
Λεκτική Επιθετικότητα και Πολιτιστική Ταυτότητα: Το Παράδειγμα της Κοινότητας του Αποστόλου Ματθαίου
του Δημήτρη Αρκάδα*
Σχεδόν κάθε φορά που ακούμε δείγματα του σημερινού εκκλησιαστικού θεολογικού λόγου, θεωρούμε ως δεδομένη και παγιωμένη την εικόνα του Ιησού, την οποία μας παρουσιάζει. Η επίσημη, θεσμική Εκκλησία εικονογραφεί το πρόσωπο και τα έργα του με όσο πιο «ανώδυνο» τρόπο μπορεί. Εμφανίζεται ενώπιόν μας ένας γλυκός και ήρεμος εβραίος δάσκαλος, ένας πράος στους τρόπους και μειλίχιος στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους ραβίνος, ένα συγκαταβατικό και προσηνές πρόσωπο στο κήρυγμα και την διδασκαλία του.
Μια τέτοια εικόνα του Ιησού, δεν είναι καθόλου ξένη προς την ευαγγελική μαρτυρία, η οποία μας έχει διασωθεί, καθώς και τα τέσσερα ευαγγελικά κείμενα μαρτυρούν προς αυτήν την κατεύθυνση. Άρα και η επιλογή της θεσμικής Εκκλησίας να τονίσει αυτήν την πτυχή του Ιησού είναι δικαιολογημένη, εφ’ όσον το μήνυμα που επιθυμεί να εκπέμψει είναι αυτό της διαλλακτικότητας, ειδικά προς τους άλλους κοινωνικούς εταίρους της, όπως είναι το κράτος. Μια εκκλησιαστική διοίκηση με άμεση και οργανική εξάρτηση από τον κρατικό μηχανισμό, ούσα δομικό κομμάτι αυτού του οργανισμού, δεν θα ήταν δυνατόν να τονίσει άλλα, περισσότερο «ακραία» και «περιθωριακά» πρόσωπα του Ιησού.
Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος: μα υπάρχουν και τέτοιου είδους πτυχές που αφορούν το πρόσωπο του Ιησού; Γνωρίζουμε ήδη το βίαιο περιστατικό της εκδίωξης των εμπόρων από τον Ναό των Ιεροσολύμων. Ωστόσο, αν και το πιο γνωστό, δεν είναι το μόνο το οποίο μας δείχνει έναν διαφορετικό Ιησού. Στα ευαγγελικά κείμενα, τα οποία φέρουν ιδίως την σφραγίδα της παράδοσης του αποστόλου Ματθαίου, έχει καταγραφεί η πορεία της ματθαϊκής κοινότητας, διασώζοντας τα σκληρά λόγια ενός οργισμένου Ιησού, ο οποίος κατακεραυνώνει την πολιτικοθρησκευτική ηγεσία της ρωμαιοκρατούμενης Παλαιστίνης. Έχει ενδιαφέρον να χαρτογραφήσουμε τα σημεία ανάπτυξης τούτης της βίαιης παρέμβασης του Ιησού, αναλύοντας επιπλέον και την κοινωνική/πολιτική φύση του. Επίσης, θα επιχειρήσουμε να ανασυστήσουμε πτυχές της πολιτιστικής ταυτότητας της χριστιανικής κοινότητας και μάλιστα αυτής του Ματθαίου. Ο βασικός όγκος των δεδομένων μας εντοπίζεται στο 23ο κεφάλαιο του Ματθαίου.
1. «Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί» (Ματθ. 23:13-29)
Η παραπάνω φράση, η οποία χρησιμοποιείται κατά κόρον στο 23ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον ευαγγελίου (απαριθμούμε έξι φορές) στρέφεται εναντίον της πολυπληθέστερης ηγετικής θρησκευτικής ομάδας [2], αυτής των Φαρισαίων. Η αναφορά στους «γραμματείς» μάλλον γίνεται προκειμένου η ματθαϊκή κοινότητα να επιτείνει την κυρίαρχη θέση της φαρισαϊκής παράταξης, εφ’ όσον γνωρίζουμε και από άλλες κειμενικές πηγές τους όρους «οι γραμματείς των Φαρισαίων» (Μαρκ. 2:16) και «τινές των γραμματέων εκ μέρους των Φαρισαίων» (Πραξ. 23:9), οι οποίες μας αποκαλύπτουν την βαθειά συνάφεια των εν λόγω μερίδων [1].
Η βασική κατηγορία που τους προσάπτει ο Ιησούς, είναι αυτή του «υποκριτή». Η συγκεκριμένη φράση έλκει την καταγωγή της από το ελληνικό θέατρο: υποκριτής ήταν ο ηθοποιός, ο οποίος υποδυόταν, φορώντας την ανάλογη μάσκα, τα πρόσωπα που συγκροτούσαν το αρχαίο δράμα. Στην δική μας συνάφεια, ο Ιησούς τονίζει το στοιχείο της εξαπάτησης, κοινό τόσο στην θεατρική δραματουργία, όσο και στην κοινωνική συμπεριφορά και το ήθος πολλών μελών της φαρισαϊκής ομάδας. Φαίνεται ότι ο Ιησούς είχε αποκρυσταλλώσει αυτή την γνώμη γι’ αυτούς, καθώς από νωρίς καυτηριάζει την αποστεωμένη και σχολαστική προσήλωσή τους στο γράμμα του Νόμου, στηρίζοντας την κριτική του και στον προφητικό λόγο του Ησαία (Ματθ. 15:7). Η συνεχής επανάληψη της συγκεκριμένης κατηγορίας, έτσι όπως την παρουσιάζει η ματθαϊκή κοινότητα, εμμένοντας στο στοιχείο της θεατρικότητας (δηλαδή ότι οι Φαρισαίοι παίζουν μόνον έναν ρόλο, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της ζωής τους) και του προσωπείου (δηλαδή ενός ψεύτικου προσώπου, το οποίο επιδεικνύουν προς τα έξω, σε αντίθεση με την αληθινή τους εικόνα, που κρύβουν επιμελώς), μας κάνει να υποψιαστούμε ότι η εν λόγω φράση λειτουργούσε στα χρόνια που συγκροτείτο το ευαγγέλιο του Ματθαίου ως «τεχνικός όρος» μιας «ομολογιακής» τρόπον τινά επωδού, η οποία φανέρωνε τα συναισθήματα και την στάση των πιστών προς αυτούς.
2. «Φαρισαίε τυφλέ»-«οδηγοί τυφλών» (Ματθ. 23: 16, 19, 24, 26)
Στην επόμενη κατηγορία, ο τόνος του Ιησού γίνεται ακόμη πιο προσωπικός. Χρησιμοποιεί στην ρητορική του την λέξη «Φαρισαίε», ως κλητική προσφώνηση, προκειμένου να προσωποποιήσει έτι περαιτέρω την αντίθεσή του. Πλέον το φαρισαϊκό κίνημα ενσαρκώνεται και συγκεφαλαιώνεται σε ένα πρόσωπο, τον τυφλό Φαρισαίο. Η τυφλότητα, δηλαδή η ανικανότητα όρασης και θέασης του κόσμου, οφείλεται στην αδυναμία επεξεργασίας του φωτός, άρα στην αναγκαστική παραμονή στον χώρο του σκότους, τον χώρο απουσίας του φωτός. Εδώ ο Ιησούς αναφέρεται μάλλον στην οικτρή κατάσταση ανθρώπων, οι οποίοι ενώ ως πνευματικοί ταγοί και καθοδηγητές θα έπρεπε να είναι και οι ίδιοι ως φως, αντίθετα είναι τυφλοί, δηλαδή αμέτοχοι του πνευματικού φωτισμού, έργο στο οποίο τους έταξαν οι κοινωνικοί τους εταίροι.
Αναδεικνύεται με άλλα λόγια μια τερατώδης αντίφαση, η οποία καταρρακώνει τον φαρισαϊσμό, ως θρησκευτικό θεσμό του ιουδαϊσμού, εφ’ όσον υλοποιείται μια διαστροφή: παρουσιάζονται ως οδηγοί και θεματοφύλακες μιας θρησκείας, την οποία έχουν κατ’ ουσίαν προδώσει. Γι’ αυτό και ο Ιησούς υπογραμμίζει το τραγικό μέλλον αυτών, αλλά και όσων τους εμπιστεύονται: «τυφλοί εισίν οδηγοί τυφλών τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγεί, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται» (Ματθ. 15:14).
3. «μωροί και τυφλοί» (Ματθ. 23:17)
Συστατικό στοιχείο της τυφλότητας των Φαρισαίων αναδεικνύεται και η μωρία, δηλαδή η ανοησία. Σε αυτό το σημείο καταγγέλλονται από τον Ιησού ως ανόητοι και ασεβείς, εφ’ όσον η δεύτερη (ασέβεια) εμφανίζεται ως η βασικότερη εκδήλωση της πρώτης (ανοησία): πρέπει να είναι κανείς τουλάχιστον ανόητος, δηλαδή να στερείται νοήματος στη ζωή του, αν βρίσκεται εκτός της ευσέβειας, δηλαδή της αναγνώρισης, λόγω και έργω, της θεϊκής κυριαρχίας εντός του κόσμου. Εφ’ όσον οι Φαρισαίοι είχαν προσηλωθεί μάλλον στον εαυτό τους, δηλαδή στον δικό τους τρόπο προσέγγισης του Θεού, για τους πιστούς της ματθαϊκής παράδοσης είναι απλώς ανόητοι.
Και επειδή η προσφώνηση «μωρέ», δηλαδή «ανόητε», ήταν απαγορευμένη ανάμεσα σε αδελφούς (Ματθ. 5:22), συνάγουμε ότι οι Φαρισαίοι βρίσκονταν σαφώς εκτός των ορίων της ματθαϊκής κοινότητας, δηλαδή δεν ήταν «αδελφοί» τους, ούτε σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική [3]. Διότι οι Φαρισαίοι υποστασιάζουν ένα πρωτοφανές σκάνδαλο: είναι εκείνοι οι οποίοι, όντες τέτοιας ποιότητας, έχουν την τυφλότητα να περιφρονούν τον λαό, ο οποίος αγνοούσε τον Νόμο: «αλλά ο όχλος ο μη γινώσκων τον νόμον επάρατοι εισιν» (Ιω. 7:49).
4. «όφεις, γεννήματα εχιδνών» (Ματθ. 23:33)
Στην αρχαία ιουδαϊκή εικονολογία, το φίδι, «ο όφις», συμβολίζει τον πειρασμό, γι’ αυτό και αποκαλείται ως «επικατάρατος» (Γεν. 3:14). Η χριστιανική κοινότητα, ως άμεσος απόγονος τούτης της κληρονομιάς, αναγνωρίζει με την σειρά της στον «όφι τον αρχαίο» (Αποκ. 12:9, 20:2), τον πειραστή, τον μεγαλύτερο βέβηλο πόλο, τον Διάβολο. Το φίδι, έτσι, καθίσταται σύμβολο αποστροφής (Ματθ. 7:10), θανάσιμου κινδύνου (Μαρκ. 16:18, Λουκ. 10:19), πανουργίας και εξαπάτησης (Β΄ Κορ. 11:3).Ως τέτοιοι στοχοποιούνται οι Φαρισαίοι από τον Ιησού. Τονίζει, εμμέσως πλήν σαφώς, ότι βρίσκονται στην υπηρεσία του αντίθεου πειραστή, εφ’ όσον έχουν οικειοποιηθεί την πρακτική του, την εξαπάτηση («υποκριταί») και τα παρελκόμενά της (τυφλότητα και μωρία).
Επιπλέον, για να επιτείνει τούτη τη βαριά κατηγορία ο Ιησούς, την συμπληρώνει με τον όρο «γεννήματα εχιδνών». Αυτή ειδικά η κατηγορία συνιστά μέγιστη προσβολή ενάντια στην θρησκευτική ιουδαϊκή ηγεσία, εφ’ όσον δυναμιτίζει έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες κοινωνικής νομιμοποίησης εκείνης της εποχής: την αρχή της καθαρότητας του ισραηλιτικού γενεαλογικού δένδρου [4].
Χρησιμοποιώντας ο Ιησούς τούτη την αγαπημένη έκφραση του Ιωάννη του Βαπτιστή για τους Φαρισαίους (Ματθ. 3:7, Λουκ. 3:7), παρόμοια σε ανατρεπτική δυναμική με την «πονηρά και μοιχαλίδα γενεά» (Ματθ. 12:39 και 16:4), την «μοιχαλίδα και αμαρτωλή γενεά» (Μαρκ. 8:34), αμφισβητεί ευθέως και με επιθετικό τρόπο το κύρος τους, άρα και την δυνατότητά τους να ηγούνται, κληρονομικώ δικαιώματι, του ιουδαϊσμού [5]. Οι Φαρισαίοι δεν μπορούν να εμπνεύσουν πια, καθώς μετασχηματίζονται σε κοινωνικούς παρίες για τους χριστιανούς.
5. «παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οίτινες έξωθεν μεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμουσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας» (Ματθ. 23:27)
Σύμφωνα με τα ιουδαϊκά ταφικά έθιμα του πρώτου μ.Χ. αιώνα, λίγο πριν την περίοδο του εβραϊκού Πάσχα και συγκεκριμένα γύρω στις 15 του μήνα Αδάρ (ο οποίος εκτεινόταν περίπου από τα μέσα Φεβρουαρίου έως τα μέσα Μαρτίου), οι τάφοι ασπρίζονταν με πολλή προσοχή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνονταν ευδιάκριτοι, ώστε κάθε ευσεβής Ιουδαίος να φροντίζει να αποφεύγει την οποιαδήποτε επαφή μαζί τους, προκειμένου να μην μολυνθεί [6]. Πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι ο νεκρός, άρα και ο τάφος του, η τελευταία του κατοικία, θεωρούντο από τους αρχαίους ισραηλίτες ως πηγή βεβήλωσης, σύμφωνα με τον θρησκευτικό ιουδαϊκό κώδικα: «και πάς, ος εάν άψηται επί προσώπου του πεδίου τραυματίου ή νεκρού ή οστέου ανθρωπίνου ή μνήματος, επτά ημέρας ακάθαρτος έσται» (Αριθ. 19:16). Η πρακτική αυτή του ασπρίσματος αναφέρεται σε τάφους οι οποίοι ανοίγονταν ως χαντάκι ή φρέαρ στην γη [7] και όχι όπως συνέβη με την περίπτωση της ταφής του Ιησού, όπου «έθηκαν αυτόν εν μνήματι λαξευτώ» (Λουκ. 23: 53).
Τούτη η ταφική πρακτική υπογραμμίζει για άλλη μια φορά, με σκληρά λόγια, την υποκρισία των Φαρισαίων, καθώς δεν έχει σημασία το εξωτερικό, ωραίο παρουσιαστικό τους, αλλά ο ακάθαρτος και βέβηλος εσωτερικός κόσμος τους. Έστω κι αν πρόκειται για μια λεκτική μεταφορά, δεν παύει να είναι ανεπίτρεπτη με τα κοινωνικά μέτρα και σταθμά της εποχής, αφού σχετίζεται με έναν ιεροποιημένο θεσμό του Ισραήλ. Κι εδώ, ωστόσο, παρατηρούμε ένα αντεστραμμένο παράδοξο: μια «βέβηλη ιερότητα». Αντί να γίνονται αιτία αγιασμού και αγιότητας, οι Φαρισαίοι μολύνουν και εκτροχιάζουν θρησκευτικά τους ανθρώπους. Κι αυτό γιατί ό,τι ξεχειλίζει μέσα από εκείνους τους συμβολικούς τάφους είναι εκτός από την υποκρισία και η ανομία: «εστέ μεστοί υποκρισίας και ανομίας» (Ματθ. 23:28). Οι Φαρισαίοι μαστιγώνονται λεκτικά από τον Ιησού ως διαστροφείς της αλήθειας, ως δημιουργοί μιας εικονικής, άρα παραμορφωτικής, πραγματικότητας.
6. Κατασκευάζοντας μια Συλλογική Πολιτιστική Ταυτότητα
Μέσα από την βήμα-βήμα ανάλυση αυτών των λόγων του Ιησού, εγείρεται αναπόφευκτα το ερώτημα: γιατί; Γιατί τέτοια επιθετικότητα εκ μέρους του Ιησού εναντίον όσων τον απορρίπτουν; Μήπως δεν είναι αυτός που διακήρυξε ότι «όστις σε ραπίζει εις την δεξιάν σιαγόνα σου, στρέψον αυτώ και την άλλην» (Ματθ. 5:39); Ποιος ο λόγος μιας τόσο βίαιης αντιπαράθεσης; Συμβαδίζουν όλα αυτά με το μήνυμα της καταλλαγής που τρέφει τον χριστιανισμό;
Για να απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα, θα πρέπει να ανατρέξουμε στις συνθήκες γένεσης και ανάπτυξης της ματθαϊκής κοινότητας, η οποία όχι μόνον διέσωσε την παράδοση αυτή, αλλά και την κατέγραψε στο ευαγγέλιό της, πριν μας το παραδώσει «κτήμα ες αεί».
Ύστερα από την καταστροφή του Ναού, το 70 μ.Χ., από τους Ρωμαίους, δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν την ύπαρξή τους οι τάσεις και παρατάξεις του ιουδαϊσμού όπως τις γνωρίζαμε ως τότε. Η σαδδουκαϊκή αριστοκρατία και το ιερατείο, οι οποίοι βρίσκονταν σε άμεση σύνδεση με την ύπαρξη του Ναού, τώρα πια, χωρίς πραγματικό έρεισμα, διϋλίζονται εντός της μόνης ιουδαϊκής τάσης που επιβιώνει: τον φαρισαϊσμό [8]. Οι Φαρισαίοι, ταυτισμένοι με τους γραμματείς, δίνουν πλέον τον τόνο στην νέα πολιτιστική ιουδαϊκή πραγματικότητα και τις ανάγκες που χρειάζεται να καλύψει: Ποιο το μέλλον του ιουδαϊσμού στο εξής; Ο Φαρισαϊσμός ανασυντάσσεται και μέσα από την ερμηνεία του Νόμου ξεκινά η επόμενη φάση της ιστορικής πορείας του Ισραήλ, στην οποία κυριαρχεί το αίτημα για πάση θυσία διατήρηση της ιουδαϊκής καθαρότητας και μοναδικότητας, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος, με την αποκάθαρσή του από αλλότριες και «ύποπτες» τάσεις, όπως θεωρείτο τότε ο αρχικός χριστιανισμός. Η κυριαρχία τους θεωρείται αδιαμφισβήτητη, το κύρος τους ακλόνητο, η εξουσία τους δεδομένη. Είναι πλέον η μήτρα που θα αρχίσει να γεννά το μεταγενέστερο πνευματικό κίνημα του ραββινισμού [9].
Μέσα σε τούτο το περιβάλλον γεννιέται επίσης η κοινότητα της ματθαϊκής παράδοσης. Επρόκειτο για ιουδαιοχριστιανούς, δηλαδή για ιουδαίους, οι οποίοι ενώ διατηρούσαν ακόμη οργανική και ουσιαστική σχέση με τις λατρευτικές και νομικές πρακτικές του ιουδαϊσμού και θεωρούντο κατ’ αρχήν από τους ίδιους τους ιουδαίους, όπως ήδη προαναφέραμε, ως άλλη μία ιουδαϊκή τάση, εντούτοις ομολογούσαν την πίστη τους στον μεσσιανικό χαρακτήρα του προσώπου του Ιησού και κυρίως διακήρυτταν την εμμονή τους στην Ανάστασή του, κάτι με το οποίο διαφωνούσε σφόδρα η φαρισαϊκή/ραββινική πλευρά [10].
Έτσι, η κοινότητα του Ματθαίου, ξεκινά έναν αγώνα ζωής και θανάτου με την συναγωγή. Διεκδικεί την αποκλειστικότητα και εγκυρότητα της αληθινής ιουδαϊκής κληρονομιάς, χωρίς συμβιβασμούς, όταν μιλά υποτιμητικά για «ταις συναγωγαίς αυτών» (Ματθ. 10:17), δηλαδή των Ιουδαίων, ενώ μάλλον υποκρύπτεται το «εν ταις συναγωγαίς ημών» [11]. Πρόκειται για τις απαρχές μιας ενδο-ιουδαϊκής κρίσης, στην οποία η χριστιανική εκκλησία του Ματθαίου υπάρχει ως μειονότητα, άρα χωρίς εξουσία και κοινωνική διείσδυση, γι’ αυτό και επιστρατεύει το μόνο όπλο που διαθέτει: την λεκτική αντιπαράθεση [12].
Πολύ περισσότερο που, ο φαρισαϊκός/ραββινικός ιουδαϊσμός, με την σύνοδο της Ιάμνειας, η οποία συνεκλήθη περίπου κατά το 100 μ.Χ., χαρακτηρίζει πλέον τους χριστιανούς ως minim, δηλαδή «αιρετικούς», άρα και θεσμικά απόβλητους από τον κορμό του επίσημου ιουδαϊσμού. Η αρχή αυτής της εξέλιξης αποτυπώνεται στην κρίση που δονεί το κείμενο του Ματθαίου [13], το οποίο εκδίδεται περίπου δύο δεκαετίες πριν την παραπάνω ημερομηνία. Ειδικά τα «ουαί υμίν» που εκτοξεύονται εναντίον των Φαρισαίων, τοποθετούνται ως λεκτικό ισοδύναμο στους Μακαρισμούς και ιδίως στους ονειδισμούς και διωγμούς για τους οποίους προειδοποιούνται οι πιστοί (Ματθ. 5:11-12). Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι αυτές οι πρακτικές δεν αντανακλούν στις επίσημες πράξεις του θεσμικού ιουδαϊσμού, παραπέμποντας σε ένα είδος «κοινωνικού εποστρακισμού» για τους χριστιανούς [14].
Τοποθετώντας, λοιπόν, η ματθαϊκή κοινότητα τέτοιας έντασης λόγια στο στόμα του Ιησού, δεν κάνει κάτι λιγότερο από το να επιχειρεί να οικοδομήσει μια ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα. Προχωρεί σε μια διαδικασία απονομιμοποίησης της φαρισαϊκής/ραββινικής ηγεσίας, μέσα από την λεκτική διάλυση του συμβολικού σύμπαντος του ιουδαϊσμού, το οποίο ενυλωνόταν στον Νόμο και τους θεσμικούς, αυθεντικούς εκφραστές του, τους Φαρισαίους [15]. Η αποιεροποίηση των Φαρισαίων μέσα από την δική τους, χριστιανική πηγή ιερότητας, δηλαδή το πρόσωπο του Ιησού και η συνακόλουθη λεκτική στοχοποίησή τους, φανερώνει εν τέλει την προοδευτική αποκοπή τους από την ιουδαϊκή κοινότητα, την πατρίδα των πατέρων τους. Η εκκλησιαστική κοινότητα του Ματθαίου, αν και βαθιά τραυματισμένη, ξεκινά μια ξεχωριστή πορεία, έξω από κάθε ασφάλεια του παρελθόντος, προσανατολισμένη στην ανοικτότητα του μέλλοντος.
Αναφορές
1. Daniel R. Schwartz, Studies in the Jewish Background of Chtistianity, Tubingen: J. C. B. Mohr (Paul Sieberg) 1992: 90.
2. Πολλών, αλλά όχι όλων. Οι χριστιανικές ευαγγελικές πηγές μας διασώζουν πληροφορίες για τις καλές σχέσεις που διατηρούσε ο Ιησούς με κάποιος Φαρισαίους. Υπήρχε μία μερίδα από αυτούς, οι οποίοι τον προειδοποιούν ότι ο Ηρώδης Αντίπας ζητά να τον σκοτώσει (Λουκ. 13:31), επίσης ο Ιησούς συχνά γευμάτιζε με Φαρισαίους (Λουκ. 7:36 και 14:1), ενώ ένας επιφανής Φαρισαίος, ο Νικόδημος, τον υπερασπίζεται ανοιχτά ενώπιον του Μεγάλου Συνεδρίου (Ιω. 7:50).
3. Bruce J. Malina and Richard L. Rohrbaugh, Social-Science Commentary on the Synoptic Gospels, Minneapolis: Fortress Press 1992: 142.
4. Bruce J. Malina, The New Testament World: Insights from Cultural Anthropology, London: SCM Press 1983: 113.
5. Bruce J. Malina, The Social World of Jesus and the Gospels, London and New York: Routledge 1998: 135.
6. Floyd V. Filson, The Gospel According to St. Matthew, London: Adam and Charles Black 19773: 247.
7. Anthony J. Saldarini, “Delegitimation of Leaders in Matthew 23”, Catholic Biblical Quarterly 54 (1992): 676, υποσημ. 47.
8. Gerd Theissen and Annette Metz, The Historical Jesus: A Comprehensive Guide, transl. by John Bowden, Minneapolis: Fortress Press 1998: 140.
9. Anthony J. Saldarini, “Delegitimation of Leaders in Matthew 23”, Catholic Biblical Quatrerly 54 (1992): 662-664.
10. Δημητρίου Αρκάδα, «‘Ιερές Προπαγάνδες’: Η Ανάσταση του Ιησού ως Άξονας Πολιτικής Στρατηγικής στη Σύγκρουση Ιουδαϊκής Συναγωγής και Ματθαϊκής Κοινότητας», Θρησκειολογία-Ιερά/Βέβηλα 5 (2004): 21-30.
11. Claudia Setzer, Jewish Responses to Early Christians: History and Polemics, 30-150 C.E., Minneapolis: Fortress Press 1994: 38.
12. J. Andrew Overman, Church and Community in Crisis: The Gospel According to Matthew, Valley Forge, Pennsylvania: Trinity Press International 1996: 325-326.
13. Charles W. F. Smith, “The Mixed State of the Church in Matthew’s Gospel”, Journal of Biblical Literature 82 (1963): 161-162.
14. Ekkehard W. Stegemann and Wolfgang Stegemann, The Jesus Movement: A Social History of Ist First Century, transl. by O. C. Dean, Jr., Minneapolis: Fortress Press 1999: 236-237.
15. Anthony J. Saldarini, Matthew’s Christian-Jewish Community, Chicago: The Chicago University Press 1994: 46-47.
* Ο Δημήτρης Αρκάδας είναι Θεολόγος, Καθηγητής 1ου Γυμνασίου Αίγινας Ολόκληρη η ανάρτηση...