Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ο δικαστής κι ο δραπέτης

Με συνάντησε την ώρα που τριγυρνούσα στους δρόμους της μεγάλης πόλης με τους μεγάλους δρόμους. Ήταν ο επιβλητικός εκείνος γέρος δικαστής που χρόνια τώρα συντρόφευε τους μεγάλους φόβους μου κι όσα από τα όνειρά μου γλιστρούσαν από την τύψη στους εφιάλτες. Εγώ ένας κουρελιασμένος δραπέτης από μια μακρινή κόλαση που είχα φυλακίσει την ψυχή και το σώμα για χρόνια από τότε που θυμάμαι να αναπνέω, τον είδα στην αρχή με τρόμο. Τον αναγνώρισα˙ δεν τον φοβόμουν όμως πια. Τώρα ήμουν έξω, είχα δραπετεύσει από την κόλασή μου, ήμουν εδώ.

Με κοίταξε με εκείνο το βαθύ, έντονο, εξουσιαστικό βλέμμα του, νόμιζε πως ακόμη με ελέγχει, δεν γνώριζε πως ξέρω πια την απάντηση, τα χείλη του άνοιξαν, παλιά με έναν του λόγο με καθήλωνε, τώρα όμως ήμουν έξω, είχα δραπετεύσει από την κόλασή μου, ήμουν εδώ.

- Τι γυρεύεις εδώ έξω τέτοιαν ώρα εσύ; Οι σωστοί άνθρωποι κοιμούνται νωρίς, ξεκουράζονται σηκώνονται πρωί για δουλειά. Εσύ δεν έχεις τίποτε να προσφέρεις. Χρόνια σου δίναμε τον ίδιο μισθό για την ίδια εργασία με τις ίδιες συνθήκες. Εσύ δεν είσαι που μάθαμε να ορίζεις την αξία με το χρήμα, εσύ δεν είσαι που μέτραγες μόνο όταν κι όσο έδινες, μέτραγαν μόνο όταν κι όσο έδιναν; Είσαι ένοχος!

- Όχι. Είμαι έξω, έχω δραπετεύσει από την κόλασή μου, είμαι εδώ…

- Εσύ δεν είσαι που έχασες τη νιότη σου υπακούοντας στις διαθέσεις άλλων, εσύ δεν είσαι που μεγάλωσες μέσα στην γυάλα των δογματικών κεκτημένων, εσύ δεν γεννήθηκες μεγάλος, δεν μεγάλωσες γέρος, δεν πέθανες από μικρός; Εσύ δεν είσαι που δεν άνοιγες τα μάτια στο σκοτάδι από φόβο κι έτσι πίστεψες πως η ζωή ολάκερη είναι ένα ταξίδι μικρό, από τόπο σε τόπο, δίχως φως, δίχως μύθο, δίχως αίμα; Είσαι ένοχος!

- Όχι. Είμαι έξω, έχω δραπετεύσει από την κόλασή μου, είμαι εδώ…

- Εσύ δεν έχεις σώμα κουρελιασμένο από τις πληγές που άφησαν πάνω του άνθρωποι ψεύτες και σιχαμερά ανέραστοι;. Άνθρωποι που περπάτησαν στην καρδιά σου με λασπωμένα παπούτσια. Εσύ δεν είσαι ο άνθρωπος δίχως καρδιά, εσύ δεν την χάρισες σε ανθρώπους που σε κορόιδεψαν πως τάχα σε αγαπούν, τάχα θα σε αγαπούν, τάχα σε αγάπησαν; Εσύ δεν είσαι αυτός που ακόμη τριγυρνάς με πληγές ανοιχτές σε σώμα δίχως καρδιά; Είσαι ένοχος!

- Όχι. Είμαι έξω, έχω δραπετεύσει από την κόλασή μου, είμαι εδώ…

- Εσύ δεν είσαι αυτός που πάντα μιλούσες στη γλώσσα όσων μπορούσαν να σε καταλάβουν, εσύ δεν συμμορφώθηκες με τα αγοραία λόγια και τις εκφράσεις των εύκολων ανθρώπων για εύκολα συναισθήματα; Ξέχασα νομίζεις την προδοσία απέναντι στην ιδιωτική σου γλώσσα, απέναντι στο ιδιωτικό σου ακατανόητο, απέναντι στο ένα και μοναδικό φτιαγμένο μια για πάντα δικό σου κόσμο; Είσαι ένοχος!

- Όχι. Είμαι έξω, έχω δραπετεύσει από την κόλασή μου, είμαι εδώ…

- Εσύ δεν είσαι που εκείνο το φοβισμένο πλάσμα που μάθαμε να αγαπάς καθημερινά περισσότερο τον εαυτό σου, δίχως γενναία όνειρα να πεθάνεις και λυτρωτική ελευθερία να ζήσεις, γιατί μόνο μαζί του συμφωνούσες σε όλα, μόνο αυτός δεν σου έφερνε αντιρρήσεις, μόνο δίπλα του ένιωθες σπουδαίος, μόνο αυτός σε αγαπούσε όπως ήσουν, όπως ήθελες να ήσουν, όπως φοβόσουν πως ήσουν; Εσύ δεν είσαι αυτός που διαστρέβλωσες την κοινότητα σε ιδιοτέλεια, τη σχέση σε εγωισμό, την ελευθερία σε εγωπάθεια; Είσαι ένοχος!

- Όχι. Είμαι έξω, έχω δραπετεύσει από την κόλασή μου, είμαι εδώ…

- Λες ψέματα! Ακόμη κι αν πέρασαν τόσα χρόνια, ακόμη κι αν όλα έχουν αλλάξει, εσύ είσαι ακόμη ο ίδιος και είσαι ακόμη δικός μου. Ο αιώνια ένοχος της αγαπημένης μου κόλασης, του κόσμου του μοναδικού που ξέρω εγώ, του κόσμου που πρέπει να ανήκεις για να ανήκω κι εγώ κάπου! Πού πας; Τι γυρεύεις έξω τέτοιαν ώρα σε τούτη τη μεγάλη πόλη των μεγάλων δρόμων; Λυπήσου με… Σε ικετεύω γύρνα πίσω. Σε αγαπώ όσο κανείς! Μη με εγκαταλείπεις, μην εγκαταλείπεις την λατρεμένη μου κόλαση τώρα, όχι έτσι, όχι εσύ…

Η παλάμη μου χάιδεψε για λίγο το γέρικο κεφάλι του συνομιλητή μου. Πήγα για λίγο να τον συμπαθήσω, να νιώσω κάποιον οίκτο γι’ αυτόν˙ Δεν έσφαλλα όμως πάλι. Πλέον ήξερα το μυστικό! Είχα πια μάθει την απάντηση. Καθώς απομακρυνόμουν από το μέρος που κείτονταν κουλουριασμένος, ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε για πρώτη φορά στο κουρασμένο μου πρόσωπο. Τον κοίταξα για τελευταία φορά, τον λυπήθηκα για πρώτη φορά. Τα χείλη μου είχαν πια θυμηθεί τις σωστές λέξεις. Γύρισα το πρόσωπο κι έφυγα για πάντα…

- Όχι. Είμαι έξω, έχω δραπετεύσει από την κόλασή μου, είμαι εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: