
Τον περασμένο μήνα την είχε επισκεφτεί κάποιος εργολάβος για να της ζητήσει το μαγαζάκι της προκειμένου να ανεγερθεί δίπλα κάποιο μεγάλο εμπορικό κέντρο. Είχε αρνηθεί μα ήξερε πως αργή ή γρήγορα θα επέστρεφε. Είχε αρνηθεί να χάσει το χώρο που τόσα χρόνια είχε φιλοξενήσει τόσα βλέμματα, τέτοια λαχτάρα και τέτοια ένταση στην ιστορία της ομορφιάς. Όχι. Αυτό δεν θα το επέτρεπε ποτέ. Δεν ήθελε. Δεν είχε το δικαίωμα να το κάνει. Θα πρόδιδε τα παιδιά, τις κούκλες της, τα αισθήματά της.
Για να υπερασπιστεί όμως αυτή της την απόφαση έπρεπε να την πληρώνει με ατέλειωτες ώρες μοναξιάς, ανανταπόδοτης αγάπης, ατέλειωτες στιγμές νοσταλγίας και ερημιάς, που θα ήθελε να είναι με κάποιον, να ακούει, να μιλά, να νιώθει, να ανήκει κάπου. Τίποτα. Μόνη με τα χιονισμένα μαλλιά της, σε ένα χιονισμένο μικρό χωριό της Κεντρικής Ευρώπης.
Είχε ήδη πια φτάσει το βράδυ. Ο κόσμος είχε αραιώσει πολύ. Η χαρά είχε μεταφερθεί στα κοσμικά σαλόνια με τα τζάκια που μοιράζονταν τη ζέστη της καρδιάς των κατοίκων του μικρού χωριού. Η Νεφέλη σηκώθηκε αργά από την καρέκλα της και πήγε να κλείσει την πόρτα. Ούτε άνθρωπος και σήμερα. Τι να έρθει να δει κανείς σε ένα χώρο που κάποτε υπήρξε μαγαζί;
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Μια μεσόκοπη κυρία μπήκε μέσα.
- Καλησπέρα!
- Καλησπέρα απάντησε έκπληκτη η Νεφέλη.
- Δε φτιάχνετε πια κούκλες ε; Κρίμα. Παλιά είχατε το πιο ωραίο και το πιο αγαπητό μαγαζί με κούκλες σε όλη τη περιοχή
- Τις έφτιαχνα η ίδια ξέρετε. Κι ήταν όλες πανέμορφες.
- Το ξέρω. Υπήρχε όμως και μια διαφορετική κούκλα, πιο όμορφη από τις άλλες. Ένας μικρός παλιάτσος που κάποτε σαν σε όνειρο κάποια κυρία σαν εσάς μου είχε χαρίσει, έξω από αυτό το μαγαζί.
Η μεσόκοπη κυρία άνοιξε τη τσάντα της και με μεγάλη προσοχή έβγαλε τον άσχημο ξύλινο παλιάτσο που πριν πολλά πολλά χρόνια είχε φτιάξει η Νεφέλη,
- Ώστε εσύ είσαι... εκείνη η μικρή που συνάντησα εκείνο το βράδυ έξω από το μαγαζί μου. Ήσουν τόσο φτωχή και τόσο αδύνατη.
- Κι εσύ άλλαξες. Σου έφερα όμως κάτι που με τα χρόνια δεν άλλαξε και σου ανήκει.
- Την κούκλα μου; Ρώτησε η Νεφέλη και τα μάτια της δάκρυσαν.
- Την αγάπη σου, της απάντησε η κυρία δίνοντάς την τον άσχημο παλιάτσο. Ξέρεις οι άνθρωποι μετά από καιρό ξεχνάμε ό,τι κάποτε μας έκανε ευτυχισμένους. Για μένα αυτή η κούκλα δεν είναι ο θησαυρός που μου έδωσες τότε που σαν παιδί είχα ανάγκη την αγάπη. Μεγάλωσα, έκανα οικογένεια, δεν παίζω πια, τα παιδιά μου δεν ασχολούνται με ξύλινες κούκλες. Είναι άσχημο όμως να ξεχνώ. Και δεν το θέλω. Όπως δε θέλω να πετάξω αυτόν το παλιάτσο που έκανε τα παιδικά μου χρόνια να μοιάζουν με παραμύθι. Σε ευχαριστώ και σου τον επιστρέφω. Εσύ μάλλον τώρα θα τον έχεις περισσότερη ανάγκη. Ίσως κάποτε να χρειαστεί να τον ξαναδώσεις εκεί που κάποιος άλλος θα τον έχει ανάγκη και δεν θα του περισσεύει. Μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου σε ευχαριστώ για την αγάπη και τη προσφορά σου. Σου χρωστώ τα παιδικά μου χρόνια...
Η Νεφέλη δε μπορούσε να απαντήσει τίποτε. Κρατούσε στις χούφτες της τον άσχημο παλιάτσο και έκλαιγε. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάστηκαν κι έμειναν έτσι για κάμποση ώρα. Έπειτα η μεσόκοπη κυρία άνοιξε τη πόρτα και γύρισε στο χιονισμένο δρόμο.
- Γύρισα γιατί κάποτε με έδωσες, είπε ο παλιάτσος στη Νεφέλη
- Γύρισες τώρα που σε έχω ανάγκη. Μόνο που άλλαξες πολύ. Εγώ θυμάμαι σε είχα φτιάξει πρόχειρα με λίγο ξύλο και σπασμένη μύτη. Εσύ όμως είσαι πραγματικά η πιο όμορφη κούκλα απ’ όσες είχα ποτέ φτιάξει.
- Νεφέλη... μ’ αγαπάς γιατί με έδωσες. Τις άλλες κούκλες τις πούλησες γι’ αυτό κι η ομορφιά τους κάποτε χάθηκε. Σ’ ευχαριστώ.
- Σ’ ευχαριστώ εγώ που γύρισες.
- Μην το ξαναπείς... γύρισα γιατί κάποτε με έδωσες. Δεν υπάρχει μοναξιά Νεφέλη για
αυτούς που απ’ αγάπη μοιράζουν και μοιράζονται. Δεν υπάρχει...
Κι έτσι το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει ακόμη πιο δυνατό σε εκείνο το απομακρυσμένο χωριό της Κεντρικής Ευρώπης. Η Νεφέλη έκλεισε το μαγαζάκι της με συγκίνηση και χαρά μεγάλη. Όλο το βράδυ έλεγαν ο ένας ιστορίες στον άλλον. Ιστορίες που κράτησαν ακόμη χρόνια πολλά και σταμάτησαν όταν τα μάτια και των δυο έκλεισαν.
Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς ... καλύτερα... Ολόκληρη η ανάρτηση...