Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Μνήμη Σεφέρη

Ἀπὸ τότες εἶδα πολλὰ καινούργια τοπία• πράσινους
κάμπους ποὺ σμίγουν τὸ χῶμα μὲ τὸν οὐρανό, τὸν ἄνθρωπο
μὲ τὸ σπόρο, μέσα σὲ μίαν ἀκαταμάχητη ὑγρασία• πλατάνια
καὶ ἕλατα• λίμνες μὲ τσαλακωμένες ὀπτασίες καὶ
κύκνους ἀθάνατους γιατί ἔχασαν τὴ φωνὴ τοὺς - σκηνικὰ
ποῦ ξετύλιγε ὁ θεληματικὸς σύντροφός μου, ὁ πλανόδιος
ἐκεῖνος θεατρίνος, καθὼς ἔπαιζε τὸ μακρὺ βούκινο
ποῦ τοῦ εἶχε ρημάξει τὰ χείλια, καὶ γκρέμιζε μὲ μία στριγκιὰ
φωνή, ὅ,τι πρόφταινα νὰ χτίσω, σὰν τὴ σάλπιγγα
στὴν Ἱεριχῶ. Εἶδα καὶ μία παλιὰ εἰκόνα σὲ κάποια χαμηλοτάβανη
αἴθουσα• τὴ θαύμαζε πολὺς λαός. Παράσταινε
τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Δὲ θυμᾶμαι οὔτε τὸ Χριστὸ
οὔτε τὸ Λάζαρο. Μόνο, σὲ μία γωνιά, τὴν ἀηδία ζωγραφισμένη
σ' ἕνα πρόσωπο ποὺ κοίταζε τὸ θαῦμα σὰ νὰ
τὸ μύριζε. Ἀγωνιζότανε νὰ προστατέψει τὴν ἀνάσα του
μ' ἕνα πελώριο πανὶ ποὺ τοῦ κρεμότανε ἀπὸ τὸ κεφάλι.
Αὐτὸς ὁ κύριος της "Ἀναγέννησης" μ' ἔμαθε νὰ μὴν περιμένω
πολλὰ πράματα ἀπὸ τὴ δευτέρα παρουσία ...
Μᾶς ἔλεγαν θὰ νικήσετε ὅταν ὑποταχτεῖτε.
Ὑποταχτήκαμε καὶ βρήκαμε τὴ στάχτη.
Μᾶς ἔλεγαν θὰ νικήσετε ὅταν ἀγαπήσετε.
Ἀγαπήσαμε καὶ βρήκαμε τὴ στάχτη.
Μᾶς ἔλεγαν θὰ νικήσετε ὅταν ἐγκαταλείψετε τὴ ζωή σας.
Ἐγκαταλείψαμε τὴ ζωή μας καὶ βρήκαμε τὴ στάχτη ...
Βρήκαμε τὴ στάχτη. Μένει νὰ ξαναβροῦμε τὴ ζωὴ μᾶς,
τώρα ποὺ δὲν ἔχουμε πιὰ τίποτα.
Φαντάζομαι, ἐκεῖνος ποῦ θὰ ξανάβρει τὴ ζωή, ἔξω ἀπὸ τόσα χαρτιά, τόσα
συναισθήματα, τόσες διαμάχες καὶ τόσες διδασκαλίες, θὰ
εἶναι κάποιος σὰν ἐμᾶς, μόνο λιγάκι πιὸ σκληρὸς στὴ
μνήμη. Ἐμεῖς, δὲν μπορεῖ, θυμόμαστε ἀκόμη τί δώσαμε.
Ἐκεῖνος θὰ θυμᾶται μονάχα τί κέρδισε ἀπὸ τὴν κάθε του
προσφορά. Τί μπορεῖ νὰ θυμᾶται μία φλόγα; Ἃ θυμηθεῖ
λίγο λιγότερο ἀπ' ὅ,τι χρειάζεται, σβήνει• ἃ θυμηθεῖ λίγο
περισσότερο ἀπ' ὅ,τι χρειάζεται, σβήνει. Νὰ μποροῦσε
νὰ μᾶς διδάξει, ὅσο ἀνάβει, νὰ θυμόμαστε σωστά. Ἐγὼ
τελείωσα• νὰ γινότανε τουλάχιστο νὰ ἀρχίσει κάποιος
ἄλλος ἀπὸ κεῖ ποὺ τελείωσα ἐγώ. Εἶναι ὦρες ποὺ ἔχω
τὴν ἐντύπωση πὼς ἔφτασα στὸ τέρμα, πὼς ὅλα εἶναι στὴ
θέση τους, ἕτοιμα νὰ τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η
μηχανὴ στὸ σημεῖο νὰ ξεκινήσει. Μπορῶ μάλιστα νὰ τὴ
φανταστῶ σὲ κίνηση, ζωντανή, σὰν κάτι ἀνυποψίαστα
καινούργιο. Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι ἀκόμα• ἕνα ἀπειροελάχιστο
ἐμπόδιο, ἕνα σπυρὶ τῆς ἄμμου, ποὺ μικραίνει, μικραίνει
χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸ νὰ ἐκμηδενιστεῖ. Δὲν ξέρω τί
πρέπει νὰ πῶ ἢ τί πρέπει νὰ κάνω. Τὸ ἐμπόδιο αὐτό μου
παρουσιάζεται κάποτε σὰν ἕνας κόμπος δάκρυ χωμένος
σὲ κάποια κλείδωση τῆς ὀρχήστρας ποὺ θὰ τὴν κρατᾶ
βουβὴ ὥσπου νὰ διαλυθεῖ. Κι ἔχω τὸ ἀσήκωτο συναίσθημα
πῶς ὁλόκληρη ἡ ζωὴ πού μου ἀπομένει δὲ θὰ 'ναὶ
ἀρκετὴ γιὰ νὰ καταλύσει αὐτὴ τὴ στάλα μέσα στὴν ψυχὴ
μοῦ. Καὶ μὲ καταδιώκει ἡ σκέψη πὼς ἂν μ' ἔκαιγαν ζωντανὸ
αὐτὴ ἡ ἐπίμονη στιγμὴ θὰ παραδινότανε τελευταῖα.
Ποιὸς θὰ μᾶς βοηθοῦσε; Κάποτε, ὅταν ἤμουν ἀκόμη
στὰ καράβια, ἕνα μεσημέρι τὸν Ἰούλιο, βρέθηκα μόνος
σὲ κάποιο νησί, σακάτης μέσα στὸν ἥλιο. Ἕνα καλὸ
μελτέμι μου ἔφερνε στοργικοὺς στοχασμούς, ὅταν ἦρθαν
καὶ κάθισαν λίγο παραπέρα, μία νέα γυναίκα μὲ διάφανο
φουστάνι, ποὺ ἄφηνε νὰ ζωγραφίζεται τὸ κορμί της, λιγνὸ
καὶ θεληματικὸ σὰ ζαρκαδιοῦ, κι ἕνας σιωπηλὸς ἄντρας
ποῦ, μία ὀργιὰ μακριά της, τὴν κοίταζε στὰ μάτια. Μιλοῦσαν
μία γλώσσα ποὺ δὲν καταλάβαινα. Τὸν ἐφώναζε
Τζίμ. Τὰ λόγια τους ὅμως δὲν εἶχαν κανένα βάρος καὶ
οἱ ματιὲς τοὺς σωφιλιασμένες καὶ ἀκίνητες ἄφηναν τὰ
μάτια τοὺς τυφλά. Τοὺς συλλογίζομαι πάντα γιατί εἶναι
οἱ μόνοι ἄνθρωποι, ποὺ εἶδα στὴ ζωή μου νὰ μὴν ἔχουν
τὸ ἁρπαχτικὸ ἢ τὸ κυνηγημένο ὕφος ποὺ γνώρισα σ' ὅλους
τοὺς ἄλλους. Τὸ ὕφος ἐκεῖνο ποὺ τοὺς κάνει ν' ἀνήκουν
στὸ κοπάδι τῶν λύκων ἢ στὸ κοπάδι τῶν ἁρνιών.
Τοὺς συναπάντησα πάλι τὴν ἴδια μέρα σ' ἕνα ἀπὸ τὰ νησιώτικα
κλησάκια ποὺ βρίσκει κανεὶς ὅπως παραπατᾶ καὶ
τὰ χάνει μόλις βγεῖ. Κρατοῦσαν πάντα τὴν ἴδια ἀπόσταση
κι ἔπειτα πλησίασαν καὶ φιληθήκανε. Ἡ γυναίκα ἔγινε
μία θαμπὴ εἰκόνα καὶ χάθηκε, μικρὴ καθὼς ἦταν. Ρωτιόμουν
ἂν ἤξεραν πὼς εἶχαν βγεῖ ἀπὸ τὰ δίχτυά του
κόσμου ...
Εἶναι καιρὸς νὰ πηγαίνω. Ξέρω ἕνα πεῦκο ποὺ σκύβει
κοντὰ σὲ μία θάλασσα. Τὸ μεσημέρι, χαρίζει στὸ κουρασμένο
κορμὶ ἕναν ἴσκιο μετρημένο σὰν τὴ ζωή μας,
καὶ τὸ βράδυ, ὁ ἀγέρας περνώντας μέσα ἀπὸ τὰ βελόνια
τοῦ, πιάνει ἕνα περίεργο τραγούδι, σὰν ψυχὲς ποὺ κατάργησαν
τὸ θάνατο, τὴ στιγμὴ ποὺ ξαναρχίζουν νὰ γίνουνται
δέρμα καὶ χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω ἀπὸ
αὐτὸ τὸ δέντρο. Τὴν αὐγὴ ἤμουνα καινούργιος σὰ νὰ μὲ
εἶχαν κόψει τὴν ὥρα ἐκείνη από τό λατομείο.
Ἃ! νά ζήσει κανείς τουλάχιστο ἔτσι, ἀδιάφορο.

Λονδίνο, 5 Ιουνίου 1932

Από το ποίημα «Άντρας» του Γιώργου Σεφέρη, εκδόσεις Ίκαρος

Δεν υπάρχουν σχόλια: