Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Νεοελληνική φαυλοκρατία

Εν όψει εκλογών το Υπουργείο ονείρων προτείνει ένα βιβλίο σταθμό για την θέαση της εγχώριας πολιτικής εξουσίας ως αλλοτρίωσης της πολιτικής λειτουργίας σε κατοχή και νομή του κράτους από ανταγωνιζόμενες φατρίες επαγγελματιών της εξουσίας. Η διαχείριση της γίνεται πάρεργο, κυρίως άσκηση πολιτικής είναι να διαγουμίζει η κυβερνώσα φατρία τον κρατικό κορβανά, την κοινωνική περιουσία.

Πώς και γιατί εμφανίζεται η φαυλοκρατία στο ελλαδικό κράτος από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του; Εμφανίζεται διότι ο θεσμός του νεωτερικού εθνικού κράτους ήταν κάτι ξένο, άγνωστο για την ελληνική εμπειρία: Δεν προέκυψε από τις ανάγκες των Ελλήνων, δεν συνδεόταν με τους ιστορικούς εθισμούς τους. Ηταν δάνειο σχήμα, «κάλπικο δάνειον».

Οι Ελληνες έβγαιναν από μακραίωνη, τελείως διαφορετική πολιτική εμπειρία και παράδοση: αυτήν της αυτοκρατορίας. Μια κεντρική εξουσία να δεσπόζει σε πληθυσμούς πολυεθνικούς και πολυφυλετικούς. Από την εποχή της Παλαιάς Ρώμης ως και τους Οθωμανούς, η αυτοκρατορία συνέχιζε να αποτελεί διεθνική «Τάξη Πραγμάτων» (Ordo rerum) που ανεχόταν την κοινοτική αυτο-οργάνωση και αυτοδιαχείριση των Ελλήνων, την ιστορική συνέχεια του ελληνικού τρόπου της «πόλεως» και της «πολιτικής».

Στο πλαίσιο των σχέσεων της οθωμανικής εξουσίας, με τις κοινότητες των ραγιάδων διαμορφώθηκε, παράλληλα με την κοινωνική αυτο-οργάνωση, και η «πατρωνία»: μια αμυντική τακτική προστασίας των υποτελών από την αυθαιρεσία των κυριάρχων. Κάποιοι αναλάμβαναν τον ρόλο του μεσάζοντα, μεσολαβούσαν προσφέροντας εκδουλεύσεις μεσιτείας προς τις οθωμανικές αρχές, για να αποσπάσουν ευνοϊκή ή και χαριστική μεταχείριση, να μετριάσουν την τυραννική ασυδοσία των εξουσιαστών.

Ο λαός, που με την ψήφο του απλώς «μετήλλασεν τυράννους» (Παπαδιαμάντης), κατέφευγε ταυτόχρονα στους δοκιμασμένους μηχανισμούς της «πατρωνίας» για να μπορεί να μετέχει ισχνά στην καταλήστευση του δημόσιου κορβανά από την εκάστοτε κυβερνώσα φατρία. Το κράτος στην Ελλάδα αναδείχθηκε ο κυριότερος εργοδότης της χώρας και «μήλον της έριδος», μεταξύ των αλληλοσπαρασσόμενων κομματικών πατρώνων. Τους Τούρκους αντικατέστησαν οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Το βιβλίο δείχνει πειστικά πως η αυτονόητη και κυρίαρχη φαυλοκρατία αποδυναμώνει, ταπεινώνει και εξευτελίζει το ελλαδικό κράτος σε ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή, ως σήμερα. Υπήρχαν και υπάρχουν πάντοτε οι εξαιρέσεις, οι αντιδράσεις, οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού του κράτους.

Οι κατά καιρούς εκσυγχρονιστές επιχειρούσαν να «βελτιώσουν» τη μεταπρατική λειτουργία του δάνειου κρατικού σχήματος, αλλά δεν διανοήθηκαν ποτέ τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα έβαζαν τέλος στον μιμητικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και θα το προσάρμοζαν στις ιδιαίτερες ανάγκες, στην ιδιοσυγκρασία και στους ιστορικούς εθισμούς του Έλληνα. Και επειδή παρέκαμπταν πάντοτε αυτόν τον εκ καταγωγής του κράτους θεμελιώδη παράγοντα της κακοδαιμονίας και της καθυστέρησης, άφηναν άθικτες και τις πιο τυπικές τους συνέπειες: την πατρωνία, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαπλοκή, τη διαφθορά.

Η καταγραφόμενη ως «κρίση του δικομματισμού» είναι η κατάσταση ομηρείας στην οποία έχουν περιέλθει οι επαγγελματίες της εξουσίας. Το διαγούμισμα του κράτους οδήγησε σε έναν ξέφρενο δανεισμό που έχει καταλήξει σε εκποίηση του κράτους στους δανειστές του και αδυναμία των φαυλοκρατών να εξαγοράζουν ψήφους με ληστεία του κρατικού κορβανά. Οι παροχές της Ε.Ε., που υποκατέστησαν ως αντικείμενο καταλήστευσης το κοινωνικό χρήμα, μοιάζει να τελειώνουν.

Πριν πάρουμε την απόφασή μας για το ποιον θα ψηφίσουμε, αξίζει να προβληματιστούμε γόνιμα μέσα από τις σελίδες αυτού του σημαντικού έργου. Για να μην περπατάμε τυφλοί αφού ο γκρεμός... «εγγύς εστίν»

"Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία" του Ευάγγελου Κοροβίνη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Το δικό μου πεπρωμένο

Τὸ ρόλο μας τὸν διαλέξαμε οἱ ἴδιοι ἐμεῖς τὴν πρώτη μέρα
ποῦ διστάσαμε νὰ πάρουμε μία ἀπόφαση ἢ ποὺ
σταθήκαμε εὔκολοι
σὲ μίαν ἀναβολή. Μία ταπείνωση
ποῦ δὲν ἀνταποδόθηκε, ἀναπηδάει μία ἄλλη ὥρα σὰν
μαχαίρι, μέσα σου
Γιὰ νὰ
σκοτώσει ὅ,τι πιὸ πολὺ ἀγαπᾶς. Ἕνα μεγάλο
ἀκατόρθωτο ὄνειρο
ποῦ τοῦ 'κλεισες τὴν πόρτα, κάθεται ἀπ' ἔξω χρόνια τώρα
κι ὅταν σὲ βροῦν νεκρὸ κανεὶς δὲν ξέρει ὅτι δὲν ἄντεχες
ν' ἀκοῦς
αὐτὰ τὰ τεράστια ματωμένα νύχια του νὰ γδέρνουνε τὴν
πόρτα σου.
Ὅλα ὅσα ἀρνηθήκαμε - αὐτὸ εἶναι τὸ πεπρωμένο μας.

Από το έργο «Οι τελευταίοι» του Τάσου Λειβαδίτη, από τις εκδόσεις Κέδρος

Ποιος είναι αυτός που «ζει το πεπρωμένο του»; Αν αυτό που ονομάζουμε καθημερινότητα δεν είναι πεπρωμένο, τότε από τι αυτό συντίθεται; Αξίζει να το ζήσει κανείς; Γιατί ο Γκάτσος στην «Αμοργό» μας προκαλεί να μη γίνουμε πεπρωμένο; Ποιος το αρνείται, ποιος το ακολουθεί και ποιος το κάνει χαρακτήρα του;

Ο Στέφανος, ο ήρωας του ποιήματος του Τάσου Λειβαδίτη, είναι αποκαλυπτικός για τις φοβίες και τις ανασφάλειες όλων μας. Αυτό που ζεις, λέει στον καθένα μας, είναι ο δρόμος των επιλογών σου από τη στιγμή που στάθηκες δειλός ενώπιον των ευθυνών σου. Από τη στιγμή που δίστασες να αναλάβεις την ευθύνη για τη ζωή σου, να την οδηγήσεις όπου μπορείς εσύ ο ίδιος, από τότε ενσαρκώνεις τον ρόλο ενός άλλου μέσα στην ίδια σου τη ζωή.

Ταπεινώνεις τον εαυτό σου κάθε φορά που τον αφήνεις να γίνεται ό,τι θέλουν τρίτοι. Ο εαυτός σου όμως δεν ξεχνά. Και κάποτε σε εκδικείται. Έρχεται να ζητήσει την ύπαρξή του ακόμη κι όταν εσύ τον θεωρείς από χρόνια χαμένο. Τότε αναπηδάει εντός σου αυτό το μαχαίρι που θέλει να σκοτώσει ό,τι πιο βαθειά αγαπάς. Οι ευτελείς σου συνήθειες, η εικόνα σου στα μάτια του κόσμου, τα ανέξοδα βολέματά σου, η εγωιστική σου ευτυχία, όλα αυτά θα αποτελούν τον αγαπημένο σου ξένο εαυτό. Αυτόν τον εαυτό που το μαχαίρι της γνησιότητας που μαζί του έχεις γεννηθεί, θα κυνηγά να σκοτώσει, θα σου φανεί εν τέλει άχρηστος. Σου προσέφερε μια ήρεμη βολική ζωή δίχως όμως την έκσταση των ουσιαστικών σχέσεων, χωρίς τη χαρά να αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι αληθινά, δίχως τη σιγουριά πως έζησες τη ζωή που θα ήθελες.

Θα γυρεύεις πάντοτε έναν προσδιορισμό σωστού ή λάθους στην κάθε σου κίνηση, λες και η ζωή ζητά να την εξηγήσεις. Θα φοβάσαι να αντικρύσεις κατάματα πως σωστό και λάθος δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η ευθύνη σου απέναντι στο κάθε τι που αποφασίζεις να κάνεις, και το μέτρο στο οποίο την κουβαλάς. Αλλιώς θα παραμένεις αιώνια ένας δραπέτης της ίδιας σου της ζωής, θα ζεις όπως θα ήθελαν να σε βλέπουν οι άλλοι και θα αντλείς ασφάλεια όχι μέσα από τις υγιείς σχέσεις σου με ανθρώπους αλλά μέσα από τον καθρέφτη του ίδιου σου του εαυτού.

Αυτό το «μεγάλο ακατόρθωτο όνειρο» της ζωής που θα ήθελες να ζούσες, θα παραμένει για πάντα έξω από τη πόρτα των αποφάσεών σου, «θα γδέρνει με τα τεράστια ματωμένα του νύχια την πόρτα» μα εσύ θα προσποιείσαι πως δεν ακούς. Δε θα αντέχεις να τ’ ακούς και θα αρνείσαι να εγκαταλείψεις την αδιαφορία σου για ό,τι αξίζει να αγωνιστείς, θα ζητάς δίχως να δίνεις, θα μεγαλώνεις σκορπισμένος σε τόσα άλλα μέρη έξω απ’ το σώμα σου, θα γερνάς αγκαλιά με τη συμβατική ζωή σου και στο τέλος δε θα είσαι σε θέση να ξεχωρίσεις αν είχες πεθάνει προτού πεθάνει και το σώμα σου.

Ο Στέφανος στο αριστούργημα του Τάσου Λειβαδίτη, δεν αγαπά τον εφησυχασμό μας. Όλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας. Όχι ό,τι ζήσαμε, αλλά όλα όσα δεν ζήσαμε. Τα πρόσωπα που αφήσαμε πίσω μας, οι προοπτικές και οι ευκαιρίες που δε δώσαμε στον εαυτό μας, η ποιότητα της ζωής όπως θα θέλαμε να είναι, η αίσθηση της γνησιότητας πίσω από κάθε μας πράξη, η ικανοποίηση της δημιουργίας και της προσφοράς, οι τόσες δυνατότητες για πληρότητα ζωής, το ανεπανάληπτο και το ανεπανόρθωτα μοναδικό.

Πέραν τούτων υπάρχει ο εύκολος δρόμος που οι περισσότεροι ακολουθούμε, η ανεύθυνη ζωή της κοινωνικής σύμβασης, της υποταγής στην κοινωνική αποδοχή, ενός δρόμου που ακολουθείς μέσα από τα μάτια άλλων εκτός του εαυτού σου. Συχνά αναρωτιέμαι: με ποιο δικαίωμα και στο μέτρο ποιας αφέλειας, αυτόχειρες σαν κι εμάς νομίζουν πως «ζουν»; Για ποια ελευθερία μιλάνε μέσα από ποιες φυλακές;

Η δικαιοσύνη κι η αλήθεια δεν ξεχνούν. Εμείς ζώντας «γι’ αυτό που δε θα γίνουμε ποτέ...» δεν θα μαθαίνουμε σωστά κι έτσι με ακίνδυνη ασφάλεια θα ξεχνάμε πάντα...
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ο άλλος τρόπος

Παιδιὰ ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νὰ εἶναι βαθύτερη
παρηγοριὰ καὶ πιὸ πολύτιμη συντροφιὰ ἀπὸ μία χούφτα ροδόσταμο καὶ τὸ μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του
Εὐρώτα.

Καληνύχτα λοιπὸν βλέπω σωροὺς πεφτάστερα νὰ σᾶς λικνίζουν τὰ ὄνειρα μὰ ἐγὼ κρατῶ στὰ δάχτυλά μου τὴ μουσικὴ γιὰ μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπ' τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους.

Η «Αμοργός» του Νίκου Γκάτσου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Ο βασιλιάς της Ασίνης
(ποίημα για αυτούς που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας)

Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀναρωτιέται,
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς τὶς
αἰχμὲς τὰ
κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα
καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ
ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ τὴν
ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μίας ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ
διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα
μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μίας πίκρας παντοτινῆς.

Το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄» του Γ. Σεφέρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος

Κοντά στο χωριό Τολό του Ναυπλίου, στη θέση που σήμερα ονομάζεται Καστράκι, σώζονται σε ένα μικρό υψηλό κομμάτι στεριάς με βράχους, που εισχωρεί στη θάλασσα, ερείπια της αρχαίας Ασίνης. Η πόλη αυτή, ή καλύτερα ο βασιλιάς της, μας έχουν χαρίσει ένα από τα πιο όμορφα ποιήματα της λογοτεχνίας μας, μέσω της γραφίδας του Γιώργου Σεφέρη.

Ο βασιλιάς της δεν αναφέρεται πουθενά. Η αρχαία Ασίνη χωρά όλη σε μια αόριστη μνεία του Ομήρου στον κατάλογο κατά πόλεις των πλοίων που πήραν μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Ο Σεφέρης συγκινείται από αυτήν ακριβώς την απουσία του βασιλιά που μάταια αναζητεί. Η απουσία του επεκτείνεται ως κενό και απλώνεται και στον ποιητή.

Άνθρωποι περνούν από δίπλα κι από μέσα μας. Άλλοι φεύγουν άλλοι μένουν, ένας ή δυο προχωρούν τόσο βαθειά εντός μας που τους θεωρούμε αναντικατάστατους. Κι όμως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο φεύγουν από τη ζωή μας. Αυτό που μένει είναι η απουσία τους ή καλύτερα, όπως εύστοχα γράφει ο ποιητής, η παρουσία τους παντού μέσα από το κάθε τι που τους θυμίζει.

Επειδή ακριβώς το κάθε τι μπορεί να θυμίζει αυτούς τους ανθρώπους που «λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας» αυτό που μένει δίχως αυτούς είναι φορτίο ασήκωτο. Φορτίο που, όχι σπάνια, δεν ρωτιέσαι αν μπορείς να το αντέξεις, κι όμως σου φορτώνεται. Κι οι άνθρωποι αυτοί γίνονται κομμάτι δικό σου που το κουβαλάς καθημερινά σε ό,τι κι αν κάνεις, ό,τι κι αν ζήσεις. Επειδή «λιγόστεψαν» (δίχως απαραίτητα να χαθούν) μέσα στη ζωή μας νιώθουμε πως λιγόστεψε (δίχως απαραίτητα να χαθεί) η ζωή μας. Η για πάντα χαμένη πληρότητα, το αναντικατάστατο, το ποτέ αληθινό. Έτσι πια υπάρχουν και μένουν «η κίνηση του προσώπου, το σχήμα της στοργής αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου».

Ο θάνατος, ο χωρισμός, η απουσία λοιπόν δημιουργούν χάσματα αξεπέραστα.

Ο Σεφέρης δεν θέλει να ωραιοποιήσει τα πράγματα. Αντίθετα θέλει να είναι συνεπής με τον εαυτό του κι αυτό που ζει. Γι’ αυτό εκφράζει στον εαυτό του τη δραματική απορία: «ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος, η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής, εκεί που μένουμε τώρα, ανυπόστατοι λυγίζοντας, σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας». Σαν δεν έχουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε δίπλα μας δεν είμαστε ικανοί να πλατύνουμε τις σχέσεις μας, μένουμε «ανυπόστατοι» κατά τον ποιητή. Η νοσταλγία μας έχει ένα βάρος ζωντανό, δεν είναι απλά μια αόριστη θύμηση, μια ανάμνηση ωραίων ή δύσκολων στιγμών. Είναι ένα βάρος που αφορά τη ζωή μας γιατί ζούμε μαζί του καθημερινά.

Αυτό που εμείς μπορούμε να διαχειριστούμε είναι «η διάρκεια της απελπισίας». Προσοχή˙ δεν γίνεται λόγος για ένταση ή διάρκεια απογοήτευσης. Ο ποιητής είναι συγκεκριμένος. Ο άνθρωπος που χάνει την ελπίδα του είναι ήδη νεκρός. Ζεις με την ελπίδα επειδή αυτή μπορεί και σε κρατά στη ζωή. Αν χάσεις κι αυτή χάνει κι αγάπη σου τον προσανατολισμό της. Γυρνάς στον εαυτό σου κλείνεσαι σε αυτόν, αγαπάς πια μόνο αυτόν κι από αυτό τον εγκλωβισμό αναζητάς μάταια την πληρότητα. Δυστυχώς όμως αυτό σου εξασφαλίζει έναν πρόωρο θάνατο ώσπου να ακολουθήσει κι ο σωματικός σου θάνατος κάποια χρόνια πιθανόν αργότερα.

Τι είναι αυτό που καταδικάζει την ευτυχία του ποιητή; Είναι η παντοτινή αίσθηση της απουσίας του αγαπημένου προσώπου η «εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής». Η παντοτινή πίκρα δεν μπορεί να ξεπεραστεί αλλιώς εάν σε όλη του τη ζωή κανείς δεν έχει φροντίσει να δημιουργήσει υγιείς σχέσεις όχι μόνο με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αγάπησε και έχασε αλλά και με ένα ευρύτερο περιβάλλον ανθρώπων μέσω του οποίων αποκτά νόημα η μοναδικότητα των αισθημάτων του.

Για την πραγματικότητα του ποιητή θα υπάρχει πάντα ένας «βασιλιάς της Ασίνης» για τον οποίον δεν θα ενδιαφερθεί ποτέ κανείς, καθώς όλοι τον έχουν ξεχάσει ή αδιαφορούν για την ιστορία του. Αυτός λοιπόν ο βασιλιάς θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς στο μέτρο που δεν αγαπάμε ή δεν μας αγαπούν. Δυστυχώς ή ευτυχώς όμως η αληθινή αγάπη δεν είναι μονοδιάστατη. Χρειάζεται και να αγαπάς και να σε αγαπούν. Αλλιώς ο ένας από τους δυο θα αναρωτιέται, «ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές, τις ακμές, τις αιχμές, τα κοίλα και τις καμπύλες αν υπάρχουν άραγε εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς» οι άξιοι λόγοι που να δικαιολογούν τη ζωή του. Ειδάλλως όλα γίνονται απουσία ζωής, «φθορά» και «πίκρα παντοτινή».
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Αλλεργιογόνα σχολεία


της Ενθαλπίας

Μερικές βασικές εισαγωγικές έννοιες:
[Αλλεργία, όπως ορίζει και το αρχαίο ελληνικό όνομά της, σημαίνει «άλλο έργο». Πρόκειται για αδόκιμη-ανώφελη ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού ενάντια σε ακίνδυνες ουσίες του περιβάλλοντος. Ο τύπος της αλλεργικής αντίδρασης που εκδηλώνεται εξαρτάται από το είδος των αλλεργιογόνων στα οποία το άτομο έχει ευαισθητοποιηθεί, μετά από επανειλημμένη έκθεση. Παρά τις επισταμένες ερευνητικές προσπάθειες δεν έχει βρεθεί τι καθιστά μια ουσία αλλεργιογόνο.]

Άραγε τι καθιστά ένα σχολείο αλλεργιογόνο έχει απαντηθεί;

Τι φταίει και η γνώση, τα βιβλία, το διάβασμα, το σχολείο, από όχι απλώς ακίνδυνο περιβάλλον, έχει μετατραπεί σε χάσιμο χρόνου, καταναγκαστικό έργο, Δημόσια υπηρεσία έκδοσης τίτλου σπουδών, εφιάλτη, νοσηρή κατάσταση για τους νυν μαθητές αλλά και εσαεί απόφοιτους, ώστε στο άκουσμα και μόνο των σχετικών λέξεων να «βγάζουν σπυράκια». Τι φταίει ή ποιος φταίει και το σχολείο δεν ετοιμάζει για την κοινωνία καλλιεργημένους, φιλομαθείς, πολιτισμένους ανθρώπους αλλά παράγει «άλλο έργο»;

Αφορμή για αυτές τι σκέψεις υπήρξαν, εκτός από σειρά εκδηλώσεων αυθόρμητης δυσφορίας-αναφυλαξίας για το σχολείο και τα βιβλία από ανθρώπους στο άκουσμα της λέξης εκπαιδευτικός αλλά και, απαντήσεις, σκέψεις και προτάσεις 186 μαθητών που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο μιας έρευνας ενός σχολικού περιοδικού που είχα τη χαρά να εποπτεύσω. Οι παρατηρήσεις και οι σκέψεις πολλές. Τόσο πολλές που δύσκολα χωράνε σε ένα άρθρο. Το εκπαιδευτικό σύστημα νοσεί. Αλλά δε θέλω να μιλήσω για αυτό. Θα ήταν περιττό, μάταιο και κοινότυπο. Θα περιγράψω μερικές σκέψεις που για κάποιο λόγο κυκλοφορούν θορυβώντας στο μυαλό μου, που αφορούν εμένα και τι θα κάνω στην τάξη μου.

Σκέφτομαι λοιπόν ότι από τις σημαντικότερες αιτίες παραγωγής «άλλου έργου», στρεβλού, από τα σχολεία φαίνεται να είναι ο τρόπος διδασκαλίας. Η διδασκαλία, εφόσον αποσκοπεί στην καθολική αναμόρφωση του ανθρώπου, στην καλλιέργεια ευρύνοων ανθρώπων, πρέπει να έχει σχέση με συγκινήσεις, εμπειρίες, αρχές και αξίες, νοητικούς συσχετισμούς και διαδικασίες που δεν μπορούν να τυποποιηθούν. Αδιάψευστος αρωγός η μέθοδος στην εκπαίδευση όμως, μήπως αναλωνόμαστε, οι λεγόμενοι εκπαιδευτικοί, σε αναλυτικά προγράμματα, καταμερισμό ύλης, ασκήσεις «εγκατάστασης» (σαν λογισμικό) στο μυαλό των μαθητών, θεωρημάτων, κανόνων, μεθοδολογιών επίλυσης συγκεκριμένων τύπων ασκήσεων με σκοπό την βαθμολογική απόδοση τους και ξεχνάμε … τον βασικό σκοπό.

Ξεχνάμε να κοιτάξουμε πόσο ευτυχισμένος είναι ή θα γίνει ο αγαπημένος μας μαθητής από αυτή τη διαδικασία. Πόσα πραγματικά εφόδια αποκτά; Πόσο καλά ασκείται στο να γίνει σήμερα λύτης σχολικών προβλημάτων επί χάρτου και αυριανός λύτης προβλημάτων στη ζωή; Πόσο μαθαίνει να αγαπά και να εκτιμά τη γνώση όταν αυτή του προσφέρεται πειθαναγκαστικά, ως μέσο για επαγγελματική αποκατάσταση, κοινωνική καταξίωση και προβολή, οικονομική –ούτε καν εξασφάλιση αλλά- υπερέκταση;

Αλλά και εάν καταφέρουμε να δομήσουμε εκείνο το νέο άνθρωπο με την μέγιστη τεχνικά επιστημονική κατάρτιση, χωρίς όμως την αναμενόμενη πνευματική καλλιέργεια, θα έχουμε αποκτήσει ένα αξιολύπητο τέρας. Ανίκανο να διαισθάνεται και να συναισθάνεται τις ανάγκες άλλων ανθρώπων, ανίκανο να πιστέψει ότι ο κόσμος δε γυρίζει γύρω του ή δε φτιάχτηκε γι΄αυτό. Φορώντας νοερά την τήβεννο της ορκωμοσίας συνεχώς, να νομίζει ότι η ζωή του οφείλει περισσότερα από ότι στους άλλους ανθρώπους. Ανίκανο να αγαπήσει ό,τι δεν έχει ταμειακή αξία, ανίκανο να υπηρετήσει, παρά μόνο να εξυπηρετήσει, την ίδια του την επιστήμη. Θα έχουμε πετύχει μια επιστημονική παρωδία.

Συνήθως όμως φαίνεται να μην καταφέρνουμε ούτε αυτό. Με τις δικαιολογίες ή αιτιολογίες της ογκώδους διδακτέας ύλης, των πολλών και σύνθετων απαιτήσεων της σύγχρονής ζωής, των χαμένων διδακτικών ωρών και άλλων τέτοιων, καταλήγουμε να φιμώνουμε τη φωνή και τον αυθορμητισμό των μαθητών. Καταργείται το πρόσωπο τους.

Τους αφαιρούμε το λόγο στη χρονοκονσέρβα της διδακτικής ώρας. Τους εκπαιδεύουμε να έχουν άποψη μόνο όταν έχουν τη βεβαιότητα πως θα θεωρηθεί σωστή. Να σηκώνουν χέρι μόνο όταν θα πουν κάτι σωστό. Το λάθος δε συγχωρείται. Στη λογοτεχνία να ξέρει τι θέλει να πει ο ποιητής και όχι τι σημαίνει για τον ίδιο το ποίημα και στη φυσική… λάθος πράξεις; Ας πρόσεχες! Το αποτέλεσμα μετράει… Όλες οι ασκήσεις θα μελετούν ένα έστω κινούμενο σώμα σε κενό αέρος, αποστειρωμένο από τη μαγεία και την ποίηση της φυσικής … φυσικά ανυπόστατο.

Τα ανθρώπινα όντα είμαστε μοναδικά και ιδιαζόντως περίπλοκα. Σε μία εκκεντρική παρουσία μπορεί να κρύβεται μια μεγάλη διάνοια, εξίσου, με μία μεγάλη ανασφάλεια. Ένα κενό αγάπης. Ένας σιωπηλός μαθητής μπορεί να είναι η προσωποποίηση της πρόωρης σοφίας αλλά και η δήλωση της πρόωρης και απόλυτης παραίτησης από τη ζωή. Ο μαθητής που από την πρώτη στιγμή θα σου δηλώσει τη δυσφορία και την απέχθεια του για το σχολείο και το ρόλο σου μπορεί να κραυγάζει με αυτές τις λάθος λέξεις για ουσιαστική παιδεία και ο μειλίχιος και πειθήνιος απουσιολόγος να μην μπορεί, ή να μη θέλει, να δει τίποτα άλλο από το βαθμό επίδοσής του.

Βέβαια από τη λειψή αίγλη του σχολείου αφαιρείται και το τελευταίο στράγγισμα αυτής όταν οι ίδιοι οι γονείς το «στέλνουν» το παιδί σχολείο για να πάρει μόνο «το χαρτί», απαξιώνοντας έτσι ακόμα και την ονομαστική αξία του τίτλου αλλά και από τους εκπαιδευτικούς που κλείνουν το μάτι με κατανόηση στην παραπαιδεία, στις παράτυπες δικαιολογήσεις απουσιών και ένα σωρό άλλες παρατυπίες ένεκα καλής διάθεσης.

Φαίνεται ότι τα παιδιά ζητάνε από τους εκπαιδευτικούς το «είναι» τους. Το μυαλό, την καρδιά και τη ψυχή μας. Ζητάνε από εμάς να βλέπουμε περισσότερα από τους υπόλοιπους ανθρώπους, να ξέρουμε περισσότερα, να είμαστε περισσότερα. Αλλά, ταυτόχρονα, θα καταλάβουν και θα συγχωρήσουν το «λιγότερα» όταν το μοιραζόμαστε μαζί τους, ως την αλήθεια μας, με αξιοπρέπεια, σιγουριά και ενθουσιασμό. Ίσως και μόνο αυτός ο ενθουσιασμός για το σχολείο, τη γνώση, τον αγαπημένο/ιερό μας μαθητή να είναι αρκετός, να είναι η ανοσοθεραπία, για να πυροδοτήσει την απευαισθητοποίηση στην αλλεργία για το σχολείο, τη γνώση, το βιβλίο.

Τις σκέψεις αυτές τις μοιράζομαι μαζί σας για να με βοηθήσετε με τις δικές σας ιδέες και παρατηρήσεις. Όσοι συνάδελφοι, περισσότερο ή λιγότερο έμπειροι, πρώην και νυν ταλαιπωρημένοι-αλλεργικοί ή όχι μαθητές, γονείς, έχετε κάτι να πείτε, παρακαλώ κάντε το. Όχι για μένα … για τους φουκαριάρηδες τους μαθητές μου…
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Μεθύστε

Πρέπει νά 'σαι πάντα μεθυσμένος. Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία : εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα. Γιά νά μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου πού σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στη γῆ, πρέπει νά μεθάτε ἀδιάκοπα.
Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἣ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. Ἀλλὰ μεθύστε.
Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στά σκαλιὰ ἑνὸς παλατιού, στό πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιού, μέσα στή σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας, ξυπνάτε, μὲ τὸ μέθυσι κιόλα ἐλαττωμένο ἣ χαμένο, ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κῦμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, τὸ κάθε τί πού φεύγει, τὸ κάθε τί πού βογκά, τὸ κάθε τί πού κύλα, τὸ κάθε τί πού τραγουδά, ρωτῆστέ τί ὥρα εἶναι καὶ ὃ ἀέρας, τὸ κῦμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, θὰ σᾶς ἀπαντήσουν : «Εἶναι ἣ ὥρα νά μεθύσετε ! Γιά νά μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου, μεθύστε ˙ μεθύστε χωρὶς διακοπή! Μὲ κρασί, μὲ ποιήσή ή μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει» .

Από τα «20 πεζά κείμενα» του Charles Baudelaire, εκδόσεις Ίκαρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Μια αιωνιότητα δίπλα σου

Βαμμένη. Νά σὲ φέγγει φῶς ἀρρωστημένο
Διψᾶς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Ἐδώ κοντά σου, χρόνια ἀσάλευτος νά μένω
ὡς να μοῦ γίνεις Μοῖρα, Θάνατος καὶ Πέτρα.

Από το "Τραβέρσο" του Νίκου Καββαδία, εκδόσεις Κέδρος
Ολόκληρη η ανάρτηση...

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Οι άνθρωποι του καλοκαιριού

Ὁ ξανθὸς κόσμος εἶχε ἕνα ὁμοιόμορφο μαύρισμα, ἤξερε τὸ μυστικὸ καὶ μαύριζε παντοῦ χωρὶς νά καίγεται. Ἔχει στό αἷμα του ὁ ξανθὸς κόσμος τὸ φυσικὸ μαύρισμα καὶ τὸ μεταδίδει ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, εἶναι ἡ κληρονομιά του στήν ἀνθρωπότητα. Ἔχει ἀναπτύξει τεχνικὲς ἀσύλληπτες, ἀπίστευτες μεθόδους πού παραμένουν ἄγνωστες. Δέν εἶναι μόνο τὰ λάδια, εἶναι ἐσωτερικὸ θέμα τὸ μαύρισμα, χρειάζεται νά προλαβαίνεις νά συντονισθεὶς μὲ τὸν ἑαυτό σου. Ἔχουν μόνο εἴκοσι μέρες γιά νά μαυρίσουν σωστὰ καὶ πρέπει νά μελετήσουν ἀπὸ κοντὰ τὸν ξανθὸ κόσμο, πρέπει ὁπωσδήποτε νά μάθουν τὸ μυστικὸ του.

[...] Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους γιατὶ δέν ἰκανοποιούνται μὲ τίποτα, δέν ἔχουν κανένα στόχο, ὁ κόσμος ἔχει φωτογραφηθεὶ χιλιάδες φορὲς κι ἐκεῖνοι ἐπιμένουν χωρὶς νά ξέρουν γιατὶ τὸ κάνουν, ἔρχονται κατὰ κύματα καὶ δέν ἐκτονώνονταί ποτέ, τοὺς πέρασε ἡ ἰδέα ὅτι ἂν φωτογραφίζεις ἀντὶ να χύνεις αἷμα, θὰ ἀπομακρυνθεὶ μιά γιά πάντα ὁ ὄλεθρος, ἀλλὰ πέφτουν ἔξω γιατὶ ἡ καταστροφὴ εἶναι πιὸ κοντὰ παρά ποτέ καὶ κανένα παχύρρευστο στρῶμα εἰκόνων δέν πρόκειται νά τήν ξορκίσει.

[...]Ἀκόμα καὶ τὸ αἷμα μπορεὶς νά τὸ χορτάσεις ἐνὼ τώρα δέν πρόκειται νά σταματήσουν ποτὲ νά βγάζουν φακοὺς ἀπὸ αὐτές τις ὁμοιόμορφες τσάντες, δέν πρόκειται νά σταματήσουν ποτὲ νά παίρνουν πόζες μπροστὰ στά μνημεῖα ἑνὸς πολιτισμοῦ πού εἶχε τουλάχιστον τὴν τύχη νά ταπεινωθεὶ καὶ κουράστηκε νά παριστάνει κάτι, δέν πρόκειται νά ὑποχωρήσουν ποτὲ γιατὶ ἔπαψαν νά ἔχουν ἐχθροὺς καὶ προσπαθοὺν νά ἀξιοποιήσουν τὸ χρόνο τοὺς. Παλεύουν μ' ἔναν ἀνύπαρκτο ἐχθρὸ κι ἀπλώνουν ἕνα παχύρρευστο στρῶμα εἰκόνων γιά νά ἀποδείξουν τὴν ὑπαρξή του, μάχονται ὥστε νά τὸν συλλάβουν καὶ να τὸν καθηλώσουν.

[...] Ὅταν χόρτασαν τὸ αἷμα σκέφτηκαν νά ἀξιοποιήσουν τὸ χρόνο τους, ἀγόρασαν ὁμοιόμορφες τσάντες καί τις γέμισαν μὲ φακούς. Εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τὸν Βοημοῦνδο, ἔρχονται καὶ φεύγουν, κάθε καλοκαίρι προσθέτουν νέες εἰκόνες στή συλλογὴ τους, τσουβαλιάζουν τις στιγμὲς γιά νά ἔχουν τὸ χειμῶνα νά δείχνουν ὁ ἔνας στόν ἄλλον. Ὅλο τὸ χειμῶνα δείχνουν ἀκινητοποιημένες στιγμὲς ὁ ἔνας στόν ἄλλον καὶ κανεὶς δεν πιστεύει τὸν ἄλλον, κοιτάζουν μὲ ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀδιαφορία ὁ ἔνας τις ἀκινητοποιημένες, βαλσαμωμένες στιγμὲς τοῦ ἄλλου κι αὐτὸ τοὺς κάνει να ἐπιστρέφουν ξανὰ καὶ ξανά, κάθε καλοκαίρι.

Απὸ τη «Γραμμή τοῦ ὁρίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου, εκδόσεις Εστία

Το καλοκαίρι πέρασε, οι ταξιδιώτες του επέστρεψαν, φέρανε φωτογραφίες, μαύρισαν ομοιόμορφα σε είκοσι μέρες, απόλαυσαν τις ξέγνοιαστες, δίχως εργασία μέρες, θυμήθηκαν πόσο όμορφη μπορεί να είναι η ζωή!

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος στο ασύγκριτο πεζογράφημά του, τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους. Το ξανθό γένος, οι τουρίστες από το Βορρά, διδάσκουν σε εμάς, την παγκόσμια κληρονομιά τους στην ανθρωπότητα, το ομοιόμορφο μαύρισμα. Λες και το να γυρίσεις μαυρισμένος από τις διακοπές σου αποτελεί απόδειξη αφενός μεν πως πήγες κάπου αφετέρου δε πως πέρασες καλά αφού εκπλήρωσες με αποδείξεις την αποστολή σου.

Έτσι συμβαίνει άνθρωποι να ταξιδεύουν κατά κύματα σε νησιά ή τουριστικά μέρη της υπαίθρου, χωρίς να κάνουν τίποτε άλλο από το να περιφέρουν τη μοναξιά τους. Μπορεί να ανάλωσαν ώρες σκληρής γυμναστικής όλο το χειμώνα, να κανόνισαν παρέα με δυο τρία ακόμη πρόσωπα που απλώς θα μοιράζονται ανάλαφρα το φραπέ στη παραλία και το ξενύχτι σε οποιοδήποτε μπαρ της κάθε Μυκόνου (μη δείχνουμε πως ήρθαμε και μόνοι μας...), να διάλεξαν έναν «ερωτικό» καλλίγραμμο σύντροφο με θητεία λίγων ημερών, (έτσι για να εκπληρώνουμε και τις ανάγκες μας) και επιτέλους πέτυχαν τον σκοπό κι αυτού του καλοκαιριού! Πέρασαν ωραία, φαίνονται σ’ όλους ευτυχισμένοι, δίχως να είναι, τι τα θες; Γύρισαν μαυρισμένοι κι αυτό αρκεί. Μόνοι μεν (όπως μόνον ο εαυτός τους το ξέρει), μαυρισμένοι δε.

Έλα όμως που πρέπει να φέρουνε κι αποδείξεις! Πρέπει να αναρτήσουν στις σελίδες του facebook τις ξέγνοιαστες στιγμές τους, να δουν όλοι πόσο ευτυχισμένοι, κάτω απ’ το αντηλιακό, υπήρξαν αυτό το καλοκαίρι, πόσο μόνοι δεν ήταν, πόσο δικό τους έγινε αυτό το καλοκαίρι!

Παγώνει όμως ο χρόνος; Ακινητοποιείται; Ο συγγραφέας είναι αποκαλυπτικός: «κάθε καλοκαίρι προσθέτουν νέες εικόνες στή συλλογή τους, τσουβαλιάζουν τις στιγμές για να έχουν το χειμώνα να δείχνουν ο ένας στον άλλον. Όλο το χειμώνα δείχνουν ακινητοποιημένες στιγμές ο ένας στον άλλον και κανείς δεν πιστεύει τον άλλον, κοιτάζουν με όλο και μεγαλύτερη αδιαφορία ο ένας τις ακινητοποιημένες, βαλσαμωμένες στιγμές του άλλου». Ερχόμενοι πίσω δεν είμαστε πλέον αυτοί που ήμασταν. Αυτό που γίναμε χωράει σε αυτές τις εικόνες που δείχνουμε στους άλλους για να τους πείσουμε πως είμαστε ευτυχισμένοι. Εικόνες που οι άλλοι κοιτάνε με αδιαφορία.

Ο χρόνος όταν δεν γίνεται βίωμα γίνεται φωτογραφία. Έτσι μπορεί να πηγαίνεις σε έναν προορισμό και να μην αλλάζεις σαν άνθρωπος. Το ό,τι πέρασες από εκεί να μην το μαρτυρά η αλλαγή σου αλλά μια μουμιοποιημένη φωτογραφία.

Το πρόβλημα είναι πως αυτό το δεχθήκαμε μόδα και στην πραγματικότητά μας. Μας αρέσει να ζούμε όπως δεν ζουν οι άλλοι γιατί έτσι συνεννοούμαστε μαζί τους και γινόμαστε αποδεκτοί από τους πολλούς. Ο εαυτός μας όμως θα παραμένει κομματιασμένος, θα γυρεύει νερό να πιει για σταθεί στα πόδια του κι εμείς θα τον εξαναγκάζουμε να περπατά ολοένα μέσα από την συνάφεια ενός τρόπου ζωής που μας επιβάλλουν οι άλλοι. Μπορεί να γυρίσουμε όλο τον κόσμο και να μείνουμε ίδιοι. Τραγικά ίδιοι...

Μέσα σε μια εποχή γνωρίζουμε νέους προορισμούς διακοπών λες κι έχουμε να αποδείξουμε σε κανέναν κάτι. Σαν να είμαστε αναγκασμένοι να φέρουμε φωτογραφίες και ενθύμια από τις διακοπές για να πιστοποιήσουμε πως περάσαμε από εκεί. Το μαύρισμα είναι αυτονόητο. Όπως και οι ιστορίες με γνωριμίες και μαγευτικούς προορισμούς που πρέπει να ακούσουν (αδιάφορα) οι άλλοι γιατί έτσι μόνο θα φανεί πως άξιζε που αλλάξαμε για λίγες μέρες την καθημερινότητά μας.

Ποιος μιλά για ταξίδια μέσα από ουσιαστικές σχέσεις με ανθρώπους; Ποιος κάνει λόγο για προορισμούς που τους ζεις και δεν ζεις σε αυτούς; Υπάρχει άραγε ένας μοναδικός τρόπος να αισθάνεσαι την πληρότητά σου μέσα από τα ταξίδια σου ή όλα τα κάνεις επειδή «πρέπει» να τα ζήσεις με το «σωστό» τρόπο που υπαγορεύει το δελτίο ειδήσεων κάποιου Star channel;

Τώρα που μπήκαμε πια στο εξίσου όμορφο Φθινόπωρο θα ήθελα να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου με έναν τελευταίο προβληματισμό για αυτούς τους ανθρώπους του καλοκαιριού. Το γεγονός πως περιμένουμε έναν ολόκληρο χρόνο για να ζήσουμε κάποιες μέρες όπως θα τις θέλαμε τι φανερώνει για την ποιότητα της ζωής μας; Ζούμε όπως θα θέλαμε όλο το χρόνο ή μόνο κάποιες μέρες το χρόνο; Γιατί;

Αφού σας αφήσω να αξιολογήσετε μόνοι την προσωπική σας απάντηση θα ήθελα να ευχηθώ σε όλους «καλό χειμώνα» και καλή συνέχεια σε ό,τι όμορφο ανακαλύψατε αυτό το καλοκαίρι ή ό,τι ομορφότερο ζήσατε ή αγωνιστήκατε να ζήσετε σε όλη τη διάρκεια του χρόνου!
Ολόκληρη η ανάρτηση...