Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Ένας θαυμάσιος άνθρωπος

Πολλές φορές είναι αδύνατον να εξηγήσεις τα θαύματα. Άλλωστε για να ζήσεις το θαύμα χρειάζεται αν είσαι αντάξιός του, να έχεις κουραστεί για να σου δοθεί, να έχεις δοκιμαστεί για να φτάσεις σε αυτό. Και βέβαια σε καιρούς απογυμνωμένους από βαθιά νοήματα και βαθιές σχέσεις ποιος να πιστέψει σε θαύματα, ποιος να δεχτεί ποιος να αντέξει να ζει με αυτά. Ευτυχώς μια ζωή υπήρξα δύσπιστος στις ασφάλειες της λογικής. Άλλοτε έφαγα τα μούτρα μου, άλλοτε δικαιώθηκα, άλλοτε πάλι διαψεύστηκα, ποτέ όμως δε πίστεψα πως η λογική είναι ο μόνος τρόπος να ερμηνεύεις τη μεταφυσική μας καθημερινότητα. Ευτυχώς… γιατί κάπως έτσι μου δωρίθηκαν στιγμές και πρόσωπα αναντικατάστατα. Με όλη τη σημασία της λέξης. Κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία για τον θαυμάσιο άνθρωπο.

Η ανηφοριά για το σπίτι του ήταν μεγάλη και μάλλον δύσκολη. Θα πρέπει να περπατούσα για πολλήν ώρα ώσπου να φτάσω στον προορισμό μου και σίγουρα σαν έφτασα εκεί ήμουν εξαντλημένος. Χτύπησα την πόρτα και ο θαυμάσιος άνθρωπος μού άνοιξε αμέσως την πόρτα. Το εσωτερικό ήταν το πιο εντυπωσιακό εσωτερικό σπιτιού που έχω μέχρι σήμερα δει. Ένας τεράστιος χώρος κυκλικός μάλλον με πολλές τζαμαρίες και πέτρινο τοίχο. Η θέα από τη κορυφή του βουνού που ήμασταν ήταν απερίγραπτη. Το φως γέμιζε τα πάντα με μια αβάσταχτη γλυκύτητα, λες και το κάθε τι υπήρχε στη σωστή θέση, το σωστό χρόνο, στη σωστή ποσότητα και κυρίως με τη σωστή έκφραση. Ο θαυμάσιος άνθρωπος με έβαλε να καθίσω και με σέρβιρε τον πιο γευστικό καφέ που είχα πιεί. - Γλυκό; - Ναι, θα ήθελα ένα. Η γεύση του ακόμη έχει μείνει στα χείλη μου. - Θες κι άλλο; - Ένα μικρό κομμάτι. Χόρτασα νοστιμιά!

Προσέχοντας για λίγο την πανέμορφη θέα από τη μεγάλη τζαμαρία του δωματίου παρατήρησα πως σε όλο τον γιγάντιο ενιαίο χώρο υπήρχε μια λεπτή είσοδος για ένα μικρό δωμάτιο. Ενώ ήμουν έτοιμος να ρωτήσω, ο θαυμάσιος άνθρωπος μού ανακοίνωσε πως θα χρειαστεί να βγει για λίγο έξω αλλά πολύ σύντομα θα επιστρέψει. - Ό,τι χρειαστείς θα το βρεις εδώ. Απλά πάρε το. Και με αυτά τα λόγια έφυγε. Περιτριγυρίζοντας το δωμάτιο γλίστρησε από τις επιθυμίες μου η ανάγκη για λίγη φιλία. Τι έκπληξη όμως. Στο φωτεινό δωμάτιο υπήρχε ένας χώρος με αυτό το όνομα. Απλά, ακολουθώντας τη συμβουλή του οικοδεσπότη μου, πήγα και πήρα. Χόρτασα φιλία. Περπατώντας λίγο πιο πέρα επιθύμησα μια στιγμή ξεγνοιασιάς. Δίπλα μου υπήρχε ο χώρος με αυτή τη στιγμή. Άπλωσα το χέρι και πήρα. Χόρτασα ξεγνοιασιά. Λίγο αργότερα ζήτησα κάποιον να του ανοίξω την καρδιά μου. Ο χώρος το έγραφε καθαρά. Εκεί μπορούσα με τον πιο εμπιστευτικό τρόπο να απλώσω τα μύχια της καρδιά μου και να μου επιστραφεί καθαρή και πιο δυνατή. Πήγα, απίθωσα την καρδιά μου και μου επιστράφηκε πεντακάθαρη και δυνατή!

Δίχως να σταματήσω τη διαδρομή μου ένοιωσα δάκρυα να ταξιδεύουν στα μάγουλά μου και πάνω στη λύπη και το πένθος μου, ζήτησα κάποιον να τα σκουπίσει, κάποιον να είναι εκεί για να τα δει και μην τ’ αφήσει να πέσουν στη γη. Στον ίδιο χώρο του πανέμορφου δωματίου βρέθηκε πάλι ο άγιος τρόπος να σκουπιστούν τα δάκρυα κι ο πόνος μου όχι από τα δικά μου χέρια, αλλά από χέρια που λες και γεννήθηκαν μόνο για αυτή τη πράξη. Τα δάκρυά μου έγιναν χαρά, σιγουριά και στήριγμα μα πάνω απ’ όλα μια πολύ βαθιά σχισμή ευγνωμοσύνης κι ελπίδας. Συνέχισα να προχωρώ ανάμεσα σε ομορφιές και εκπλήξεις και τότε λαχτάρησα να δοκιμάσω τα όρια της αγάπης μου. Πόσο μπορώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ, ποιος είναι ο τρόπος που ολοκληρώνει το κάθε ελλιπές, τον κάθε μη αξιαγάπητο, εμένα στις μη αξιαγάπητες στιγμές μου, τον καθένα στα μάτια μου όταν δεν είναι αξιαγάπητος; Δε χρειάστηκε να προβληματιστώ πολύ. Η απάντηση ήταν δίπλα μου. Στον ίδιο χώρο βάδισα την πιο όμορφη διαδρομή της ζωής μου, δοκίμασα την εμπειρία που κάνει τη ζωή όλη ένα νόημα μοναδικό και θεϊκά ωραίο. Ο τρόπος, αχ αυτός ο μοναδικός ιδιαίτερος τρόπος που μέσα στην αγάπη γίνεσαι αγάπη. Και κάπως έτσι έγινα αγάπη.

Τότε στο μυαλό μου φώτισε η επιθυμία να δω το πιο όμορφο αστέρι στον νυχτερινό ξάστερο ουρανό. Δε χρειάστηκε να περιμένω. Γύρισα τα μάτια στην οροφή, κι αντί για σκεπή αντίκρυσα, άραγε πρωί δεν ήταν που ανέβαινα εδώ;, τον πιο όμορφο νυχτερινό ουρανό. Κι εκεί ανάμεσα στα αμέτρητα αστέρια, ένα χέρι να μου δείχνει το πιο όμορφο, το ένα και πιο ξεχωριστό ανάμεσα στα άλλα. Τι θέαμα Θεέ μου, τι ομορφιά! Τι τέλεια που υπάρχει αυτό το ένα μικρό άστρο ανάμεσα στα τόσα πανέμορφα άστρα αυτού του πανέμορφου ουρανού. Και πλήρης συγκίνησης κι ομορφιάς κατέβασα το κεφάλι και συνέχισα τη διαδρομή μου στο χώρο.

Πριν περάσουν λίγα λεπτά ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ τα όνειρα μου, να πως σε κάποιον πού θέλω να φτάσω, τι να γίνω, με ποιους να ζω, γιατί να ζω, πώς να ζω. Αμέσως ανακάλυψα πως δίπλα μου υπήρχε αυτή η ιδανική μεριά που σαν εναποθέσεις τα όνειρα και τις ελπίδες σου, αυτά γίνονται προσευχές στα χείλη των αγγέλλων, γίνονται όρκοι στις καρδιές όσων ξέρουν να πεθαίνουν για μοναδικές θυσίες, γίνονται ακούσματα που με τον τρόπο των παιδικών προσευχών φτάνουν σα αυτιά του Θεού. Κι έτσι πήρα θάρρος. Μάλλον ήρθε αυτόματα στο νου μου η σκέψη να απιθώσω εκεί και τους φόβους, τις μεταμέλειες, τα σφάλματα, τις μικρές και μεγάλες μου αποτυχίες, τα μοιραία μου σφάλματα εκείνα που καθορίζουν τα ανθρώπινα πεπρωμένα σε σύνορα από το ποτέ ως το πάντα κι από το όλα μέχρι το τίποτε. Κι επειδή αυτά τα λάθη κι οι φόβοι ήταν οι πιο πολλοί από όλη μου την περιουσία, χρειάστηκε να αδειάζω τη ψυχή μου για καιρό. Κι αμέσως έγινα τόσο ανάλαφρος σαν το λευκό στα όνειρα του μωρού. Κι οι φόβοι έγιναν ψέματα και δεν τα πίστεψα πια ποτέ κι οι αποτυχίες και τα λάθη πινακίδες από δρόμους μακρινούς στη χώρα του τότε, όπου πια όλες οι είσοδοι έκλεισαν, αφήνοντας το σκοτάδι στο σκοτάδι του και τα μεγάλα ψέματα στο πιο μεγάλο ψέμα. Τίναξα τις τσέπες μου. Ναι, πλέον δεν με βάρυνε ούτε κόκκος του κακού μου εαυτού. Ξαναγεννήθηκα ελεύθερος!

Περπατώντας τον γύρο του δωματίου χρειάστηκα λίγο χρόνο. Χρόνο να γελάσω, να ταξιδέψω, χρόνο να μοιραστώ και να ξεκουραστώ, χρόνο να φτιάξω αυτά που θέλω και χρόνο να τα χαρώ, χρόνο να γίνω αυτός που μπορώ. Και ο χρόνος μου χαρίστηκε. Απλά γυρνώντας δίπλα μου τον βρήκα να κυλά προσθέτοντας εκτός από χρόνια πάνω μου, ωριμότητα και συναίσθηση των όμορφων μυστικών της ζωής εντός μου. Ο χρόνος υπήρξε πια πλουσιοπάροχος, ήταν εκεί όσο τον ήθελα, όπως τον ήθελα, σαν ευκαιρία μάλλον, σαν μια εξαίσια γιορτή που όλα συμβαίνουν για να σε υπηρετούν, όλα για να εξυπηρετούν το σκοπό σου, όλα να σε ομορφαίνουν, όλα να σε οδηγούν λίγο πιο κοντά στο κάθε τι που αποτελεί πατρίδα.

Οι στιγμές κι οι ώρες περνούσαν αδιάκοπα. Ίχνος κούρασης δεν με κατέβαλε παρά μόνο η γλυκιά εξάντληση από ένα μεθυστικό πιοτό των αισθήσεων και της λογικής, λες και το κάθε τι γύρω μου υπήρχε σαν συμπυκνωμένη αιωνιότητα στο παρόν, για να μου προσφερθεί ως δώρο. Γυρνούσα ολοένα ανάμεσα σε εκπληρωμένες μου ανάγκες και σε χειροπιαστά όνειρα σαν άξαφνα ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα. Ο θαυμάσιος άνθρωπος είχε επιστρέψει. – Δεν άργησα πολύ -Δε ξέρω, δεν κατάλαβα καθόλου τον χρόνο. Μα αλήθεια πού ήσουν; - Βγήκα για λίγο έξω να μαζέψω λίγες στιγμές συμπαράστασης για έναν φίλο που θα έρθει αργότερα. Δεν απάντησα. Κατάλαβα και χαμογελώντας του έσφιξα το χέρι. – Ώρα να φεύγω.- Όπως νομίζεις. Και την ώρα που ευχαριστώντας με μια ζεστή αγκαλιά, έστρεψα το πρόσωπό μου προς την έξοδο αντίκρισα ανθρώπους πολλούς στην ίδια αίθουσα. – Μα πού στο καλό ήταν όλοι αυτοί όλην αυτή τη ώρα; Πώς δεν τους είχα καταλάβει; Μόνος δεν ήρθα; Τόσην ώρα ήταν εδώ; Μαζί μου;

- Ναι. Όλην αυτή την ώρα όλοι αυτοί ήταν μαζί σου. Σε τούτον εδώ το χώρο δίπλα σου. Όλοι μέσα στην καρδιά μου, στην ανοιχτή μου καρδιά που σαν το ανοιχτό σπίτι έχει τις πόρτες ορθάνοιχτες προσφέροντας πλουσιοπάροχα ό,τι έχετε ανάγκη. Σου ζητάει μόνο να την εμπιστευτείς πιο πέρα από τις επιφυλάξεις σου. Να τολμήσεις να μπεις και να μπαίνεις όλο και πιο βαθειά, καταρρίπτοντας την ανασφάλεια με εκπλήξεις. Να απαντάς με σιγουριά όποτε το μυαλό σού στήνει αμφιβολίες, να μπαίνεις σαν σε δικό σου σπίτι, να παίρνεις ό,τι θες, όσο θες, αν θες. Να ξαναέρχεσαι και να μη φοβάσαι να βαδίσεις όλο και πιο μέσα παίρνοντας όλο και περισσότερα, να γεύεσαι όλο και πιο πολλά, όλο και πιο ουσιαστικά γεγονότα, να γίνεσαι αυτός που αξίζει να είσαι από τη δωρεά, από την ανεπιφύλακτα εμπιστευόμενη δωρεά του ανθρώπου που σε αγαπάει. Ποιος είναι αυτός; Ο καθένας δίπλα σου. Ο γονιός ή το παιδί, ο σύζυγος ή ο γείτονας, ο συνεργάτης ή ο εραστής, ο φίλος ή ο συνάδελφος, ο σύντροφος ή ο συμμαθητής, οποιοσδήποτε τολμά να σε αγαπήσει σαν τον εαυτό του και να σου χαρίσει ό,τι δεν σου έχουν χαρίσει ποτέ. Αυτός εν τέλει που η εμπιστοσύνη του είναι το κλειδί να μπεις στον Παράδεισο της καρδιάς του που θα σε κάνει τον πλουσιότερο άνθρωπο επί γης. Εσένα κι όσους σχετίζονται μαζί του. Αγαπάει κανείς, πώς αλλιώς;

- Κι αυτά που ικανοποιήθηκαν όλα στην καρδιά σου; Οι εκπληρωμένες μου επιθυμίες; - Λάθος. Εάν στην καρδιά μου ικανοποιούνταν οι επιθυμίες σου όλες, θα ήσουν αμέσως ο πιο δυστυχής άνθρωπος. Τις ανάγκες σου θέλω να ικανοποιήσω. Τις πιο βαθιές, τις ουσιαστικές σου ανάγκες αυτές που αλλάζουν τη ποιότητα και το νόημα της ζωής σου. Οι ανάγκες σημαίνουν πληρότητα. Όλα τα άλλα είναι συναισθηματικές φωτοβολίδες που μοιραία ψευτίζουν και χάνονται στο χρόνο.

- Πρέπει να φύγω. Βλέπω έρχεται ολοένα κι άλλος κόσμος στην ανοιχτή σου καρδιά. Και για δες… τίποτε δεν τελειώνει. – Να πας στο καλό. Και βέβαια όσο δίνεις τίποτε δεν θα λιγοστεύει.
– Ξέχασα να ρωτήσω κάτι. Τούτη η μικρή είσοδος. Το μικρό δωμάτιο στον χώρο της μεγάλης σου καρδιάς τι είναι; - Το μικρό μου ξωκλήσι. Το εικονοστάσι της καρδιάς μου. Ο άγιος χώρος μου όπου προσεύχομαι για τους άγιους ανθρώπους της ζωής μου. Εκεί που προσκυνώ για τα θαύματα, εκεί που βλέπω Θεού πρόσωπο. – Στο πρόσωπο όλων εμάς…- Στο πρόσωπο όλων εσάς. – Σ’ ευχαριστώ για όλα. Σε αγαπώ πολύ! – Σε ευχαριστώ κι εγώ. Εγώ όμως σε αγαπάω πιο πολύ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: