσθημά μου. Και για να γίνω τέτοιος Έλληνας, προετοιμάστηκα χρόνια και χρόνια μες στον τόπο μου. Κι έγινα 42 χρονών. (Που έπρεπε να διαλέξω ή να γίνω μεγάλος ή να συνεχίσω νέος. Που σημαίνει ανασφάλεια, επαναστατικότητα, αναρχισμό, πλάτος στον ορίζοντα και βάθος στο αίσθημα. Τα πάντα μέχρι θανάτου). Η λειτουργία όμως αυτής της τόσον απαιτητικής νεότητος με κανένα τρόπο δεν μπορεί να υπάρξει στον σημερινό Ελληνικό χώρο. Μοιάζω με τον Αστροναύτη που βρίσκεται εκατομμύρια μίλια μακριά απ' τη γη. Και γνωρίζεις πως η πιο επικίνδυνη αρρώστεια για έναν αστροναύτη, είναι η νοσταλγία. Μπορεί να χάσει το λογικό του και να πεθάνει. Μα σαν αντιδράσει και ανθέξει, τότες νίκησε και θετικά θα επιστρέψει στη γη. Κινδύνευα -στον πατρικό μου χώρο- να γίνω τρελλός ή σιωπηλός. Γιατί για μένα, που παραμένω πάντα ένας ευαίσθητος δέκτης της κάθε χρονικής στιγμής, είχεν παρέλθει οριστικά η εποχή του Ρεμπέτικου, των "Εξι λαϊκών ζωγραφιών", "Του Φιδιού", της "Ερημιάς" και της "Οδού Ονείρων". Κι ας τ' αναμασάν σήμερα τόσοι και τόσοι, και θα τ' αναμασήσουν για πολλά χρόνια ακόμη. Κι εφόσον δεν γεννήθηκα "ακαδημαϊκός", που σημαίνει να περιβληθώ τον μανδύα του ιστορικού μου έργου και να ζήσω "εν ειρήνη" τον θαυμάσιο βίον μου, απολαμβάνοντας τιμές και σεβασμό, εφόσον λοιπόν γεννήθηκα επαναστάτης, πρέπει να βρω τον τρόπο να συνεχίσω να υπάρχω τέτοιος, ίσαμε να πεθάνω... Και κάτι τρελλό. Έχω την εντύπωση πως από δω και μπρος θα πρέπει οι εμπειρίες μου να προέρχονται από την μελλοντική μου ζωή κι όχι από αυτήν που πέρασε. Θα μου πεις βέβαια, μα και η λέξη εμπειρία, περιέχει αυτό που πέρασε. Αρκεί -σ' απαντώ- ν' αντικαταστήσουμε την προηγούμενη πράξη με την επιθυμητή. Η εμπειρία ν' αποκτήσει την έννοια της αποκάλυψης. Να γνωρίζουμε αυτό που επιθυμούμε να κάμουμε κι από κει ν' αντλούμε χαρακτήρα, κι όχι απ' ό,τι πράξαμε. Να ένας νόμος που θα πρέπει να ψηφίσουμε, κι οι δυό για μας και για το περιβάλλον μας.»

Ανάμεσα σ' αυτά τα δυο αποσπάσματα κρύβεται το κλειδί για ν' απολαύσετε για πρώτη ή για πολλοστή φορά το έργο του Χατζιδάκι. Ο τραυματισμένος από την Κατοχή και τον Εμφύλιο νέος, που θεραπεύεται απ' την ταπεινότητα και τον ερωτισμό του μπουζουκιού και ο ελεύθερος από οποιαδήποτε ετικέτα επαναστατημένος άνθρωπος, έτοιμος για το ταξίδι στο άστρο της επιθυμητής ζωής, όχι της παρελθοντικής. Μέχρι ο ένας να συναντηθεί με τον άλλο μέσα μας σ' αυτήν τη νεοκατοχική-νεοεμφυλιακή περίοδο που ζούμε και μέχρι να βρούμε κι εμείς τη δύναμη για μια προσωπικά κατακτημένη ελευθερία, ας ξανασυναντήσουμε τη Μελισσάνθη, τη Μάγδα, τη Μαριάνθη των Ανέμων κι όλα τ' άλλα χαμένα κορίτσια της Μυθολογίας του, ας βρούμε το νήμα που ενώνει τον Αριστοφάνη και τη Μήδεια με το μπαρόκ της Κρήτης και όλ' αυτά με τη μεσοπολεμική παρακμή και με τους μύθους των επαναστάσεων του 20ού αιώνα.

Εκείνος άφησε τα ίχνη του ταξιδιού του για μας. Εμείς οφείλουμε να το συνεχίσουμε. Κι όχι μόνο αναπαράγοντας τσιτάτα και κείμενά του στο facebook, για να στηρίξουμε την όποια βέβαιη -και αφόρητα τεμπέλικη- ιδεολογία μας. Κυρίως, ακούγοντας προσεκτικά τη μουσική του και απαντώντας στους γρίφους της. Μέσα στη μουσική του υπάρχει ένα συγκεκριμένο μέρος -δεν σας λέω ποιο- που όταν το φτάσεις ή θα φοβηθείς και θα γυρίσεις πίσω τρέχοντας ή θα γίνεις ένας ελεύθερος άνθρωπος-για πάντα. Ζηλεύω αυτούς που θα βρεθούν σήμερα ανυποψίαστοι για πρώτη φορά σ' εκείνο το μέρος. Μ' αυτούς τους συγκεκριμένους είναι σίγουρο πως θα συναντηθούμε κάποια μέρα τυχαία στο δρόμο. Και θα αναγνωριστούμε.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Τυχαία συνάντηση

Λες κι η συνάντηση με κάποια πλάσματα είναι μια απλή προσπέραση. Λίγο εύκολη,
λίγο δύσκολη, λίγο τυχαία. Λες και τούτα τα πλάσματα δεν μας μεταμόρφωσαν
στο εξής και για πάντοτε σε κάτι άλλο. Λες και αυτό το άλλο, τώρα που έμαθε,
μπορεί ν' αντέξει στη στέρηση ή να επιστρέψει σε κείνο που πριν, ανίδεο, ήταν.

Από την «Κραταιά αγάπη» της Μάρως Βαμβουνάκη, εκδόσεις Φιλιππότη.
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Νάντια

Διαβάζοντας Μπρετόν είναι σαν να ανακαλύπτεις τον κόσμο από την αρχή. Σαν να ιχνηλατείς τα ερείπια εκείνα των συναισθημάτων που έκαναν τον Ελύτη να ξεθάψει από τον άγιο Συμεών την έκφραση του αναπαρθενευμένου κόσμου. Διάβασα ξανά και ξανά τη Νάντια του Μπρετόν, κυρίως λόγω της εκκωφαντικής εντύπωσης που μου προκάλεσε η ανάγνωση του τρελού έρωτα. Στην αρχή σημείωνα εκφράσεις και λέξεις, έπειτα κατάλαβα πως κάτι τέτοιο αθ ήταν μάταιο έπρεπε να σημειώσω όλο το βιβλίο. Ο Μπρετόν δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να γράφει την πραγματικότητα που έβλεπε με τα δικά του μάτια. Κι αυτό ζήλεψα. Εάν ένας τέτοιος κόσμος είναι υπαρκτός σε ανθρώπους σαν κι αυτόν έχουμε ευθύνη να πλησιάσουμε την ευαισθησία του, να μας δοθεί ως χάρισμα η ικανότητα να δούμε τα πάντα για μια στιγμή με τα δικά του μάτια.

Η Νάντια είναι ακριβώς ένα τέτοιο έργο που για τον ίδιο χωρά σε ένα κίνημα με το όνομα σουρεαλισμός. Η ηρωίδα του ωστόσο δεν είναι τίποτε άλλο από την περιπλάνηση της ίδιας της νιότης στο Παρίσι. Ο συγγραφέας ξεχωρίζει το όνομα της ηρωίδας του επειδή Νάντια στα ρωσικά είναι η αρχή της λέξης ελπίδα, και επειδή δεν είναι παρά μόνο η αρχή της. Η Νάντια γίνεται αποκάλυψη και η ιστορία ξεκινά. Ο χρόνος γίνεται δρόμος που τον περπατάς μαζί με τη Νάντια, μαζί με τον Μπρετόν, συνομιλείς μαζί τους, θαυμάζεις, χαμογελάς, ονειροπολείς, θυμάσαι, δακρύζεις, νοσταλγείς. Όταν η περιπλάνηση στα στενά του Παρισιού κοντεύει στο τέλος της αντιλαμβάνεσαι ένδακρυς από το βάρος μιας πανίσχυρης συγκίνησης πως σε τούτη τη βόλτα από έναν προορισμό με μια όμορφη κοπέλα έφτασες στα έγκατα της ίδιας της ψυχής σου. Το βλέμμα εκεί δεν μπορεί παρά αν είναι κρυστάλλινο, δώρο μιας άπεφθης καθαρότητας που δεν χαρίζεται εύκολα στους ανθρώπους. Τρέμεις μη τη χάσεις αλλά η Νάντια το λέει καλύτερα σφίγγοντάς μου τις παλάμες: «Η ομορφιά θα είναι σπασμωδική ή δε θα είναι».

Η «Νάντια» του Αντρέ Μπρετόν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ύψιλον
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Δικαιοσύνη

Θα 'δινα ένα βασίλειο για μια παιδική νύχτα.

Από τη "Δύναμη των λέξεων" του Τάσου Λειβαδίτη, εκδόσεις Κέδρος Ολόκληρη η ανάρτηση...

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Ανέστιοι καθηγητές

Ἕνας κύριος πού ἀπό καθέδρας καί ἀνιδρωτί διδάσκει ὅλα αὐτά πού δέν μπορεῖ νά ζήσει, ὁ καθηγητής πού ἀναλύει τήν κατηγορική προσταγή, τόν ἠθικό νόμο, τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί δύο στενά παρακάτω παζαρεύει κατεργάρικα τά ραδίκια στό μανάβη, δέν εἶναι νά πεῖς δόλιος ἡ ἀπατεώνας. Τοῦ συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο. Δέν κατοικεῖ μέσα στά λόγια του. Ἐπ’οὐδενί, δέν μπορεῖ νά δώσει τόν ἑαυτό του γιά παράδειγμα. Στήν πραγματικότητα, ἄλλα λέει καί ἄλλα κάνει, μέ ἄλλο κεφάλι διδάσκει καί μέ ἄλλο κεφάλι ζεῖ καί, κατά βάθος, οὔτε καί ὁ ἴδιος συνειδητοποιεῖ πώς κατάφερε νά ἐνσαρκώνει αὐτή τήν ἀλλόκοτη διπροσωπία, αὐτή τήν δικέφαλη ὕπαρξη.

Από το «Ἡ κόκκινη ἀλεποῦ -Οἱ ξυλοδαρμοί» του Κωστή Παπαγιώργη, εκδόσεις Καστανιώτης
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Ο αφρός του ωκεανού

Βαρκελώνη, 23 Ιουνίου 1990:
Όταν ήμουνα μικρή, γύρω στο 1962 νομίζω, πήγαινα με την οικογένειά μου για παραθερισμό σε μια παραλία της Κρήτης. Εκεί, γνωρίστηκα μ’ ένα ωραίο κορίτσι, λίγα χρόνια μεγαλύτερό μου, τη Χριστίνα.
Κολυμπούσαμε στη θάλασσα, ξαπλώναμε στον ήλιο, γίναμε φίλες και, λίγο-λίγο, αρχίσαμε εκείνες τις μυστηριακές, κοριτσίστικες εξομολογήσεις για το τρομερό σώμα μας που, τότε, άλλαζε και για τη σκοτεινή θεότητα της καινούριας θηλυκότητάς μας.
Η Χριστίνα μου εμπιστεύτηκε ψιθυριστά πως ντρέπεται πολύ που μεγαλώνει το στήθος της, πως νιώθει να της συμβαίνει κάτι άσχημο και χυδαίο και, γι’ αυτό, κάτω απ’ το φουστάνι της σφίγγει το στέρνο της με μια λουρίδα ύφασμα για να μη φαίνεται η αλλαγή του.
Πέρασε πολύς καιρός από τότε. Περίπου 27 χρόνια! Ταξίδεψα πάλι πέρυσι στο νησί και, στην ίδια παραλία, ξαναβρήκα τη Χριστίνα, με την κόρη της αυτή τη φορά. Η κόρη της τώρα, στεκόταν στην ίδια αμμουδιά, κάτω απ’ τον ίδιο ήλιο, έτοιμη να πέσει στη θάλασσα. Μ’ ένα μικρό μαγιό και μ’ ανάλαφρο ύφος που σε τίποτα δε θύμιζε εκείνες τις παλιές αναστολές και τους φόβους της μητέρας της.
Μην περιμένετε να βιαστώ και να πω τα εύκολα και χιλιοειπωμένα: Μπράβο! Η κόρη της Χριστίνας νίκησε τα ταμπού! Κέρδισε την ελευθερία, τη φυσικότητα, την απλότητα!
Οι έννοιες της ελευθερίας, της φυσικότητας, της απλότητας, είναι έννοιες που, ιδίως σήμερα που κάθε κώδικας ζωής αμφισβητείται, δύσκολα προσεγγίζονται στην πολυπλοκότητά τους.
Ποιος μπορεί εύκολα να πει ότι γνωρίζει τη φύση του; Η φύση είναι γεμάτη μυστικά κλειδιά, μάσκες και πρόσωπα απροσδόκητα, ιδίως σ’ εκείνο το βαθύτατο υπόγειό της που λέγεται: ερωτισμός.
Δέχθηκα να έρθω εδώ και να μιλήσω πάνω σ’ ένα θέμα που μου δόθηκε και λέγεται: «Σεξουαλικότητα, τι θέλουνε σήμερα οι γυναίκες;» Δέχθηκα να έρθω σαν συγγραφέας που στα βιβλία μου ο έρωτας είναι το κύριο θέμα, αλλά, πιο πολύ, σα γυναίκα που, όπως σε κάθε γυναίκα, ο έρωτας στη ζωή μου είναι το κύριο θέμα.
Δέχθηκα να έρθω εδώ για να πω πως, ο τίτλος της εργασίας μας, δεν είναι ένας τίτλος που με πείθει. Γιατί η σεξουαλικότητα δεν απομονώνεται, όπως δεν απομονώνεται απ’ τις ρίζες του μέσα στη γη ένας ανθός,
Δεν απομονώνεται και δεν «αναλύεται» ξεχωριστά όπως δεν ξεχωρίζεται ο αφρός του κύματος απ’ τον ωκεανό που τον γέννησε. Και ωκεανός είναι πάντοτε η ψυχή μας.
Ο άνθρωπος δεν διαιρείται σε χωριστούς τομείς προκειμένου ν’ αναζητηθεί η ικανοποίησή του κι η πληρότητά του. Το μυστικό της ικανοποίησης και της πληρότητας ανθίζει ακριβώς πάνω σ’ αυτό το αδιαίρετο του κόσμου του.
«Σεξουαλικότητα, τι θέλουν οι γυναίκες;» Εμείς οι γυναίκες λοιπόν, θέλουμε να μας αγαπούν και να μας εμπνέουν ν’ αγαπούμε. Αυτό μόνο, κι ας ακούγεται έτσι απλοϊκά. Όλα τα άλλα είναι εύκολο σήμερα να βρεθούν.
Γιατί ο έρωτας είναι γεμάτος φαντασία κι ευρηματικότητα κι όταν ανάψει η φλόγα του ανάμεσα σε δυο ερωτευμένα πλάσματα τα οδηγεί να κάνουν πρωτότυπα ταξίδια ο ένας στην ψυχή του άλλου και στο κορμί του άλλου, ελεύθερα κι έξω από κάθε δικιά μας συμβουλή. Ο έρωτας ο αληθινός σε αθωώνει όσο αμαρτωλός κι αν υπήρξες, σε κάνει να ξεχνάς εκείνα που ήξερες όσο έμπειρος κι αν υπήρξες, σε επιστρέφει στην αρχή του δρόμου σου για να μάθεις τον κόσμο ξανά με αλφάβητο νέο.
Σ’ αυτές, συνήθως, τις μεγάλες συναντήσεις και συζητήσεις, περιμένουμε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα, σε κάποιες συνταγές για να πούμε πως κάτι πετύχαμε.
Πού να τη βρεις όμως τη συνταγή τού έρωτα! Η μόνη συνταγή που μπορεί να δώσει κανείς είναι: να μην ψάχνετε για συνταγές. Οι άνθρωποι είναι εξαίσια μοναδικοί και πρωτότυποι, ιδίως όταν είναι ερωτευμένοι.
Ανακάλυψη της μοναδικότητας του άλλου είναι ο έρωτας και ποιος μπορεί να σε βοηθήσει σ’ αυτό το άγνωστο κι επικίνδυνο ταξίδι σου; Το μαγικό κι ανεξήγητο.
Η περιβόητη ερωτική ικανοποίηση δεν εξαρτάται απ’ τη σωματική κατασκευή ενός εραστή, αλλά από το πόσο διεγερτικός είναι αυτός ο εραστής σαν συνολική προσωπικότητα.
Στην Ελλάδα, οι γυναίκες της γενιάς μου, μέσα σε χρόνο ρεκόρ, κάναμε μιαν άγρια διαδρομή απ’ τη μιαν ακρότητα στην άλλη. Απ’ την υπερβολική αυστηρότητα και τον συντηρητισμό του πατρικού μας σπιτιού, στην εξέγερση και στην ελευθεριότητα της νιότης μας εκείνων των αναστατωμένων εποχών.
Τώρα, μαζευόμαστε και με όλα μας τα τραύματα ανοιχτά – τραύματα από αυστηρότητες και τραύματα από προοδευτικότητες – συζητάμε μεταξύ μας πόσο δύσκολος είναι τελικά ο «ελεύθερος έρωτας».
Το καταλαβαίνεις καλά αυτό πάνω στον απέραντο, κρύο και αμείλικτο καθρέφτη της ερωτικής σχέσης όταν, αναλόγως, αισθάνεσαι: πλούσια ή ζητιάνα, ποιητική ή χυδαία, πρόσωπο ή εργαλείο.
Γιατί ο έρωτας, ιδίως ο έρωτας, είναι πράξη πνευματικότατη. Άρα, δεν εξαγοράζεται, δεν ξεγελιέται, δεν εξορκίζεται με πράξεις μιμητικές.
Τελικά, χωρίς αγάπη και ευθύνη, έτσι κι αλλιώς, «συντηρητική» ή «απελευθερωμένη», είσαι αβάσταχτα μόνη. Και πιο πολύ μόνη, μέσα στην αγκαλιά ενός άλλου.

της Μάρως Βαμβουνάκη
πηγή: Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύτηκε στο 36ο τεύχος (Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1990) του περιοδικού «Σύναξη»
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Σιαμαία και ετεροθαλή

Για τον Κωστή Παπαγιώργη έχουν γραφτεί αναρίθμητα άρθρα, πολλά μάλιστα αφιερωμένα στον πρόσφατο σχετικά θάνατό του. Τα βιβλία του είναι στο σύνολό τους ένα απάνθισμα από την εμπειρική περιδιάβασή του στις μικρές και μεγάλες μαρτυρίες της φιλοξενούμενης στο σώμα βαθύτερης ουσίας του σε αυτό τον επίγειο κόσμο. Βιβλία για τα ανθρώπινα πάθη, τις μνήμες, βιβλία φιλοσοφίας και ιστορίας, βιβλία για φίλους και συγκινήσεις, όλα αυτά αποτελούν το βιβλιογραφικό στερέωμα του Παπαγιώργη. Τα «σιαμαία κι ετεροθαλή» έφτασαν στα χέρια μου μάλλον από τύχη. Με είχε συγκινήσει βαθύτατα ο «ίμερος και κλινοπάλη» το έργο του για τον έρωτα, μεστό σε ποιητικό λόγο και νοήματα που οδηγούν το μαχαίρι κατ’ ευθείαν στο κόκαλο με την αίσθηση του φτερού.

Ο ίδιος διαιρεί το βιβλίο σε δυο μέρη, στα «σιαμαία» κι «ετεροθαλή» κείμενα του. Για να είμαι φιλαλήθης η αυστηρή φιλοσοφία του με δυσκόλεψε σε μεγάλο βαθμό. Όμως όλα τα άλλα κείμενά του ήταν στ’ αλήθεια απολαυστικά. Ιδίως τα εξαίρετα αυτοβιογραφικά του αποσπάσματα, συμπεριλαμβανομένης της σχετικής εισαγωγής, ήταν κείμενα που δεν ήθελες να τελειώσουν. Στο τέλος της ανάγνωσής τους κρατούσα ακόμη στα δάχτυλα την όμορφη επαφή με ένα κείμενο που πλέον το βαφτίζεις αγαπημένο και στο μυαλό μια γλύκα σαν μέλι. Νομίζω είναι σημαντικό στον τρόπο γραφής του όχι μόνο η αφηγηματική μίμηση που χρησιμοποιεί αλλά κι η έκδηλη αίσθηση ταπεινότητας ενός ανθρώπου που δεν διστάζει να αποκαλύψει ανενδοίαστα τις πληγές του βίου του, να φανεί τόσο προσιτός και καθημερινός σαν να ήταν ένας τυχαίος περαστικός, όντας συνάμα ένας από τους επιφανέστερους, αν όχι από τους κορυφαίους, δοκιμιογράφους της εποχής μας, με άρτια φιλοσοφική παιδεία που είχε ασκηθεί με τη συγγραφή, την ανάγνωση, τη μετάφραση και την φιλολογική επιμέλεια πλήθους φιλοσοφικών έργων.

Ολοκληρώνοντας θα είχε ενδιαφέρον να παραθέσω κάποια από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του έργου. Όταν ωστόσο ξεκίνησα να το κάνω βρέθηκα σε μια αξεπέραστη δυσκολία. Τι να αφήσεις και τι να γράψεις δίχως να αδικήσεις τα υπόλοιπα. Από την άλλη στο νου μου φώλιασε η σκέψη πως αυτοί που έχουν ήδη κάποια επαφή με τα αναγνώσματα του Παπαγιώργη θα κατανοήσουν εύκολα τα όσα λέω, οι άλλοι θα υποψιαστούν με επιφύλαξη. Σε κάθε περίπτωση η ανάγνωση είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος προς τη γνωριμία και τη σχέση μας με τον σπουδαίο Κωστή Παπαγιώργη. Με τη λαχτάρα που αγκαλιάζεις ως δώρο ένα αγαπημένο πρόσωπο!

Τα «σιαμαία και ετεροθαλή» του Κωστή Παπαγιώργη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Η κατά Ελύτη Μεγάλη ΕΒδομάδα

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ
Κατάκοπος ἀπό τίς οὑράνιες περιπέτειες, ἔπεσα τίς πρωινές ὧρες νά κοιμηθῶ.
Στό τζάμι, μέ κοίταζε ἡ παλαιά Σελήνη, φορώντας τήν προσωπίδα τοῦ Ἥλιου.

Μ. ΤΡΙΤΗ
Μόλις σήμερα βρῆκα τό θάρρος καί ξεσκέπασα τό κηπάκι σάν φέρετρο.
Μέ πῆραν κατάμουτρα οἱ μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ὕστερα παραμέρισα τά χρόνια, τά φρέσκα πέταλα καί νά:
ἡ μητέρα μου, μ’ ἕνα μεγάλο ἄσπρο καπέλο καί τό παλιό χρυσό ρολόι τῆς
κρεμασμένο στό στῆθος.
Θλιμμένη καί προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ἀκριβῶς πίσω ἀπό μένα.
Δέν πρόφτασα νά γυρίσω νά δῶ γιατί λιποθύμησα.

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ
Ὁλοένα οἱ κάκτοι μεγαλώνουν κι ὁλοένα οἱ ἄνθρωποι ὀνειρεύονται σά νά ’ταν
αἰώνιοι. Ὅμως τό μέσα μέρος τοῦ Ὕπνου ἔχει ὅλο φαγωθεῖ καί μπορεῖς τώρα
νά ξεχωρίσεις καθαρά τί σημαίνει κεῖνος ὁ μαῦρος ὄγκος πού σαλεύει
Ὁ λίγες μέρες πρίν ἀκόμη μόλις ἀναστεναγμός
Καί τώρα μαῦρος αἰώνας.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ
Μέρα τρεμάμενη, ὄμορφη σάν νεκροταφεῖο
μέ κατεβασιές ψυχροῦ οὐρανοῦ
Γονατιστή Παναγία κι ἀραχνιασμένη
Τά χωμάτινα πόδια μου ἄλλοτε
(Πολύ νέος ἤ καί ἀνόητα ὄμορφος θά πρέπει
νά ἤμουν)
Οἱ καί δυό καί τρεῖς ψυχές πού δύανε
Γέμιζαν τά τζάμια ἡλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
Σωστός Θεός. Ὅμως κι αὐτός ἔπινε τό φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς τοῦ εἶχε ταχθεῖ
ἕως ὅτου ἀκούστηκε ἡ μεγάλη ἔκρηξη.
Χάθηκαν τά βουνά. Καί τότε ἀλήθεια φάνηκε
πίσω ἀπό τό πελώριο πηγούνι ὁ κύλικας
Κι ἀργότερα οἱ νεκροί μές στούς ἀτμούς, ἐκτάδην.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Σάν νά μονολογῶ, σωπαίνω.
Ἴσως καί νά ’μαι σέ κατάσταση βοτάνου ἀκόμη
φαρμακευτικοῦ ἤ φιδιοῦ μίας κρύας Παρασκευῆς
Ἤ μπορεῖ καί ζώου ἀπό κεῖνα τά ἱερά
μέ τ’ αὐτί τό μεγάλο γεμάτο ἤχους βαρεῖς
καί θόρυβο μεταλλικό ἀπό θυμιατήρια.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β
Ἀντίς γιά Ὄνειρο
Πένθιμος πράος οὐρανός μές στό λιβάνι
ἀναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ὀρθές σάν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σέ ἀνάπαυση
μικρά σκάμματα ὀρθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
Σάν νά ’μαι, λέει, ὁ θάνατος ὁ ἴδιος ἀλλ’
ἀκόμη νέος ἀγένειος πού μόλις ξεκινᾶ
κι ἀκούει πρώτη φορᾶ μέσα στό θάμβος τῶν κεριῶν
τό «δεῦτε λάβετε τελευταῖον ἀσπασμόν».

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ
Περαστική ἀπό τή χθεσινή ἀϋπνία μου
λίγο, γιά μία στιγμή, μοῦ χαμογέλασε
ἡ θεούλα μέ τή μώβ κορδέλα
ποῦ ἀπό παιδάκι μου κυκλοφοράει τά μυστικά
Ὕστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
νά πάει ν’ ἀδειάσει τόν κουβά μέ τ’ ἀπορρίματά μου
- τῆς ψυχῆς ἀποτσίγαρα κι ἀποποιηματάκια -
ἐκεῖ πού βράζει ἀκόμη ὅλο παλιά νεότητα
καί ἀγέρωχο τό πέλαγος.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, β
Πάλι μές στήν κοιλιά τῆς θάλασσας τό μαῦρο
ἐκεῖνο σύννεφο πού ἀνεβάζει κάπνες
ὅπως φωνές ἐπάνω ἀπό ναυάγιο
Χαμένοι αὐτοί πού πιάνονται ἀπό τ’ Ἄπιαστα
Ὅπως ἐγώ προχθές τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἀνήμερα
ποῦ πήα νά παραβγῶ μ’ ἀλόγατα ὄρθια
καί θωρακοφόρους
καί μοῦ χύθηκε ὅλη, ὄξω ἀπ’ τή γῆς, ἡ ἐρωτοπαθῆς
ψυχή μου.

Από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» του Οδυσσέα Ελύτη, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Το τελευταίο αντίο

Σ' αυτό το πολύ βιαστικό πέρασμά μας από τη γη καθένας μας αφήνει και μιαν ανάσα μια πνοή. Και όλα μετά τα σβήνει. Μη ζητάς να μάθεις πιο βαθειά τα μυστικά, δεν υπάρχουνε. Μα κι αν υπήρχαν δεν τα ξέρουμε κι αυτά, δεν τα ξέρουμε.

Από το «Τελευταίο αντίο» του Βασίλη Βασιλικού, εκδόσεις Διόπτρα
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Τα λόγια σου σαν μέλι

Δεν μπορώ να βρω πολλούς λόγους για να συστήσω σε κάποιον αυτό το βιβλίο. Τα «λόγια σου σαν μέλι» είναι ένα απάνθισμα προσωπικών βιωματικών λόγων διακεκριμένων συγγραφέων αναφορικά με τους Ψαλμούς του Δαυίδ. Είναι σαν να μιλάς για το μέλι αντί να το γεύεσαι. Άντε τώρα να θες να γράψεις εντυπώσεις ή να πείσεις για την εμπειρία της ανάγνωσης αυτού του βιβλίου. Η αλήθεια λοιπόν είναι πως ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την αίσθηση από το κείμενο της Μάρως Βαμβουνάκη, σε αυτό το έργο, ένα από τα ομορφότερα κείμενα του έργου, βιωματικό όπως πάντα και αποκαλυπτικό όπως κάθε κείμενο της ίδιας. Για να είμαι δίκαιος απέναντι στη συλλογικότηατ του έργου, αφού επισημάνω πως την επιμέλεια της έκδοσης είχε ο π. Βασίλειος Θερμός, χρειάζεται να προσθέσω και τα ονόματα των άλλων συγγραφέων, κάποιοι από τους οποίους πλαισίωσαν με εξαιρετικά κείμενα το βιβλίο:Δημήτρης Καραγιάννης, Σωτήρης Γουνελᾶς, Ἀλέξανδρος Κακαβούλης, Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, π. Σωφρόνιος Γκουτζίνης, Ἑλένη Καραγιάννη, Ἀναστασία Γκίτση, π. Θεμιστοκλῆς Μουρτζανός, Νατάσα Κεσμέτη, π. Δημήτριος Θεοφίλου, Πανωραία Κουφογιάννη, π. Χρυσόστομος Τύμπας, Πανωραία Κανελλοπούλου, π. Σπυρίδων Βασιλάκος, π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, π. Ἀθανάσιος Παραβάντσος, Κωνσταντῖνος Ἐμμανουηλίδης, Στῆβεν Μιούζ. Αντί πολλών λόγων λοιπόν μοιράζομαι μαζί σας το απόσπασμα από το κείμενο της Βαμβουνάκη που μιλά για την παρουσία και την απουσία Θεού κι ανθρώπων.

Ἡ ἔλαφος ψυχή (απόσπασμα από το κείμενο της Μάρως Βαμβουνάκη)

Εἶναι ἡ πρώτη φορά πού τό προσέχω καί παραξενεύομαι.
Τόσες φορές, τόσα καλοκαίρια, τόσες ἐπιστροφές ὁ Αὔγουστος, τόσες
Μεταμορφώσεις! Κι ὅμως τό προσέχω γιά πρώτη μου φορά.
Πρίν δύο τρία χρόνια, ἑορτή τοῦ Σωτῆρος, ἡ πιό φοβερή, μυστική ἑορτή. Ὁ Χριστός ξανά στό ὄρος Θαβώρ θά ἐμφανίσει στούς τρεῖς τους τόν θεϊκό ἑαυτό Του τυλιγμένο σέ ἱμάτια ἀπό λευκότατο φῶς. Νεφέλη θά κατέβει νά τόν σκεπάσει κι ἀπό μέσα ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ θά ἀκουστεῖ νά τόν ὀνομάσει πάλι, Γιό Του!
Οἱ τρεῖς μαθητές θά τρομάξουν, θά μεθύσουν ἀπό ἁγία μέθη, θά πέσουν κατάχαμα, θά τά χάσουν, θά παραληροῦν, θά ζητήσουν πράγματα πού δέν γίνονται... Καί τό ἀπολυτίκιο πού ψάλλουν οἱ ψάλτες σέ ἦχο βαρύ λέει:
Μετεμορφώθεις ἐν τῷ ὄρει, Χριστέ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου, τήν δόξαν σου καθώς ἠδύναντο!...

Καθώς ἠδύναντο!
Πρώτη φορά προσέχω τοῦτες τίς δυό λέξεις. Στόν βαθμό πού μποροῦσαν! Οὔτε λιγότερο, οὔτε περισσότερο, ἡ ἑτοιμότητά σου, ἡ ἐποχή σου, καθορίζουν τήν ποσότητα καί τήν ποιότητα τῆς ἀντίληψής σου.
Ὅταν ἡ ἀλήθεια σοῦ ἀποκαλύπτεται, ἐσύ θά τήν κατανοήσεις στόν βαθμό πού ἀντέχεις. Ἀποσπασματικά, μερικῶς, ἐφόσον δέν τήν ἀντέχεις νά τή σηκώσεις, νά ἀνταποκριθεῖς, θά τήν παραμορφώσεις. Ἡ Μεταμόρφωση πού θά σοῦ χαρισθεῖ θά γίνει στήν ἀνάγκη παραμόρφωση. Ὅσο καί ὅπως ἀντέχεις...
Τά πιό σημαντικά κείμενα ἐπιδέχονται τίς περισσότερες ἑρμηνεῖες, χτίζονται ἐπιστῆμες ἀπό τά πλήθη τῶν ἑρμηνειῶν, ἀκολουθοῦν ἄλλες ἑρμηνεῖες γιά τίς προηγούμενες ἑρμηνεῖες. Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κομματιασμένος, ποτέ ὁλάκερος.
Οἱ πιστοί ὅταν ὑποφέρουν ἀπό προσωπικά προβλήματα, δίλημμα, σύγχυση, ἀνοίγουν τή Βίβλο στήν τύχη, ἤ μετά ἀπό ἐπίμονη προσευχή, γιά νά ἁλιεύσουν μιά φράση γιά νά εἶναι χρησμός στήν ἀγωνία τους. Χρειάζονται ἕναν ὁδηγό, μιά βακτηρία κατά τόν τρόπο πού οἱ ἴδιοι τό ἐννοοῦν. Γιά νά τά βγάλουν πέρα, ὁ Θεός πρέπει νά μεταβληθεῖ σέ ἕναν φανταστικό Θεό κατά τίς ἀπαιτήσεις τους. Θά διαβάσουν μιά ἁγία φράση, θά τήν ἐφαρμόσουν στήν περίπτωσή τους, θά τήν προσαρμόσουν μέ τό δικό τους αἴτημα, τό ἄγχος τους, τήν ἀπελπισία τους, τήν πεισματωμένη προσδοκία, τήν ἀνασφάλειά τους. Θά λάβουν ἐκεῖνο πού, εἴτε ἐπιθυμοῦν, εἴτε ἀντέχουν. Ὅσο σημαντικότερη ἡ φράση, τόσο πιό ἐλαστική γιά τίς ψυχοπαθολογικές ἀνάγκες μας.
Θά λειτουργήσουν γιά τό συμπέρασμα οἱ προβολές, οἱ στερήσεις, τά τραύματα, οἱ ἀπωθήσεις, οἱ μεταφορές, οἱ μεταβιβάσεις, οἱ μετουσιώσεις, ὅλα ἐκεῖνα τά ψυχολογικά ὅπλα ἔκτακτης ἀνάγκης πού ἡ ψυχολογία ὀνομάζει, ἀμυντικούς μηχανισμούς. Καί πάνω ἀπό ὅλα, ὁ μεγαλύτερος καταλύτης, ὁ δυνάστης ἐγωισμός θά ἔχει πάντα τόν τελευταῖο λόγο. Συνδέονται αὐτά.

Ἤμουν στό τέλος Λυκείου καί ὁ καθηγητής τῶν θρησκευτικῶν, ὁ ἐξαιρετικός καί φλογερός κύριος Ἰωάννης Ματιάτος, μᾶς διάβαζε μέ τό πάθος πού πάντα μᾶς διάβαζε ἱερά κείμενα, τόν Ψαλμό ΡΛΗ´ τοῦ Δαβίδ.
Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός σου καί ἀπό τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; Ἐάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν, σύ ἐκεῖ εἶ, ἐάν καταβῶ εἰς τόν ἅδην, πάρει• ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ᾽ ὄρθρον καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καί γάρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με καί καθέξει με ἡ δεξιά σου.

Ἔχουν περάσει τόσες καί τόσες δεκαετίες καί θυμᾶμαι ἀκόμα τό δέος, ἀλλά καί ἕνα εἶδος πνιγμοῦ πού αἰσθάνθηκα ὅταν τόν ἄκουσα. Τόν διάβαζα καί τόν ξαναδιάβαζα μόνη μου μετά κι ἀναρωτιόμουν γιατί μέ γοητεύει ἀλλά καί μέ στενοχωρεῖ ἔτσι; Μέ τήν ἔννοια τοῦ στενοῦ χώρου πού σέ περιστοιχίζει γύρω γύρω, σάν τί;
Σάν τί;
Ὁ ποιητής βασιλέας, ὁ σπαραχτικότατος Δαβίδ, γράφει ἀσφαλῶς τόν ὑπέροχο Ψαλμό γιά νά θαυμάσει τήν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ του. Ὅμως ἐμένα μέ καταπνίγει τό ἀναπόδραστο. Νομίζω πώς τό εἶπα καί στόν καθηγητή μας τότε.
«Δέν μπορεῖς νά τοῦ κρυφτεῖς λοιπόν! Δέν μπορεῖς νά γλυτώσεις καί νά μείνεις ἥσυχος καί μόνος...».
Αἰσθάνθηκα πώς τά τείχη τῆς τότε οἰκογενειακῆς φυλακῆς μου ὑψώνονταν καί ἄλλο. Βρίσκομαι μέσα στήν ἐφηβεία πού διψάει ἀπελευθέρωση, εἶναι οἱ ἐποχές πού οἱ γονεῖς εἶναι ὑπερβολικά αὐστηροί, δέν δέχονται νά ξεφύγεις ἀπό τό παιδικό σου δωμάτιο πού ἐλέγχουν καί ἠρεμοῦν τή νύχτα, ἀκριβῶς ὅπως ἀργότερα ἐπιθυμοῦσα γιά τόν γιό μου κι ἐγώ.
Εἶμαι στήν ἐφηβεία ὅμως ἀκόμα. Τούς κρύβουμε ὅτι βλέπουμε κάποιες ταινίες πού θεωροῦνται ἀκατάλληλες, τούς κρύβουμε ὅτι καπνίζουμε πότε πότε στίς παρέες, τούς κρύβουμε ὅτι συναντοῦμε κάποιο ἀγόρι, πώς κάνουμε παρέα μέ τή συμμαθήτρια πού δέν ἐγκρίνει ὁ πατέρας. Ἐκεῖνα τά χρόνια, ἡ ζωή μας πού λαχταράει νά ξεφύγει πρός τόν κόσμο, καταντάει ἕνα παιχνίδι ὅπως «κλέφτες καί ἀστυνόμοι» πού μικρή μοῦ ἄρεσε νά παίζω μέ τά ξαδέλφια μου.
Πρέπει ὅμως νά ὁρμήσεις στή νιότη, δέν σοῦ ἐπιτρέπεται πάντα, τήν κερδίζεις μέ μάχες, προσπαθεῖς νά μειώσεις στά μάτια σου τόν πατέρα καί τή μαμά σου, νά κερδίσεις αὐτοπεποίθηση, συνήθως δέν σοῦ ἐπιτρέπονται οὔτε οἱ πιό φυσικές ἐπιθυμίες σου, ξυπνοῦν τά δικαιώματά σου.
Οἱ γονεῖς εἶναι τόσο τρομαγμένοι κοινωνικά, προτιμοῦν νά ἀσφαλιστεῖς παρά νά ἀναπτυχθεῖς, φοβοῦνται μήν τούς ἐγκατείψεις καί τούς φύγεις ἄν μεγαλώσεις τόσο γρήγορα. Τρέμουν τήν ἀνεξαρτησία σου. Ἡ σύγκρουση, ὁ πόλεμος πού ἀρχίζει ἀπό τήν προεφηβεία εἶναι σκληρός. Ἐσύ τείνεις νά γίνεις μεγάλος, οἱ γονεῖς τείνουν νά σέ κρατήσουν παιδί, δέν ἀντέχουν νά ὀρφανέψουν ἀπό τά παιδιά τους, τά παιδιά τους εἶναι συνήθως τό μόνο ἐνδιαφέρον τους.
Καί στόν πόλεμο ἐπιτρέπονται ὅλα! Βρίσκεις καί λές δικαιολογίες, προφάσεις, ψέματα, προκειμένου νά ἐνηλικιωθεῖς. Οἱ ἐνοχές πού ἀκολουθοῦν γίνονται κάποτε ἀνυπόφορες, ὅμως μέ θυμό καί μελαγχολία θά συνεχίζεις. Ἐσύ πρέπει νά μεγαλώσεις, οἱ γονεῖς θέλουν νά μείνεις μικρό. Οἱ λαχτάρες μας καί οἱ φόβοι μας συγκρούονται, ἀνάμεσα οἱ ἐνοχές καί τῶν δύο ἀντιπάλων, νικάει πάντα ἡ δίψα τῆς ζωῆς, ἡ δίψα τοῦ ἔρωτα, ἡ πείνα νά μάθεις.
Ἕνας Θεός τοῦ Δαβίδ πού ὅπου καί νά πᾶς ἔχει ἤδη πάει καί σέ περιμένει, περίπου σαρκαστικά, θυμίζει τόν πατέρα σου, τό μάτι τῆς μητέρας. Ὁ ΡΛΗ´ Ψαλμός τήν ἐποχή ἐκείνη ἔμοιαζε μέ τή χειρότερή μου ἀπειλή. Ὁ ἐγκλωβισμός!

Θά περάσουν καί θά περνοῦν τά χρόνια, θά ἐλευθερωθεῖς δῆθεν. Θά γίνεις ἀνεξάρτητος δῆθεν. Θά φύγεις μακριά ἀπό τούς γονεῖς, μακριά ἀπό τό πατρικό καταφύγιο πού ἔγινε καί φυλακή. Θά πᾶς πιό πέρα ἀλλά θά τούς μεταφέρεις στό μυαλό σου. Ὁ Φρόιντ γράφει πώς μέσα στό κεφάλι σου κάθονται ἰσόβια πατέρας καί μητέρα σάν δικαστές.
Ὅμως δέν εἶναι τό ἴδιο ὅπως τότε πού κατοικούσατε στό ἴδιο σπίτι καί νυχθημερόν σέ νοιάζονταν καί ἐπειδή σέ νοιάζονταν σέ κατασκόπευαν. Μεγαλώνεις, παριστάνεις τόν ὥριμο, παριστάνεις τόν δυνατό, ἐπιλέγεις πολλά.
Μιά μέρα ἐκεῖνοι πεθαίνουν καί δέν σέ παρακολουθοῦν πιά, δέν σέ ἀγχώνουν, δέν τούς ἀπολογεῖσαι. Ἀδειάζεις τό σπίτι τους γιά νά τό νοικιάσεις σέ ξένους, διαλέγεις ποιά ἀπ᾽ τά πράγματά τους θά κρατήσεις, τούς θρηνεῖς σάν ὀρφανό μωρό ἀλλά καί κάτι λυτρώνεται.
Μέ τόν καιρό σοῦ λείπουν πιό πολύ ἀπό τή μέρα τῆς κηδείας. Δέν ἔχεις πιά μέ ποιούς νά πολεμᾶς, ποῦ νά δικαιολογεῖς τίς ἁμαρτίες σου, πολεμᾶς περισσότερο μέ τήν ψυχή σου. Δέν τούς ἔχεις μπροστά σου νά φωνάζεις «ἐσύ φταῖς», γιά τή δυστυχία, γιά τίς ἀποτυχίες φταῖς ἐσύ μόνο. Οἱ ἀναμνήσεις ἐξιδανικεύονται, οἱ ἐνοχές μεγαλώνουν, φανερώνονται λάθη σου. Ἐλευθερώνεσαι θές δέν θές, καί συχνά ἀνακαλύπτεις πώς δέν θές.
Οἱ ψυχολόγοι μιλοῦν ἀτελείωτα καί σχολαστικά γιά τή δύσκολη παρουσία τῶν γονέων, σπάνια ἀναφέρονται στή δύσκολη ἀπουσία τους.
Ἡ ζωή γεμίζει ἐλευθερίες πού θυμίζουν μοναξιά καί μοναξιές πού θυμίζουν ἐλευθερία. Ἡ ὑπαρξιακή μοναξιά, τό κενό, ὁ φόβος θανάτου.
Κι ἔτσι οἱ Ψαλμοί τοῦ Δαβίδ ἀλλάζουν πνεῦμα στήν καρδιά σου.
Ὄχι μονάχα μέ ἀνακουφίζει ὁ ψαλμός ΡΛΗ´ πού μέ ἔπνιγε, ἀλλά παρακαλῶ νά εἶναι ἔτσι...

Το συλλογικό έργο «Τα λόγια σου σαν μέλι» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εν πλω
Ολόκληρη η ανάρτηση...